5.3.10

Let's Dance

Στο beach bar, γινόταν πανικός.
Και ο λόγος, ήταν μπροστά μου, σε μία πινακίδα, γραμμένος με κιμωλία.

"80's Night"...

Τελικά, σκέφτηκα, πρέπει να υπάρχει Θεός...


Μόλις με είδαν από μακριά, ξεσηκώθηκαν.
Εκτός από εκείνον, που απλώς χαμογελούσε, μέχρι να φτάσω.

Ο
Γ είχε λυσσάξει!
Χοροπηδούσε τρελαμένος, κουνώντας τα χέρια του, λες κι ήταν ναυαγός.
-Πως κάνεις έτσι, χαρά μου..., κούνησα το κεφάλι, όταν τους πλησίασα.
-Εγώ σε έπεισα! Εγώ σε έπεισα! Ε;! Πες τους! Πες τους, Νανά!
-Ναι, πήρα το μελοδραματικό μου. Αυτός με έπεισε...

Ο Α και ο Β, έκαναν χώρο για να καθήσω, έφτιαχναν τα μαξιλάρια, ρωτούσαν για ποτά κτλ, μες στην τρελή χαρά.
Το χαϊδεμένο, συνέχιζε να χοροπηδάει.
-Αν ήξερα ότι θα με προσέχατε τόσο, θα ερχόμασταν κάθε μέρα!
-Έχεις παράπονο;!, ρώτησε ο Β. Μόνο ποδιές που δεν φορέσαμε, για 'σένα! Κοίτα! Είμαστε όλοι μες στις νυχιές! Τι άλλο θέλεις;!
-Θέλεις να σου πω...;, τον κοίταξα κάπως.
Το σκέφτηκε.
-Άσε, καλύτερα..., μαζεύτηκε.
Του χάρισα ένα στιγμιαίο χαμόγελο.

-Έχει αφιέρωμα στα 80's..., είπε εκείνος, στο αυτί μου.
-Το είδα..., τον πλησίασα κι εγώ.
-Θέλετε να καθήσω λίγο πιο μακριά;...
-Όχι. Είμαι ακίνδυνη, τώρα. Είμαι καλά. Εσείς;
-Προσπαθώ...
-Α, ωραία! Τι άλλα; Όλα καλά;
Γελούσε...
-Ναι... κάποια μικροπροβλήματα... αλλά το παλεύω...
-Πείτε μου. Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;
-Δεν ξέρω...
-Είστε σίγουρος...;
-Είμαι πολύ πιο σίγουρος, από ποτέ, σοβάρεψε.
-Αύριο. Αύριο, τέτοια ώρα, να μου το πείτε αυτό. Σας αφήνω να το σκεφθείτε.

Σηκώθηκα, γιατί δεν ήθελα να υποτροπιάσω...
-Λοιπόν! Απόψε, θα είμαστε εγώ κι εσύ, είπα στον Γ. Οι άλλοι είναι ξενέρωτοι. Πάμε!
-Θα χορέψουμε;! Μαζί;!, ξεφώνησε
-Με ποιον άλλον;, ρώτησα. Κοίτα τους, έδειξα τα χάλια τους. Αυτοί είναι σαν να ήρθαν, όντως, σε εσπερινό. Πάμε, σου λέω!
-Πάω να χορέψω με την Νανά!, τους ανακοίνωσε, αφήνοντας το ποτό του.
-Πρόσεξε μη στις βρέξει!, τον προειδοποίησε ο Β.
Με κοίταξε και κόλλησε.
-Δεν δέρνω απόψε, τον καθησύχασα. Μου έχω δώσει ρεπό. Εντάξει;

Και επάνω στη ατάκα, έβαλε το Kiss.
-Έχουμε φύγει, λέμε!, τον έπιασα από το χέρι και τον τραβούσα.
Στην αρχή, χόρευε κανά 3άρι μέτρα, μακριά μου.
Όταν είδε ότι δεν κινδυνεύει, πλησίασε.
Δεν χορεύαμε, πλέον.
Δίναμε ρεσιτάλ!

Εγώ και το χαϊδέμενο, παραδίδαμε μαθήματα χορού, κανονικά.
Οι άλλοι, στην αρχή, ψιλοκουνιόνταν εκεί που ήταν, αλλά μετά το σκέφτηκαν και μετακόμισαν, σε ένα τραπέζι που ήταν κοντά σε 'μας.
Το πρόγραμμα, ήταν καταπληκτικό.
Όχι Eye of the Tiger και Big in Japan.
Τραγούδια που ήταν σπάνια, και ξεσήκωναν τον κόσμο, που σε κάθε αλλαγή ξεφώνιζε.

Ενώ με το χαϊδεμένο, αλωνίζαμε την πίστα, εκείνος μου έφερνε το ποτό μου, νερό, τσιγάρα.
Μιλάμε, δε βάλαμε κώλο κάτω...
Μετά από λίγη ώρα, ξεσαλώναμε όλοι μαζί.
Τραγουδούσαμε ο ένας στον άλλον, κοροϊδεύαμε video clip, καλλιτέχνες, ό,τι μας ερχόταν.

Και, φυσικά, εμείς ήμασταν εκείνοι, που έκλεισαν το μαγαζί...
Φύγαμε, μούσκεμα στον ιδρώτα, σχεδόν παραπατώντας, από τα ποτά και τον χορό.
Δεν είχαμε σταματήσει να μιλάμε ο ένας πάνω στον άλλον, την τελευταία ώρα.
Εγώ κι εκείνος, είχαμε ξεχαστεί εντελώς.
Ήταν καλά.
Μέχρι που φτάσαμε στο δρομάκι...

-Ωωω..., κατσούφιασα. Θα πρέπει να μου φέρει κάποιος τις σαγιονάρες, ψιθύρισα.
Κοίταξαν τα πέδιλα.
-Θα τις φέρω εγώ, είπε εκείνος, στον ίδιο τόνο.
-Ωραία!, είπε ο Β. Εμείς πάμε να βάλουμε ποτά. Έναν τελευταίο γύρο. Να μην κοιμηθούμε αμέσως. Ε, Νανά; Σε πειράζει;, ψιθύριζε χαρούμενος.
-Σοβαρολογείς;! Σιγά μην κοιμηθούμε! Πηγαίνετε, μέχρι να έρθουμε κι εμείς! Πάγο να βάλετε! Πολύ πάγο!, ψιθύριζα ενθουσιασμένη.

Ο ενθουσιασμός μου, όμως, βούτηξε μες στον πάγο, μόλις συνειδητοποίησα τι έκανα...
Ή, μάλλον, τι δεν πρόλαβα να κάνω...
Εκείνοι έφευγαν, κι εγώ είχα γυρίσει το κεφάλι από την άλλη, παίρνοντας βαθιά ανάσα.
"Μαλακισμένη! Που το έχεις το μυαλό σου;! Ηλίθια!", έκλεισα τα μάτια στη σκέψη.

Ο Χ στεκόταν 2-3 βήματα, πριν το δρομάκι.
Καταλάβαινε.
-Πέταξέ τις..., του είπα ήσυχα.
Με κοιτούσε.
-Κοίτα. Ψάχνω να βρω επιχειρήματα, να σε πείσω... και δεν μπορώ... Δεν με βοηθάς, έτσι... Είμαι στα όριά μου... Δεν ξέρω τι κάνατε με την κυριούλα στην Α, εγώ έχω υπομονή, δεν λέω... αλλά τα έχω ξεπεράσει αυτά τα γαμημένα όρια κατά πολύ... Πες ότι ήταν λάθος μου... δικό μου... Άφησέ τες κάτω, και φύγε... Πήγαινε στα παιδιά... Είναι απλό...
-Το μόνο που θα κάνω, είναι να σας δώσω τις σαγιονάρες, Αφέντρα..., είπε ήρεμα, κουνώντας το κεφάλι.

Ήξερε, ότι έλεγε ψέματα...
Και ήξερε, ότι το ήξερα...
Ήθελε, απλά, την άτυπη άδειά μου...

Με πλησίασε, άφησε το ένα γόνατο να λυγίσει, κοιτώντας με στα μάτια, και έπιασε τον αστράγαλό μου.
Αυτό ήταν...
Πιάστηκα από τον ώμο του.
-Δεν γίνεται... Δεν μπορώ... Φύγε..., είπα ξέπνοα.
-Θέλετε να φύγω, Αφέντρα...;, ρώτησε, σε έναν τόνο που ήταν ακατάλληλος, για εκείνη τη στιγμή.
Δεν μπορούσα να μιλήσω...
Δεν είχα τίποτα να πω...

Μου έβγαλε τα πέδιλα, φόρεσα τις σαγιονάρες, και άρχισα να ζαλίζομαι.
Δεν ξέρω που βρήκα τη δύναμη, να κρατηθώ μακριά του...
Έμεινε για λίγο γονατισμένος, να με κοιτάζει.
Όταν σηκώθηκε, πήρε το χέρι μου στο δικό του, και περπατούσε ένα βήμα μπροστά από 'μένα, μέσα στο σκοτάδι, γυρίζοντας συνέχεια να με βλέπει.

Τον σταμάτησα, λίγο πριν τα σκαλοπάτια.
-Το ξέρεις, ότι αν μου δέσουν τα μάτια, και σε βάλουν με 10 άνδρες να μου αγγίξετε τα πόδια, θα καταλάβω ποιο είναι το δικό σου χέρι...;, τον ρώτησα σοβαρή.
Χαμογέλασε, και τα μάτια του έλαμψαν στο σκοτάδι...
-Αλήθεια, Αφέντρα;...
-Ναι.
-Εγώ, δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό, Αφέντρα..., είπε ήσυχα. Δεν θα άφηνα ποτέ να μου δέσει κάποιος άλλος τα μάτια.

4.3.10

Can't Get Enough

Όταν θέλω αυτό που θέλω, τι να μου κάνουν οι γενικές και τα καλάθια;
Όταν θέλω αυτό που θέλω, δεν μπορεί να μου κάνει τίποτε άλλο.
Δεν με πείθω, πως το λένε;
Δεν με ξεγελάω.
Όταν ζητάω αυτό που θα με στείλει, τι να μου κάνουν οι ασπιρίνες;

Μπήκα στο μπάνιο.
Τα μαλλιά μου ήταν χάλια...
Το έχω πει 1000δες φορές: έπρεπε να υπάρχουν και κομμώτριες SOS.
Όχι μόνο γιατροί.

-Νανά!, άκουσα μία φωνή, να φωνάζει ψιθυριστά, από το μπαλκόνι.
Βγήκα από το μπάνιο να δω, τίποτα...
Δεν πάω καλά..., σκέφτηκα.
-Νανάαα!, πάτησε γκάζι η φωνή, στον ίδιο τόνο.
Βγήκα στο μπαλκόνι, και κοίταξα δεξιά-αριστερά.

Μπροστά από το τραπέζι, στον κήπο, είχε 2 μεγάλες πικροδάφνες.
-Νανάαα, άλλαξε ο τόνος, σε νάζι.
Π
ίσω από τις πικροδάφνες, ήταν κρυμμένος ο Γ...
-Τι θες, ρε;!, άφησα το σαμπουάν στο τραπέζι, και πλησίασα τα κάγκελα.
-Νανάαα, ξαναξεκίνησε το χαϊδεμένο. Θα έρθεις...; Εμείς σε αφήσαμε να νικήσεις... Δεν είναι δίκαιο...
-Βγες, διάολε, από 'κει πίσω!, του φώναξα, κι εγώ, ψιθυριστά.
-Όοοχι..., μόλις που τον άκουσα να λέει.
-Τι "όχι", παιδί μου;! Βγες από 'κει, σου λέω!
-Να με χτυπήσεις...;, έκανε, όντως, σαν παιδί.

Μιλάμε, ο Γ, πρέπει να με φοβόταν πολύ...
-Βγες, χαρά μου, να σε δω..., του είπα μαλακά.

-Να βγάλω μόνο το κεφάλι...;, ρώτησε δειλά, και τον είδα να με κοιτάζει από το πλάϊ.
Δεν ξέρω μέχρι που, ακούστηκαν τα γέλια μου...
-Τι θέλεις, καλό μου...; Ποιος σε έστειλε...;
-Κανείς!, είπε περήφανα. Μόνος μου ήρθα!
-Και τι τους είπες; "Πάω να την πείσω";
-Όχι! Ότι πάω να πάρω τα ποτά!

Έχω πεθάνει στα γέλια, λέμε.
-Λοιπόν, πήγαινε να πάρεις τα ποτά, και θα το σκεφτώ. Εντάξει;
-Να το σκεφτείς, όμως, ε; Εμείς θα σε περιμένουμε... Να έρθεις..., έλεγε μες στο νάζι.
Μόνο αυτό μου έλειπε...
-Φύγε, διάολε! Φύγε, μη βγάλω τη σαγιονάρα και σ' αρχίσω! Φύγε, είπα!
-Φεύγω! Φεύγω!, άρχισε να τρέχει πανικόβλητος, σπινιάροντας στα χαλίκια.

Ξέχασα τον πόνο μου, αμέσως.
Έβαλα μουσική, μπήκα, λούστηκα, έκανα μπάνιο, ντύθηκα με το μοναδικό σεμνό φόρεμα που είχα βρει να πάρω μαζί μου, φόρεσα το άρωμά μου - που είχα κοντέψει να το ξεχάσω -, και κάθησα να βαφτώ.
Τι ωραίο πράγμα, να είσαι γυναίκα...
Χαιρόμουν την κάθε αλλαγή στο πρόσωπό μου, με το κάθε τι που προσέθετα.
Ό,τι είχα αρχίσει να παίρνω και χρώμα, και το αποτέλεσμα ήταν υπέροχο.

Φόρεσα τα πέδιλά μου - πρώτη φορά, μετά από μία ολόκληρη εβδομάδα... -, και βγήκα με τα μαλλιά να στάζουν, και τα τσιγάρα με τον αναπτήρα, στο χέρι.
Μόλις κατέβηκα τα σκαλοπάτια, ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να περπατήσω με τα τακούνια στα χαλίκια.
Έμεινα ακίνητη, να σκέφτομαι αν έπρεπε να τα βγάλω, μέχρι να βγω στο δρομάκι.
-Περίμενε!, ακούστηκε η φωνή του "παππού", από το μπαλκόνι του.
Σήκωσα το κεφάλι, και τον είδα να μπαίνει στο σπίτι, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Τον έβλεπα, μες στο σκοτάδι, να έρχεται σιγά-σιγά, προς το μέρος μου.
Είναι απίστευτο, πόσο ησυχία έχει στην εξοχή.
Εκτός από τα θέματά μου, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους, που δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια.
Στάθηκε πριν τα σκαλοπάτια, και μου έδωσε το χέρι του.
Κατέβηκα μέχρι το προτελευταίο.
-Πως θα περπατήσεις;, ψιθύρισε ανήσυχος.
-Μάλλον θα πρέπει να βγάλω τα πέδιλα... Δεν γίνεται αλλιώς... Και να τα καταφέρω να περπατήσω πάνω στα χαλίκια, ή θα τα χαλάσω, ή θα μου γυρίσει το πόδι... Κι εσείς, κύριε Μ, κάνατε ό,τι κάνατε για τα παιδιά... Ένα μικρό μονοπάτι, για τις κυρίες, δεν σκεφτήκατε να κάνετε;..., ψιθύριζα κι εγώ.
-Όχι! Όχι!, είπε ακόμη πιο ανήσυχος. Θα πληγώσουν τα πόδια σου..., γλύκανε. Αν ήξερα ότι θα έρθεις εσύ, όταν μάζευαν την αποθήκη, θα έφερνα κάποιον να ρίξει λίγο τσιμέντο, έτσι..., έκανε με το χέρι ένα ημικύκλιο, μπροστά από την αριστερή μεριά, που ήταν και το διαμέρισμά του.

Δεν μπορούσα να μη χαμογελάω, ρε γαμώ το...
-Δεν πειράζει, κύριε Μ..., του είπα μαλακά. Τώρα, τι κάνουμε...;
-Να πάω να φέρω το αυτοκίνητό μου;! Θα σε πάω κι εκεί που είναι να πας!, ψιθύρισε πιο έντονα.
-Τέτοια ώρα; Θα βγουν όλοι έξω... Δεν γίνεται... Λοιπόν, θα βάλω τις σαγιονάρες, θα βγω στο δρομάκι, και θα τις αφήσω εκεί. Και να τις πάρουν, αύριο φεύγουμε... Είναι το πιο λογικό. Συμφωνείτε;
-Ναι! Πάμε!

Ξεκινήσαμε να περπατάμε.
Ο "παππούς" δεν άφηνε το χέρι μου.
Το πήγαμε τσάμικο, μέχρι το δρομάκι.
Κι ας φορούσα τις σαγιονάρες...
Όταν βγήκαμε από τα χαλίκια, πήγα να τραβήξω το χέρι μου, για να βάλω τα πέδιλα.
Και τότε ο "παππούς", κατεβάζει το ένα του γόνατο στην άσφαλτο, με βοηθάει να βάλω τα πέδιλα, και παίρνει τις σαγιονάρες στο χέρι του...

Έχω πάθει σοκ...
-Θα πάω να τις αφήσω στο μπαλκόνι, κάτω από το τραπέζι..., είπε ντροπαλά, όταν σηκώθηκε.
-Γιατί το κάνατε αυτό, κύριε Μ;..., τον ρώτησα σοβαρή.
-Γιατί μου θυμίζεις τη γυναίκα μου... Έτσι ήταν κι εκείνη... Αρχόντισσα... Λεβέντισσα... Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της...
-Την αγαπούσατε πολύ..., του χαμογελούσα. Έτσι, τη φροντίζατε κι εκείνη;...
-Πιο πολύ! Ήταν πολύ καλή γυναίκα... Κι εγώ της έκανα τα πάντα... Την είχα...
-... βασίλισσα, συμπλήρωσα.
-Ναι..., στενοχωρήθηκε. Βασίλισσα... Σαν εσένα...
-Ήταν και τόσο όμορφη...;, τον πείραξα, σηκώνοντας το φρύδι.
-Όχι... δεν ήταν όσο εσύ..., είπε και έσκυψε το κεφάλι.

Τον φίλησα, απαλά, στο μάγουλο.
-Πρέπει να φύγω... Από εκεί που είναι, σίγουρα θα μας βλέπει... Δεν είναι σωστό... Θα ζηλεύει...
Ένα μικρό χαμόγελο, φάνηκε στα χείλη του.
-Εσένα θα σ' αγαπούσε... Εκείνη θα μ' έστελνε, απόψε... Θα σ' είχε σαν παιδί της...
-Χαίρομαι, γι΄αυτό που λέτε... Καληνύχτα, κύριε Μ... Ευχαριστώ...
-Καληνύχτα, Νανά... Κι αν σε πειράξει κανείς, να έρθεις να μου το πεις! Θα τον κανονίσω εγώ!
-Τέσσερεις άνδρες, με περιμένουν, του είπα συνωμοτικά. Ούτε που θα τολμήσουν!

Δεν έφυγε από τη θέση του, μέχρι που άνοιξα την πόρτα του beach bar.

3.3.10

Revanche

Στεκόμουν μπροστά τους, με τα χέρια στη μέση και τα πόδια σε διάσταση.
Δεν με έβλεπαν και καλά, γιατί η αλάνα φωτιζόταν μόνο από τα φώτα του κεντρικού.
Θα ήθελαν να γελάσουν - δεν μπορεί... -, αλλά ήταν το ύφος τέτοιο...

-Αν είστε 5, φύγετε... Αν είστε 10, ελάτε... Η Χάϊδω η πεντάμορφη, κανέναν δε φοβάται!, τους προειδοποίησα, υψώνοντας το δάκτυλο στους ουρανούς.
Τα ΄παιξαν... Όχι, θα τους άφηνα!
-Να χωριστούμε..., είπε το χαϊδεμένο.
-Ναι... να... να... χωριστούμε..., είπε το ψώνιο.
Α και Χ, άχνα.
Έβλεπαν τα χειρότερα να έρχονται...
-Τι "να χωριστούμε", ρε χαλβά!, κοίταξα υποτιμητικά τον 2ο. Εσείς μαζί, κι εγώ μόνη μου! Τη μπάλα!, κούνησα τα δάκτυλα.

Παίζουμε, τώρα...
Εγώ συνέχεια με τη μπάλα, λαχανιασμένη, και φτιαγμένη.
Γενικώς...

(Ακολουθούν στιγμιότυπα του αγώνα).

Πρώτος, ήρθε το καμάρι μου.
Οι άλλοι είχαν μείνει στα μετόπισθεν, περιμένοντας από 'κείνον να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Σου λέει, "πρώτος την αγκάλιασε, δεν του φωνάζει και πολύ, πάει με τα νερά της"...
-Το σκέφτηκες καλά...;, τον ρώτησα με ύφος.
Στάθηκε.
Καλάθι.

Τη μπάλα έπιασε ο καλός μου.
-Εσύ, είσαι δικός μου... Και σε κάνω ό,τι θέλω... Τη μπάλα...
Πάσα.
-Αυτό δεν είναι δίκαιο!, επαναστάτησε ο Β.
-Να το πεις στη μαμά σου, τον κοίταξα.
Καλάθι.

Έρχεται να μου πάρει τη μπάλα, ο Β.
-Τα βλέπεις τα μανταλάκια;... Θα σου πιάσω τ' αρχείδια και θα σ'τα κρεμάσω στο συρματόσχοινο. Κανόνισε!
Ο Α έπεσε ξερός, από τα γέλια.
-Μη γελάς εσύ... Θα φας μπουνιά!
Καλάθι.

Έκλεψα τη μπάλα από τον Β, και έβαλα καλάθι.
Ο Γ σήκωσε - με χαρά - το χέρι, για να το χτυπήσω με την παλάμη μου.
-Τι έγινε;, τον ρώτησα περνώντας από δίπλα του. Θέλεις να σ'το βάλω κάπου;...
Η χαρά, έγινε τρομάρα.

Ο Β τα 'χει πάρει στο κρανίο.
Παίζει καμπουριασμένος, κι εγώ τον έχω πιάσει από τους ώμους και τον σπρώχνω.
-Για βάλ'το..., τον προκαλώ.
Έρχεται δίπλα μου ο καλός μου.
-Του έχεις πει πόσο βαρύ χέρι έχω;
-Όχι, έχει αρχίσει να γελάει.
-Για πες του, πριν κάνει τη μαλακία... Γιατί το σκέφτεται ακόμα...
Καλάθι.

Που να τους πάρει τη μπάλα, η κοντούλα η λεμονιά;
Όταν σκίζονταν στο γέλιο, έβρισκε την ευκαιρία.
Πως την είχε πει η Βδέλλα...;
Α, ναι...
Πουτάνα.

-Βήματα!, φώναξε, κάποια στιγμή, ο Γ.
-Βήματα;..., γύρισα να τον κοιτάξω. Μέτρησες βήματα;..., τον καλόπιασα, πλησιάζοντάς τον. Θέλεις να μετρήσεις και κλωτσιές;
Μου έδωσε τη μπάλα, την πήρα αγκαλιά, και γύρισα - περπατώντας - στη μπασκέτα.
Καλάθι.

Ο Α το διασκέδαζε περισσότερο από τον καλό μου.
Έχει πιάσει τη μπάλα και την κουνάει πέρα-δώθε.
-Θα το βάλω..., με απειλεί.
-Δεν θα το βάλεις, του λέω σίγουρη.
-Θα το βάλω..., επαναλαμβάνει.
-Άκου. Είμαστε τέσσερεις. 2 στενά πιο κάτω, μένει ένας παπάς. Να πεταχτώ, μέχρι να σουτάρεις;...
Πάσα.
Καλάθι.

Αφού τους νίκησα - τίμια... - 321-0, αποφάσισα να την κάνω.
Χόρεψα τον χορό της νίκης - με λίγα λόγια, τους κούνησα τον κώλο μου -, και έφυγα με χειροκροτήματα.
Και από 'κείνους, και απ' όσους μας έβλεπαν από τα μπαλκόνια.
Πήδηξα τη μάντρα - και μέχρι να φτάσω στο διαμέρισμα -, χαιρετούσα τα πλήθη, στέλνοντάς τους φιλιά.

Τράβηξα την καρέκλα, και κάθησα, σταυρώνοντας τους αστράγαλους στα κάγκελα.
Οι ηττημένοι, ανέβηκαν τα σκαλοπάτια, και σταμάτησαν σοκαρισμένοι, όταν ανακάλυψαν τι τους είχα κάνει, υπό το φως του μπαλκονιού.
Τραβούσαν ο ένας τον άλλον, για να τον δουν καλύτερα.
"Κοίτα!", "Αυτό;!", "Εδώ, είδες;!"
-Έτσι... έτσι..., φυσούσα τον καπνό, ικανοποιημένη.

Το τι νυχιές έφαγαν όλοι τους...
Από τους ώμους, μέχρι τους καρπούς!
Σιδηροτροχιές, λέμε.
-Τι είναι αυτά;!, τόλμησε να ρωτήσει το ψώνιο.
-Σταυροβελονιά... γνωρίζεις από κέντημα;..., τον ρώτησα, χωρίς να τον κοιτάζω.
Έσβησα το τσιγάρο μου, και σηκώθηκα να δω.
Μιλάμε... είχα κάνει πολύ καλή δουλειά.

-Είμαι χρυσοχέρα... δεν μπορώ να το κρύψω... Έπρεπε να το είχατε καταλάβει από τα σουτζουκάκια... Αλλά οι ικανότητές μου - απ' ό,τι διαπιστώνετε -, δεν σταματούν στην κουζίνα..., τους είπα με ύφος, και μπήκα μέσα.
Από πίσω όλοι.
Γύρισα απότομα.
Σταμάτησαν εκεί που ήταν.
-Λοιπόν! Πηγαίνετε, ετοιμάζεστε, φεύγετε! Κι αν ξεκουραστώ, και δεν με πάρει ο ύπνος, θα έρθω κι εγώ!
Το χαϊδεμένο, έκανε να διαμαρτυρηθεί.
-Ο αρχηγός, μίλησε..., τον αγριοκοίταξα.

Έφυγαν.

2.3.10

Smoking Hot

Όταν ξύπνησα, τους βρήκα στην αυλή.
Μοίραζαν - με τις κούτες - την Coca Cola, στα πιτσιρίκι
α...
-Τι κάνετε εκεί;..., τους ρώτησα από το μπαλκόνι.
-Ξεστοκάρουμε τα αποθέματα!, φώναξε, χωρίς να γυρίσει, ο Β.

Ήταν ένα πολύ όμορφο απόγευμα.
Τα μικρά είχαν μαζευτεί σαν τις μέλισσες γύρω τους, και φώναζαν χαρούμενα.
Εκείνος, έδινε μόνο στα κορίτσια, και έβρισκε και την ευκαιρία να τους ισιώσει τα ρούχα, να τους σφίξει τα κοκκαλάκια, να τους πάρει τις αφέλειες από τα μάτια...
Τι μαρτύριο ήταν εκείνη η μέρα...

Ξαναπήγα στο δωμάτιό μου, σαν τον κατάδικο.
Δεν ήμουν καλά...
Κι όταν δεν είμαι καλά, θέλω να είμαι μόνη.
Δεν θέλω να βλέπω άνθρωπο.
Κατεβάζω ρολά, λέμε.
Και δεν μπορούσα ούτε αυτό να κάνω...

Και σαν να μην έφτανε, στην πόρτα εμφανίστηκε εκείνος...
-Τι έγινε;, τον ρώτησα ξαπλωμένη.
-Τα παιδιά πήγαν να πάρουν παγωτά. Σήμερα δεν έχουν διάθεση για τίποτα. Είναι στενοχωρημένοι που φεύγουμε...
-Χριστέ μου..., έβαλα τα χέρια στο πρόσωπό μου. Ούτε να γελάσω δεν μπορώ...
-Τι έχετε, Αφέντρα;..., ρώτησε μαλακά, αν και ήξερε.
-Εκείνοι είναι στενοχωρημένοι που φεύγουμε, κι εγώ δεν βλέπω την ώρα..., ανασηκώθηκα.

Είδε τη γυναίκα να κάθεται οκλαδόν, και χαμογέλασε.
-Μη γελάς... Δεν είμαι καλά...
-Ούτε εγώ, Αφέντρα..., σοβάρεψε. Δεν το πιστεύω ότι το λέω... αλλά θα ήταν καλύτερα να μην ήμασταν μαζί...
-Ναι! Ναι!, ξέσπασα και σηκώθηκα όρθια, στα γόνατα. Δεν θα ήταν καλύτερα;! Γύρισε επάνω μας! Πως δεν το είχαμε δει να 'ρχεται;!, άρχισα να γκρινιάζω. Τι σε πείραζε να ήσουν άλλη μία εβδομάδα μακριά;! Τι μου ήρθε κι εμένα και συμφώνησα;! Δεν περνάω, πια, καλά... Θέλω να φύγουμε..., κλαψούρισα.
Δεν άντεχα άλλο.

Ο Χ, είχε αλλάξει έκφραση.
Έβλεπε το κοριτσάκι, να του κάνει παράπονα...
Δεν κρατήθηκε.
Πήγε να με αγκαλιάσει.
-Μη!!!, σήκωσα το δάκτυλο. Μην-κάνεις-βήμα..., έκλεισα τα μάτια, κουνώντας το σε κάθε συλλαβή. Αν μπορούσες να μπεις μες στο μυαλό μου, αυτή τη στιγμή, θα έφευγες τρέχοντας! Όχι από ΄δω! Από την χώρα!, άνοιξα τα μάτια.

Σηκώθηκα όρθια, και τον κοίταξα με ένα πολύ δαιμονισμένο βλέμμα.
Μόλις είδε την Barbarella να πλησιάζει, έκανε λίγο πίσω, κι έβαλε το κεφάλι στους ώμους, φοβισμένος.
Κοιτούσε τα πάντα επάνω μου, με επιμονή, όμως, στα χείλη.
-Μη με κοιτάς! Κάτω τα μάτια!, έδειξα με το δάκτυλο το πάτωμα. Δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά φρόντισε να εξαφανιστείτε! Θέλω να μείνω μόνη μου! Έχω συσσωρεύσει τόση ενέργεια μέσα μου, που αν με ξαναπλησιάσεις, δεν το ΄χω σε τίποτα να σε κάνω σκόνη! Μακριά, λοιπόν! Άσε με να ξεσπάσω στα σφουγγαροξεσκονόπανα, και πάρ'τους να φύγετε! Δεν είμαι καλά! Να κουραστώ, να πέσω ξερή για ύπνο, να μη σκέφτομαι! Αυτό θέλω! Μπορώ;! Εξαφανίσου, τώρα!

Έκανε δύο βήματα πίσω, και με σκυμμένο το κεφάλι, βγήκε από το δωμάτιο.
Έκλεισα, με δύναμη, την πόρτα.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα ακίνητη, με κλειστά τα μάτια, προσπαθώντας να ηρεμήσω...

Όταν βγήκα, κάθονταν στο μπαλκόνι.
Ο Α σηκώθηκε να μου δώσει τη θέση του, και μου είπε ότι ο Χ θέλει να πάνε μία βόλτα με το αυτοκίνητο, για να γυρίσουν λίγο το μέρος, πριν φύγουμε.
-Θα έρθεις μαζί μας;, ρώτησε το χαϊδεμένο.
-Δεν υπάρχει περίπτωση!, του απάντησα έντονα. Θα μείνω να μαζέψω το σπίτι, για να το παραδώσουμε αύριο, όπως πρέπει.
-Εμείς θα τα κάνουμε αυτά! Αύριο!, πετάχτηκε ο Β. Μας έχεις στρώσει στις δουλειές, τόσες μέρες, θα το χαλάσουμε
στο τέλος;!
-Δεν αφήνουμε ποτέ τις δουλειές μας, τελευταία στιγμή, δήλωσα αυστηρά. Αύριο πρέπει να είμαστε ξεκούραστοι για το ταξίδι. Ιδίως, αν βγούμε απόψε. Κι εξ' άλλου, δεν μπορώ να κάθομαι άλλο... Μου την έχει δώσει!
-Μα κάνουμε τόσα πράγματα! Πάμε για μπάνιο, μαγειρεύουμε, παίζουμε χαρτιά!, προσπάθησε με πείσει.

Τι να του πεις, τώρα..., σκέφτηκα.
"Στ΄αρχείδια μου όλα!"; "Εγώ έχω άλλα προβλήματα!"; "Τι να μου κάνουν οι κατσαρόλες, εγώ θέλω τον φίλο σου!";
Σταμάτησα τις σκέψεις.
Θα πήγαιναν πολύ μακριά.
Πάλι...

-Εμμμ... θέλεις να αρχίσουμε τα περί αρχηγού...;, τον ρώτησα με ύφος.
-Αφού αυτό θέλει, γιατί την πιέζεις;, με υπερασπίστηκε το χαϊδεμένο. Θέλεις να τσατιστεί και να μην έρθει το βράδυ, μαζί μας;
-Αυτός είναι ο άνδρας της ζωής μου, έδειξα με το χέρι τον Γ, από πάνω μέχρι κάτω, σαν να ήταν ηλεκτρική συσκευή σε τηλεπαιχνίδι. Εσείς, ακόμη, είστε στην κοσμάρα σας...
-Ε, τότε να φύγουμε..., άλλαξε γνώμη ο Β. Να πάμε, για να γυρίσουμε νωρίς, να ετοιμαστούμε για έξω.
-Γιατί να γυρίσετε νωρίς;!, αντέδρασα. Νομίζετε ότι έτσι γίνεται ένα σπίτι, όπως πρέπει;! Με τις τσαπατσουλιές τις δικές σας;! Θέλω τον χρόνο μου! Με την ησυχία σας, εσείς! Σε club θα πάμε. Όχι στον εσπερινό!
Έφυγαν.

Το τι τρίψιμο, και το τι γυάλισμα έπεσε...
Τέρμα η μουσική, κι εγώ να τα βάζω με τα πατώματα.
Πως δεν κατέβασα και καμμιά κουρτίνα, να τη βάλω στη σκάφη...
Όχι το σπίτι να καθαρίσω...
Να ρίξω πέδιλα για το Empire State!
Γινόταν; Θα το έκανα!
Τι να μου πει ένα καθαρό διαμέρισμα;...
Εγώ ήθελα τους Κόπρους του Αυγεία, για να 'ρθω στα ίσα μου.

Μέχρι να αρχίσω, το τελείωσα...
Έκανα ένα μπάνιο, και βγήκα στο μπαλκόνι με το βιβλίο, που τόσες μέρες, ανάθεμα κι αν είχα διαβάσει 10 σελίδες.
(Που κανονικά, εγώ, σε μία εβδομάδα, θα τελείωνα το 2ο...)
Τι να διαβάσω, όμως, που δεν μπορούσα να σταυρώσω σελίδα...
Που μπροστά μου - σαν Κλασσικά Εικονογραφημένα -, έβλεπα Διόνυσο, Σάτυρο και Σιληνούς, να οργιάζουν...
Άντε, πάλι, να βγάζω τα εμβαδά του διαμερίσματος, πάνω-κάτω, με το τσιγάρο στο χέρι.

Είχε αρχίσει να βραδιάζει, όταν ήρθαν.
Εκείνοι μιλούσαν, εγώ έπαιζα σε άλλο σταθμό.
-Ρε!, βρήκε η αναλαμπή τον Β. Τόσες μέρες, δεν πήγαμε μία, να παίξουμε κανά διπλό
!
Η βελόνα, σκράτσαρε στο βινύλιο.

Κοίταξαν τις μπασκέτες.
Σηκώθηκα κι εγώ, να τις δω, με γουρλωμένα μάτια.
Η σωτηρία μου, ήταν απέναντι, κι εγώ καθόμουν ακόμη;!

-Πάμε!, άρχισα να χορεύω, τον γνωστό χορό της νίκης, πανηγυρίζοντας.
-Που πάμε;, ρώτησε, σηκώνοντας τους ώμους.
-Να σας σκίσω!
-Θα έρθεις κι εσύ;!, τρελάθηκε ο Α.
-Που;! Θα αφήσετε πίσω τον αρχηγό;! Είστε καλά;!
-Θα παίξεις basket, μαζί μας...; Εσύ δεν ήρθες ούτε βόλτα με το αυτοκίνητο!, αντιμίλησε το χαϊδεμένο.
-Ρε, άντε μου στον διάολο! Παραγνωριστήκαμε! Πάρ'τε τους κώλους σας από 'δω!
Πάω να αλλάξω κι έρχομαι!
-Πάμε... θα φάμε ξύλο...!, έσπρωξε τους άλλους ο Β, και κατέβηκαν τρέχοντας στην αυλή.
-Καλομελέτα!, του φώναξα από το μπαλκόνι.

Μπήκα, σίφουνας, στο δωμάτιο και άνοιξα τη βαλίτσα μου.
Βρήκα ένα λινό παντελόνι, το γύρισα μέχρι τα γόνατα, βγήκα στο μπαλκόνι, πήρα 3-4 μανταλάκια, έπιασα τα γυρίσματα, βρήκα 3-4 λάστιχα, τα έβαλα από πάνω για σιγουριά, ξαναμπήκα στο δωμάτιο, βρήκα ένα T-shirt, το έδεσα κόμπο στο πλάϊ, ξαναπήγα στην κουζίνα, πήρα 2 λαστιχάκια, έδεσα τα μαλλιά μου δεξιά-αριστερά σε αλογοουρές, ξαναμπήκα στο δωμάτιο, ξέθαψα το riding crop - που μέχρι εκείνη τη μέρα το κοιτούσα κι αναστέναζα - και το φίλησα από τη χαρά μου.
-Η μαμά, πάει να σφίξει κώλους!, του είπα. Μείνε ήσυχο!
Το ξανάθαψα, έβαλα τα χέρια κάτω από το T-shirt, έσφιξα τον στηθόδεσμο όσο πήγαινε, και βγήκα με τις σαγιονάρες στο μπαλκόνι.

Πρέπει να ήμουν το πιο γελοίο θέαμα του κόσμου, εκείνη τη στιγμή...
Αν έπαιζα σε ταινία, θα ήταν μία του Βέγγου.
(Με εκείνη τη μουσική, που αναρωτιέσαι ποιος μπορεί να την έγραψε...;)
Έτρεξα στην αυλή, και πήδηξα τη μάντρα που χώριζε το οικόπεδο.
Εκείνοι κυνηγιόνταν, προσπαθώντας να πάρουν τη μπάλα.

-Άντε, μουνάκια! Τι έγινε;! Θα παίξουμε τίποτα;!

1.3.10

The Last Day

Εκείνη την ημέρα, δεν ήταν για να μου φέρνει κανείς αντιρρήσεις.
Η Domme τα 'χε πάρει στο κρανίο, κανονικά, και δεν σήκωνε κουβέντα.
Καλή-καλή, αλλά μην τη ξεσηκώσεις...
Θα σε γαμήσει...

Δεν είχα ελευθερία, δεν είχα άνδρα, δεν είχα sex.
Ήμουν μία ωρολογιακή βόμβα, που ο χρόνος έκρηξης, ήταν ζήτημα λεπτών.
Κι επειδή, κανείς δεν ήξερε τι ζημιές θα προκαλούσε, καλό θα ήταν, να ήμασταν όλοι σε απόσταση ασφαλείας.
Κυρίως, εκείνος...

Σηκώθηκα, τράβηξα τη μπαλκονόπορτα, σηκώθηκε με κοίταξε, ίσα που τον διέκρινα από τη θολούρα μου, κόντεψα να βάλω τα κλάμματα από τα νεύρα, πήγα στη θάλασσα, έβριζα τον ήλιο, στριφογύριζα πάνω στην ξαπλώστρα, γύρισα αμίλητη, έπαιξα θέατρο μέχρι να φύγουν, έκανα μπάνιο χτυπώντας τα αφρόλουτρα στα ράφια, ήρθε ο "παππούς" ξεχάστηκα για λίγο, αλλά μέχρι εκεί.
Βρήκα τοίχο.

Όταν γύρισαν, τους είπα πριν μπούμε στην κουζίνα, να πάνε να πουν στον "παππού" να έρθει για φαγητό.
Δεν ήταν σωστό, μετά από όσα έκανε για 'μας, να μη φάει μαζί μας, έστω την τελευταία μέρα.
Πήγαν όλοι μαζί, αλλά δεν τα κατάφεραν.
Τους έβαλα να ξεκινήσουν τα φαγητά, και βγήκα από το διαμέρισμα.
Μόνο το μαχαίρι που δεν κρατούσα...

Του χτύπησα την πόρτα, και έβαλα τα χέρια στη μέση.
Όταν άνοιξε και με είδε, έμεινε καρφωμένος εκεί που ήταν.
-Δεν θα ακούσω καμμία δικαιολογία, του είπα κοφτά. Θα έρθετε να φάτε μαζί μας, θέλετε δεν θέλετε. Και δεν θα ξανάρθω! Μόνο μη με αναγκάσετε να ξανάρθω. Σήμερα είναι η τελευταία μέρα, και θα μαγειρέψω εγώ. Δεν θα δεχθώ να αγνοήσετε τα εδέσματά μου. Το καταλάβαμε;! Θα αφήσω την πόρτα ανοικτή. Ετοιμαστείτε και ξεκινήστε. Αμέσως!
Δεν περίμενα την απάντησή του.
Έφυγα.

Ήθελα να τους διώξω όλους από την κουζίνα - για να μείνω μόνη και να απορροφηθώ -, αλλά εκείνοι μέρα με τη μέρα, ενθουσιάζονταν τόσο με τη μαγειρική, που δεν μπορούσα να το κάνω.
Εκεί που άνοιγα τις μελιτζάνες που μου είχε φέρει, και οι άνδρες ήταν απασχολημένοι με ό,τι τους είχα αναθέσει, μπήκε στην κουζίνα ο "παππούς".
Παράτησαν ό,τι έκαναν, και άρχισαν να χειροκροτούν.
Γύρισα, ξαφνιασμένη - βγαίνοντας από τις σκέψεις μου, τις πολύ βρώμικες σκέψεις μου... -, και τον είδα μπροστά μου.
-Σ' έριξε, κύριε Μ;!, τον είχε πιάσει ο Γ από τους ώμους.
-Έτσι όπως μου τα 'πε, φοβήθηκα!, έκανε μία αστεία κίνηση, προς τα πίσω.
-Άσε, κύριε Μ! Κι εμείς την τρέμουμε, δεν είσαι ο μόνος!, τον καθησύχασε ο Β. Αλλά μία την έχουμε! Τι να κάνουμε;!

Όλοι γελούσαν.
Εγώ ήμουν σκυμμένη πάνω από τις μελιτζάνες, και χαμογελούσα.
Δεν είχα τόση διάθεση.
Μετά σκέφτηκα ότι ήταν η τελευταία μέρα, και ότι έπρεπε να πιέσω τον εαυτό μου, γιατί δεν άξιζε.
-Θα φτιάξω παπουτσάκια, η σπανακόπιτα είναι μέσα στον φούρνο, ο πουρές είναι έτοιμος, έχουν βράσει και τα βλήτα που φέρατε, και μέχρι να γίνουν και τα σουτζουκάκια και να φάμε, θα έχει ψηθεί και το cake, ανακοίνωσα.
-Ξέρετε να φτιάχνετε παπουτσάκια...;, με πλησίασε ο "παππούς" και σοβαρεύτηκε απότομα.
-Φυσικά..., τον κοίταξα και του χαμογέλασα.
-Και σουτζουκάκια;!, δεν μπορούσε να το πιστέψει.
-Με πολύ κύμινο και σκόρδο..., κούνησα το κεφάλι.

Σαν να βούρκωσε...
Τα παιδιά αναστατώθηκαν, και μαζεύτηκαν γύρω του.
-Έλα, τώρα, κύριε Μ!, του είπε ο Χ. Για το κύμινο...;, προσπάθησε να αστειευθεί.
-Για την Νανά..., είπε εκείνος, κοιτάζοντάς τον. Να την προσέχετε... Είναι καλό κορίτσι... Να μην αφήσετε να πέσει στα χέρια κανενός αλήτη. Να τον έχετε από κοντά. Να την έχει βασίλισσα... Να της φιλάει τα χέρια... Είναι πολύ άξια...

Ο "παππούς" μας έκανε όλους σκατά.
-Έχω άνδρα, κύριε Μ, του είπε γρήγορα κάποιος μηχανισμός μέσα μου, για να προλάβει τα χειρότερα. Εγώ είχα φύγει...
-Έχεις;!, ρώτησε με διάπλατα ανοικτά μάτια.
-Ναι, τον καθησύχασα. Και με έχει σαν βασίλισσα, και μου φιλάει τα χέρια... Μη στενοχωριέστε...
-Και που είναι;, ρώτησε περίεργος.
-Δεν είναι εδώ... εννοώ στην Ελλάδα... Λείπει στο εξωτερικό..., έψαξα να βρω κάτι να πω.
-Και σε αφήνει μόνη;, τα έκανε πάλι σκατά. Εγώ, αν ήμουν, δεν θα σε άφηνα από τα μάτια μου!, ύψωσε τη φωνή του.

Με την άκρη του ματιού μου, έπιασα τον Χ να κλείνει για λίγο τα μάτια και να σφίγγει τα χείλη, γυρίζοντας από την άλλη.
Ο Α ξεσηκώθηκε, και πριν προλάβω να πω κάτι, έκανε νόημα στους άλλους.
-Με τη συζήτηση, θα μας κάνεις να κάψουμε κανένα φαγητό, κύριε Μ!, έκανε ότι χαμογελούσε. Και ποιος την ακούει μετά! Θα βάλει τον καλό της να μας δείρει!, κοίταζε τους υπόλοιπους.
Τον έπιασαν στην κουβέντα, τον πήγαν στο σαλόνι για λίγο, εκείνος ξεχάστηκε, ο Χ, όμως, κατέρρεε στο μπαλκόνι της κουζίνας...
Ακούμπησα το κεφάλι μου στα ντουλάπια, και έκλεισα τα μάτια.
Είχα πιάσει πάτο.

Και τότε ξεμπλοκάρισα.
"Όχι, ρε πούστη!", σκέφτηκα. "Δεν θα το επιτρέψεις! Τελευταία μέρα, σήμερα! Δεν θα αφήσεις να χαλάσουν όλα, την τελευταία στιγμή! Έλεγχος! Είναι όλα εκτός ελέγχου! Ξεκίνα να μαζεύεις!"
Βγήκα στο μπαλκόνι.
Τον έπιασα από τον πήχυ και τον γύρισα προς το μέρος μου.
-Είμαστε εδώ, του είπα σκληρά. Και οι δύο. Δεν θα λυγίσει κανείς μας, τώρα. Ήθελες να είμαι μαζί σου. Είχε κόστος. Δεν το σκεφτήκαμε. Ούτε εγώ, ούτε εσύ. Ok. Λοιπόν! Εγώ, πληρώνω. Εσύ, μπορείς;
-Μπορώ, Αφέντρα, είπε πεισμώνοντας, και κοίταξε τα χείλη μου.
-Πολύ καλά. Και άσε τα "Αφέντρα"! Αυτά να μου τα πεις αύριο, όταν θα είμαστε μόνοι. Όχι τώρα, που την κρατάω με νύχια και με δόντια, μη σου χυμήξ
ει!

Μπήκα στο σπίτι και στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας του σαλονιού, με τα χέρια στη μέση.
-Να σας πω, κύριε Μ! Σας φώναξα να φάμε. Όχι να μου ξεμυαλίσετε τους βοηθούς κουζίνας! Λοιπόν! Όλοι μέσα! Δουλειά! Ακόμα;!
Οι άνδρες πέρασαν από δίπλα μου, χωρίς να καταλαβαίνουν τι είχε γίνει, και με κοιτούσαν παραξενεμένοι.
-Να βοηθήσω κι εγώ;, στάθηκε μπροστά μου ο "παππούς".
-Αυτό θα είναι το καλύτερό μου!, είπα ενθουσιασμένη.

Άναψα ένα τσιγάρο, και ακούμπησα στο κάσωμα της κουζίνας, απολαμβάνοντας τους άνδρες να κάνουν από κάτι ο καθένας, να μιλάνε, να γελάνε.
Ο Α με πλησίασε, έχοντάς τους πλάτη.
-Ο παππούς, ο άνδρας σου και οι τρεις γιοι σου...;, ρώτησε γλυκά.
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι, σφίγγοντας τα χείλη, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
-Όλοι σ' αγαπάμε, Νανά... Να είσαι σίγουρη.
-Κι ας με φοβάστε...;
-Κι ας σε φοβόμαστε...
-Μπορείς να τους πάρεις όλους, μόλις σου κάνω νόημα; Μέχρι να βάλω μία τηγανιά πατάτες;...
-Άνετα!, κατάλαβε.

Τους πήρε.
Αλλά ο χαϊδεμένος, τρύπωσε στην κουζίνα, μόλις τις έβγαλα από το τηγάνι.
Πήρε μία πατάτα και την έβαλε στο στόμα, πριν προλάβω να τον σταματήσω.
-Φτύσ'την! Από ποιον πήρες άδεια, διάολε; Φτύσ' την, γρήγορα!
Ο Γ, άφησε την πατάτα να βγει από το στόμα του, στην παλάμη μου. Είχε καεί.
-Μήπωθ είναι του Χ...;, άρχισε να παίρνει στροφές.
-Πήγαινε να τους φωνάξεις, μη σου γαμήσω! Πήγαινε! Διάολε...

Φάγαμε στην τραπεζαρία.
Ήταν από τα ωραιότερα τραπέζια, που έχω κάνει.
Ο "παππούς" ήταν πανευτυχής, τα παιδιά έτρωγαν μέχρι σκασμού.
Ο Χ - όταν του έβαλα μπροστά το πιάτο με τις πατάτες -, κοίταξε ενοχικά τους φίλους του, τον κοίταξαν κι εκείνοι - χωρίς να σταματήσουν να μιλούν με τον καλεσμένο μας -, και του χαμογέλασαν, κατανοώντας και επιδοκιμάζοντας την εξαίρεση που έκανα.
Αφού φάγαμε, του είπαμε ότι θα φύγουμε την άλλη μέρα το μεσημέρι - για να μη βρούμε κίνηση -, έφυγε ευχαριστημένος.

Μάζευαν το τραπέζι, αμίλητοι.
-Τι μούτρα είναι αυτά;!, τους επέπληξα.
-Αύριο φεύγουμε..., είπε λυπημένα ο Γ.
-Και τι ήθελες; Να μείνουμε εδώ για μια ζωή;!
Δεν μιλούσε κανείς.
Μπήκα ανάμεσά τους.
-Για ακούστε, όλοι σας! Λυσσάξατε να βγούμε και να βγούμε! Και σήμερα που το πήρα απόφαση, θα είστε σαν κλαμμένα μουνιά;! Πολύ καλά, λοιπόν! Ούτε εγώ θα σας μιλάω! Αν θέλετε να το πάμε έτσι, μέχρι να φύγουμε, δεν έχω αντίρρηση! Ό,τι θέλετε!
"Όχι!" "Όχι!", έτρεξαν να με πιάσουν, για να μου αλλάξουν γνώμη.
-Ναι! Ναι!, τους έλεγα, προσπαθώντας να ξεφύγω από τα χέρια τους. Μούτρα, δεν θέλατε;! Τώρα θα δείτε!
-Έλα, Νανάαα... Να βγούμεεε..., παρακάλεσε ο Β.
-Εμ, βέβαια!, είπα αγανακτισμένη. Ο κώλος σου θέλει "έξω"! Στ' αρχείδια σου, ότι μου χαλάτε τη διάθεση! Ε, λοιπόν, οι κώλοι σας θα βγουν χωρίς τον δικό μου! Αφού έτσι το θέλετε!

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
-Με χρίσατε "αρχηγό της παρέας"!, συνέχισα μες στα νεύρα. Και τώρα κάνετε ό,τι θέλετε εσείς;! Να μου πείτε ποιος είναι ο νέος, να ξέρω!
-Όχι, Νανά!, πετάχτηκε το χαϊδεμένο. Εσύ είσαι ο αρχηγός της παρέας!
-Τότε να σταματήσετε τις μαλακίες, και να μαζέψετε το τραπέζι!, είπα φωνάζοντας στο πρόσωπό του. Γρήγορα! Μάζεμα, πλύσιμο, σκασμός για μεσημέρι! Κουνηθείτε, λέμε!, άρχισα να χτυπάω τα χέρια μου. Άντε, γιατί πολύ χαλαρώσαμε εδώ μέσα!

Μπήκα στο δωμάτιό μου, αφήνοντάς τους να τελειώσουν την κουζίνα.
Έβγαλα τα ρούχα μου, ξάπλωσα, κι έκλεισα τα μάτια.
"Κουράγιο...", είπα στον εαυτό μου. "Πάει και το μεσημέρι..."

28.2.10

Sun Effects

Το αγαπημένο μου στοιχείο της φύσης, είναι ο άνεμος.
Λατρεύω τους βοριάδες.
Κι αν είναι και θυελλώδεις, φτιάχνομαι τόσο, σαν να έχω βάλει τη μούρη μου μέσα σε ένα βουνό από coca.
Και γενικά.
Μου αρέσει η κίνηση. Σε όλα.
Ρούχα, μαλλιά, μουσική, τέχνες, κείμενα.

Αγαπάω, όμως, και το υγρό στοιχείο.
Τους καταρράκτες, κυρίως.
Και τα ποτάμια - όσο πιο ορμητικά, τόσο πιο καλά.
Μισώ τις λίμνες και τα λιμάνια.

Η θάλασσα είναι, για μένα, κάτι διαφορετικό.
Είναι ποίηση...
Δεν ξέρω γιατί.
Ίσως επειδή, τη βλέπω σαν γυναίκα.
Τη βλέπω σαν Domme...

Μπορεί να αλλάξει διάθεση, χρώματα, είναι απρόβλεπτη, τα νερά της μπορεί να είναι σμαραγδένια διάφανα, αλλά και σκοτεινά, σχεδόν μαύρα, μπορεί να είναι ζεστή, αλλά εκεί που στέκεσαι, να περνούν ψυχρά ρεύματα, κι εκεί που πας να αφεθείς, να ανατριχιάζεις ολόκληρος, και να σε ακινητοποιεί, ξεβράζει ό,τι της είναι άχρηστο, κρύβει θησαυρούς, στα σπλάχνα της γεννιούνται αμέτρητες ζωές, εμπνέει τους καλλιτέχνες, μαγεύει τους ναυτικούς.

Αυτό που με τρελαίνει, όμως, είναι όταν εκείνη θέλει, ανοίγει αυτή την τεράστια, αλμυρή αγκαλιά της, κι εσύ βουτάς μέσα της γυμνός.
Kι εκείνη αρχίζει να σε σηκώνει ψηλά...
Κι όσο κι αν τη φοβάσαι, αφήνεσαι να σε ξεμυαλίσει...
Όσο πιο πολύ της παραδίδεσαι, τόσο πιο πολύ σε καλεί να προχωρήσεις στα βαθιά...
Όσο πιο μακριά κολυμπήσεις στα κύματά της, τόσο πιο μικρός αισθάνεσαι...
Αλλά όσο πιο βαθιά της μπεις, τόσο πιο ψηλά σε σηκώνει...

Φωτιά, για μένα, σημαίνει ήλιος.
Τον ήλιο, τον βλέπω σαν γκόμενο.
Είναι εκεί.
Μπορεί να σου δώσει ζωή ή να σε κάψει ζωντανή.
Εκεί που σε χαϊδεύει, μπορεί να σε δαγκώσει.
Μπορείς να περπατήσεις στη σκιά, για να τον αποφύγεις ή στη μέση του δρόμου, για τον νοιώσεις.
Εκείνος έχει συγκεκριμένη τροχιά, συγκεκριμένη ένταση, συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εμφάνισης, συγκεκριμένη επίδραση σε συγκεκριμένες περιόδους.
Κι από 'σένα εξαρτάται, πως θα σου συμπεριφερθεί...

Η γη, είναι μάνα.
Και για τη μάνα, δεν μιλάς.
Αισθάνεσαι.

Το καλοκαίρι, για 'μένα - μέχρι και έναν χρόνο πριν γνωρίσω τον Χ -, σήμαινε θάλασσα.
Μόνο.
Μου αρέσει, απίστευτα, το πρωϊνό μπάνιο, όταν η παραλία είναι άδεια, όταν έχω τη θάλασσα όλη δική μου.
Θέλω να είμαι μόνη μου, να κλωθογυρίζω μέσα στο νερό, να βλέπω τον ήλιο να ανεβαίνει ψηλά.
Όταν ο ήλιος φτάσει στο ψηλότερο σημείο, θέλω να φύγω.

Ένα έτος πριν τη γνωριμία μας, όμως, ανακάλυψα ότι είχα ένα θέμα με τον ήλιο...
Εκεί που ήμουν ξαπλωμένη στην παραλία, με μεγάλη παρέα, άρχισα να ψιλοθολώνω...
Να βλέπω τους γκόμενους, που περνούσαν από μπροστά μου, με άλλο μάτι... Υγρό...
Οι ενδορφίνες μου; Οι σεροτονίνες μου; Οι ντοπαμίνες μου;
Μια φορά, γκόμενα την είχε κάνει τη δουλειά.
Ο ήλιος και οι γκόμενες φασώνονταν, και την πλήρωνα εγώ.
Και μαζί με ΄μένα, την πλήρωνε και κάποιος που δεν χρωστούσε.
Όχι, ότι δεν του άρεσε...

Στα παιδιά, είχα πει το θέμα μου με τη θάλασσα, αλλά είχα αποκρύψει - επιμελώς... - το θέμα μου με τον ήλιο.
Δηλαδή, ότι μου αρέσει το μπάνιο στη θάλασσα, όταν ακόμα είμαι ζεστή από τον ύπνο, κι όταν την έχω κοντά μου, θέλω να πάω εκεί, αμέσως μόλις ξυπνήσω.
Και αυτή ήταν και η αλήθεια.
Όταν, όμως, με ρώτησαν γιατί δεν μένω, μέχρι να έρθουν κι εκείνοι, τους είπα ότι το δέρμα μου είναι πολύ ευαίσθητο, και καίγεται.
(Θα μπορούσε. Δεν θα μπορούσε;)
Είπαν κάτι για τις ομπρέλες, είπα κάτι σαν "και τι να το κάνω να κάθομαι;", και τους έπεισα.

Σίγουρα, δεν θα ήθελα να είμαι μαζί με τους φίλους του και να γυρίζω με το μαγιώ μπροστά τους, αλλά κι αυτό να μην ήταν, τι θα μπορούσα να κάνω με τον Χ, όταν το μάτι μου θα είχε αρχίσει να γυαλίζει;...
Ήλιος. 1 το κρατούμενο.

Όσο εκείνος έλειπε στα εξωτερικά, ήταν καλά.
Ό,τι κι αν μου ερχόταν, έλεγα "όπου να 'ναι, θα 'ρθει".
Κανένα πρόβλημα.
Τότε, όμως, ήταν η πρώτη φορά, που ήμασταν μαζί, για μία ολόκληρη εβδομάδα, και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα...
Άνδρας. 2 τα κρατούμενα.

Το γεγονός, ότι έπραττε ό,τι του είχα ζητήσει, με έκανε χειρότερα.
Δεν μου μιλούσε πολύ, δεν με κοιτούσε πολύ, δεν με πλησίαζε πολύ.
Κάθε πρωΐ, μόλις άκουγε τη συρόμενη, ανασηκωνόταν στο κρεβάτι του, και με κοίταζε με ένα ύφος, λες και τον εγκατέλειπα.
Κοιταζόμασταν για λίγο, και δεν ξέρω πως έπαιρνα τα πόδια μου, για να φύγω.
Προς το τέλος, δεν μπορούσα να τον δω καθαρά..
.
Υποταγή. 3 τα κρατούμενα.

Πόσο Domme, μπορεί να είσαι;
Πόσο Κυριαρχική, μπορεί να είσαι;
Το ότι είσαι Γυναίκα, μπορείς να το ξεχάσεις;
Πόση υπομονή και εγκαρτέρηση, πια;

Όταν ξημέρωσε Παρασκευή, ήμουν πέρα από τα όριά μου.
Είχε καρφωθεί κι αυτό το "ήταν" του, στο μυαλό μου...
Είχα γίνει, λέμε.
Ένα. Με τους χασίκλες και τα τζάνκια.

Άρχισα να τρώω τις σάρκες μου.
"Εσύ φταις! Τι τα ήθελες τα παραδείγματα;! Τι σε πείραξε η Coca Cola;! Άσ' τον εκεί, να του πέσουν τα δόντια! Δεν ήθελες να μπουκωθείς με το λουκανικάκι, και να βγάλεις τον σκασμό! Κοίτα τι έκανες τώρα! Όχι, κοίτα τι έκανες!"

Κι όμως.
Ήταν αδύνατον να με συνεφέρω.
Ένας, μόνο, μπορούσε.
Και το όνομά του, ήταν Χ.

Ναι.
Αυτός με τη γαμημένη την Coca Cola.

27.2.10

Confessions

Έσβησα το φως του μπαλκονιού, και κάθησα πολλή ώρα, με τους αγκώνες πάνω στο τραπέζι, κρατώντας το κεφάλι μου με τις παλάμες.
Η ναυτία δεν έλεγε να περάσει.
Μέσα στο σκοτάδι, προσπαθούσα να διώξω το "ήταν" του, και ό,τι συνέβη πριν φύγουν.

Σηκώθηκα αργά, άναψα ξανά το φως, κι άρχισα να μαζεύω το τραπέζι.
Μόνο μία γυναίκα μπορεί να καταλάβει, πόσο σωτήριο είναι να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού, όταν δεν είσαι καλά, όταν προσπαθείς να ξεκολλήσεις από κάτι...
Έπλυνα τα πιάτα, τα σκούπισα, τα έβαλα στη θέση τους, και δεν έμεινε τίποτε άλλο που θα μπορούσα να κάνω.
Έβγαλα τα ρούχα μου, έσβησα όλα τα φώτα, άναψα τσιγάρο, και άρχισα να πηγαινοέρχομαι σε όλο το διαμέρισμα.

Μετά από λίγη ώρα, μέσα στην ησυχία, άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Πλησίασα την ανοικτή μπαλκονόπορτα, και έβαλα το χέρι που κρατούσα το τσιγάρο, πίσω μου.
Με το αμυδρό φως, από τα φώτα του κεντρικού, διέκρινα τέσσερεις φιγούρες, να έρχονται προς το διαμέρισμα.
Δεν προλάβαινα να κλείσω το παντζούρι, κι έτρεξα πανικόβλητη να ντυθώ.
Κάτι δεν πήγε καλά...

Όταν άνοιξα την πόρτα, τους βρήκα να αφήνουν τα πράγματά τους στην τραπεζαρία.
Ήταν αμίλητοι, αδιάθετοι.
-Δεν κοιμήθηκες, Νανά;, ρώτησε ο Α.
-Όχι. Γιατί γυρίσατε;, ρώτησα πολύ σοβαρή.
Καμμία απάντηση.
Μείναμε για λίγο αμήχανοι.
Πέρασα ανάμεσά τους, έκλεισα παντζούρι και παράθυρο.
-Ανοίξτε τα air condition, βάλτε κάτι να πιούμε, και ελάτε να μιλήσουμε.

Πήγαν όλοι στην κουζίνα, κι εκείνος έμεινε να με κοιτάζει.
Ξέραμε ότι ήρθε αυτή η στιγμή, που αν δεν κάναμε μαζί αυτές τις διακοπές, μπορεί και να μην έρχονταν ποτέ...
Κάθησα οκλαδόν στο κρεβάτι του, και έπαψα να τον κοιτάζω κι εγώ, περιμένοντας να έρθουν οι υπόλοιποι.
Πήγαν να τραβήξουν καρέκλες.
-Όλοι κάτω. Στο πάτωμα, είπα ήρεμα.
Κάθησαν ένας-ένας οκλαδόν, απέναντί μου. Εκείνος στεκόταν όρθιος, ακόμη.
-Κι εσύ, του είπα στον ίδιο τόνο.

Δεν μιλούσε κανείς.
Κάπνιζαν, έπιναν, αλλά δεν έβγαζαν μιλιά.
-Λοιπόν; Γιατί γυρίσατε;
Τίποτα.
Τους κοιτούσα προσεκτικά, προσπαθώντας να βρω ένα ύφος να εξηγήσω.
-Τσακωθήκατε;..., έπρεπε να απομονώσω αυτή την περίπτωση.
Αρνήθηκαν έντονα.
-Έχει να κάνει με τον Χ;
Σιώπησαν οι μισοί.
-Έχει να κάνει με 'μένα, λοιπόν...
Σιώπησαν όλοι.

Πήρα βαθιά ανάσα, και άναψα ένα τσιγάρο.
-Ok, είπα φυσώντας τον καπνό. Ακούω.
Τίποτα.
-Να αρχίσω εγώ, τότε. Αυτό που έχω μ' εκείνον, δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Αλλά και να μπορούσα, δεν θα το έκανα. Σιχαίνομαι να μιλώ και για 'μένα και για την προσωπική μου ζωή. Από την άλλη, κατανοώ πλήρως, τη σχέση που έχετε μεταξύ σας. Αν ο φόβος σας είναι, αν κινδυνεύει αυτή η σχέση, από εκείνη που έχουμε εμείς, η απάντηση είναι ξεκάθαρα "όχι".
-Εγώ το φοβόμουν αυτό..., έκανε την αρχή ο Β.
-Εσύ, δεν με πήγαινες με την καμμία, χαρά μου. Το ξέρω...
Έσκυψε το κεφάλι.
-Δεν χρειάζεται να αισθάνεσαι άσχημα. Καταλαβαίνω. Το μουνί, σέρνει καράβι. Σωστά; Μόνο, που το δικό μου το μουνί, δε σηκώνει βάρη. Εκτός από άνδρες που θέλουν να συρθούν σε αυτό. Το καταλάβαμε;
Όχι...

-Τον Χ, δεν τον κάνεις ό,τι θέλεις;..., ρώτησε δειλά.
-Όχι. Ο Χ κάνει ό,τι θέλω.
-Τον χτυπάς, όμως..., είπε σχεδόν ψιθυριστά ο Γ.
-Ναι. Έτσι είναι η σχέση μας.
-Τον μισείς;..., ρώτησε.
-Τον λατρεύω.
Μπερδεύονταν όλο και πιο πολύ στις λέξεις μου.
-Πως λατρεύεις έναν άνδρα, που τον χτυπάς και τον ορίζεις;, ρώτησε με πραγματική απορία.
-Ακούστε. Αυτό που εσείς βλέπετε ως βία και κακοποίηση - πράγμα που το καταλαβαίνω απόλυτα -, για 'μας, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Για 'μας - όσο αλλόκοτο κι αν σας φανεί -, είναι έκφραση αγάπης και ερωτισμού. Αυτό που είναι ο Χ, δεν συνοψίζεται στην πρόταση "χαμένο κορμί" ή "καμμένος εγκέφαλος". Ούτε αυτό που είμαι εγώ, συνοψίζεται στην πρόταση "κακομαθημένη στρίγγλα" ή "μία, που εκδικείται τους άνδρες". 'Οσο περίεργο κι αν ακούγεται, εκείνος λατρεύει τις γυναίκες, κι εγώ λατρεύω τους άνδρες. Το είδος αυτής της λατρείας, όμως, δεν εξηγείται εύκολα.

Έμειναν πάλι αμίλητοι.
Τουλάχιστον τώρα με κοιτούσαν.
-Ok. Ας το πω διαφορετικά. Θέλετε όλο αυτό, να το πούμε "kinky stuff"; Ωραία. "Kinky stuff", λοιπόν. Μόνο που για 'μας, δεν είναι παιχνίδι. Είναι τα συναισθήματά μας. Είναι αυτό που μας έφερε κοντά, είναι αυτό που μας δένει. Όπως ο Χ έψαχνε για μία γυναίκα σαν εμένα, έτσι κι εγώ, έψαχνα έναν άνδρα σαν εκείνον. Βέβαια, δεν ήξερα ότι θα είχε και 3 αδέρφια, για να αναλύω... αλλά ok... Αφού φτάσαμε ως εδώ..., χαμογέλασα.
Χαμογελούσαν κι εκείνοι.
-Νανά..., είπε μαζεμένα ο Β. Δεν έχουμε τίποτα με 'σένα.
-Τώρα δεν έχετε τίποτα με 'μένα, τον διόρθωσα. Τώρα που ζούμε μαζί. Αλλά φρικάρατε με μία Coca Cola.
-Εσύ δεν θα φρίκαρες;, ρώτησε, δικαίως.
-Ναι. Μάλλον θα φρίκαρα. Αλλά απ' ό,τι είδατε, δεν τον απείλησα με κάτι. Δεν ήταν εκβιασμός. Ήταν επιθυμία. Και η δική μου επιθυμία, είναι η δική του ευχαρίστηση. Αυτό, δεν είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβετε. Έτσι δεν είναι;

Χ, δεν είχε ερωτευτεί πριν γνωρίσει εσένα, ακούστηκε βαριά η φωνή του Α. Κι από τότε, βλέπουμε τον φίλο μας να αλλάζει. Και δεν ξέραμε που θα φτάσει. Τι θα μπορούσες να του κάνεις. Πηγαίναμε στην Α, και μέχρι το άρωμα που φοράς, είχε δίπλα από το κρεβάτι του... Μιλούσε συνέχεια για 'σένα, νοίκιασε σπίτια, μας έβαζε να τρέχουμε να σε ψάχνουμε, και όλοι λέγαμε ότι τον παίζεις. Μετά έγινε και το σκηνικό στο πάρτυ, και φοβηθήκαμε περισσότερο. Ότι αν γινόταν κάτι, θα μπορούσες να τον κάνεις κομμάτια.
Σήκωσα το χέρι μου.
Έμεινα λίγο ακίνητη, κλείνοντας τα μάτια, προσπαθώντας να βάλω ό,τι ήθελα να πω σε τάξη.
-Ok. Αν μπορεί να καταστραφεί ένας άνδρας σαν τον Χ, από μία γυναίκα σαν εμένα, ναι, σας το υπογράφω, μπορεί. Εγώ, όμως, θα σας ρωτήσω κάτι. Τι είδους γυναίκα θα είναι αυτή - κατ' ουσίαν -, που θα θέλει να καταστρέψει κάτι, που το έψαχνε χρόνια; Μοιάζω για τόσο ηλίθια; Και, καλά, εγώ. Δεν με ξέρετε. Τον φίλο σας; Τον έχετε για τόσο μαλάκα; Τι είναι αυτό, απ' όσα είπατε ή σκέφτεστε, που θα μπορούσατε να του το χρεώσετε ως λάθος; Τι είναι αυτό, που κάναμε και δεν ήταν σωστό; Τι είναι αυτό, εν πάση περιπτώσει, που σας φοβίζει ακόμη; Η Coca Cola;
Έβαλαν τα γέλια.
Γελούσε κι εκείνος...

Τον κοίταξα, χαμογελώντας.
-Αλήθεια, είχες πάρει το άρωμά μου;
-Αλήθεια, Α..., πρόλαβε και το 'κοψε.
-Και που το βρήκες, βρε διάολε, αυτό το άρωμα;!, του πέταξα το μαξιλάρι. Μέχρι την Ιταλία πήγα, για να το βρω!
-Στο internet..., είπε συνεσταλμένα.
-Που να γαμήσω τα internet του κόσμου, με 'σένα που 'μπλεξα!
Γελούσαν όλοι.
-Τον αγαπάς;, ρώτησε ο Γ.
-Πολύ, του απάντησα αμέσως, κοιτώντας τον στα μάτια. Ό,τι κάνει, έχει μία λεπτότητα, μία ευαισθησία. Είναι πολύ σοβαρός, πολύ ευγενής, είναι ό,τι ζητούσα από έναν άνδρα. Και είναι τόσο μετρημένος, που ό,τι κάνει, δεν ξεπερνά τα όρια, για να φτάσει σε ακρότητες και σε μελοδραματισμούς, προκειμένου να με εντυπωσιάσει. Με εντυπωσιάζουν άλλα πράγματα σε 'κείνον. Δεν ξέρω πως θ' ακουστεί, αλλά δεν έχετε ιδέα τι είδους άνδρας είναι ο φίλος σας... Ιδέα, όμως...
-Είναι καλύτερος, από 'μας, αστειεύθηκε ο Β.
-Ναι, μωρή ψωνάρα! Καλύτερος από 'σένα!, απάντησα σαρκαστικά.

Άρχισαν όλοι να τον δουλεύουν και να τον πειράζουν, κι ο Χ γελούσε, με το μαξιλάρι αγκαλιά.
-Είναι κάτι άλλο, που δεν έχουμε πει;, τους ρώτησα.
-Εγώ θέλω κάτι να πω..., είπε ο Γ.
-Για την αγκαλιά, είπα ήρεμα και κούνησα το κεφάλι.
Ξανασοβαρεύτηκαν όλοι.
-Θέλεις να σου πω εγώ;..., τον ρώτησα.
-Ναι, απάντησε ανακουφισμένος.
-Ok. Μετά από τόσες μέρες μαζί, έχετε αρχίσει να με βλέπετε σαν μία μητρική φιγούρα. Ναι μεν, έχετε τον φόβο μου, αλλά έχετε αρχίσει να με αγαπάτε. Και αντιλαμβάνεστε, ότι σας αγαπάω κι εγώ. Για κάποιους, μπορεί να είμαι η αδερφή που δεν είχαν ποτέ. Και για ΄μένα, μπορεί κάπου-κάπως, να είστε οι γιοι που δεν έχω. Μία δεν ήθελαν εκείνοι; Τρεις θα ήθελα κι εγώ. Ας πούμε, ότι όλο αυτό, είναι μία προσομοίωση, λοιπόν.
-Έτσι θα τους μεγάλωνες;, ρώτησε ο Β. Όπως φέρεσαι σε 'μας;
-Έτσι ακριβώς, ακούστηκα απόλυτη. Αλλά δεν νοιώθω μαμά. Νοιώθω γυναίκα. Και δεν μου αρέσουν τα παιδιά. Μου αρέσουν οι άνδρες. Πολύ...

Οι άνδρες μου ήταν, πλέον, χαμογελαστοί.
Τους χαμογέλασα κι εγώ.
-Εσείς δεν έχετε κάτι να μου πείτε;..., ρώτησα με νάζι. Κάτι...; Οτιδήποτε...;
Ο Γ πετάχτηκε, σαν ελατήριο, όρθιος.
-Εγώ θέλω να πω!
-Εμ, δεν έχει προλάβει και κανείς άλλος να πει τίποτα, με 'σένα!, τον πείραξα. Λέγε!
-Ωραία!, είπε ενθουσιασμένος. Όταν ήρθαμε να πάρουμε τον Χ εκείνο το βράδυ, από το πάρτυ που είχατε πάει, λέγαμε όλοι στον δρόμο "τη γλύτωσε, δεν τον γουστάρει, και τον έφτυσε". Όταν τον είδαμε γονατισμένο, μπροστά σου, όταν φύγαμε, χτυπούσαμε τα κεφάλια μας στον τοίχο!
Πέσαμε όλοι κάτω, από τα γέλια.
-Και;!, τον προκάλεσα.
-Ε, τι "και"; Είπαμε, τον χάνουμε για πάντα! Θα μας χέσει και θα πηγαίνει με την γκόμενα συνέχεια! Αφού το είπες! Σέρνει καράβι!
-Όντως, συμφώνησα, πιάνοντας την κοιλιά μου.
Σηκώθηκε ο Β.
-Αυτό δεν ήταν τίποτα! Όταν μας έβαλε να μάθουμε εάν θα είσαι στον γάμο, θέλαμε όλοι να δούμε ποια είναι αυτή που του πήρε τα μυαλά! Γιατί, όταν είχε γυρίσει από εκείνο το πάρτυ, μας είχε ζαλίσει τον έρωτα με 'σένα! Τον παίρναμε τηλέφωνο, κι εκεί που μιλούσαμε με τις ώρες κάποτε, ρωτούσε τι κάναμε με 'σένα, και μας το 'κλεινε στα μούτρα! Ε, όταν ήρθε και μας είπε, ότι του είπες να μη σηκώσουμε τα μάτια μας πάνω σου ξανά... λέω... την πουτάνα... αυτή και θέλει να τον έχει του χεριού της και θα τον πάρει από 'μας!

Ξαναπέσαμε κάτω, από τα γέλια.
-Να πω κι εγώ το καλύτερο, σήκωσε το χέρι του ο Α.
-Εσένα δεν σου έχω πει να κρατάς χαρακτήρα;!, τον επέπληξα.
-Να πω αυτό, μόνο!, είπε χαμογελώντας. Εμένα αυτό που θα μου μείνει, είναι το πάρτυ... Όταν σε είδαμε να μην της μιλάς καθόλου, και να κάθεσαι άνετη και να την ακούς... Και τον Χ από την άλλη, να μην κάνει τίποτα... Είπα μέσα μου "Αυτός θα την είχε βγάλει έξω, σηκωτή! Εκείνη δεν τον αφήνει!" Είναι έτσι ή δεν είναι;!
-Έτσι είναι, κούνησα το κεφάλι. Όταν βρίσκεις αυτό που ζητάς, δεν έχεις ούτε μάτια, ούτε αυτιά, για κάτι άλλο. Υπάρχει μόνο το κέντρο της προσοχής σου. Για 'μένα, εκείνο το βράδυ, ήταν μία εκλογή, ένα ξεκαθάρισμα. Ήθελα να δω, τι είχε μεγαλύτερη σημασία για 'κείνον.
-Εσύ, είπε ήρεμα ο Γ. Αφού το ξέρεις...
-Ναι.

Κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε, ο ένας στον άλλον.
-Λοιπόν!, είπα και σηκώθηκα. Η πέτρα του σκανδάλου, πάει για ύπνο. Μπορεί αύριο να θέλει να βγει. Να έχει φροντίσει την επιδερμίδα της. Είμαστε όλοι εντάξει;
-Θα βγούμε αύριο;!, ενθουσιάστηκε ο Γ.
-Θα εξαρτηθεί. Αν έχει τελειώσει η ανάκριση μια και καλή. Αν είμαι ελεύθερη...
-Δεν θα ξαναρωτήσουμε τίποτα, είπε ο Α σοβαρός.
-Στ' αρχείδια μου!, του είπα. Και να ξαναρωτήσετε, θα σας στείλω στον φίλο σας! Δεν ξαναμιλάω για τα γκομενικά μου σε 'σας!
-Μία απορία, να πω, πριν φύγεις;, είπε ο Β. Γιατί του είπες να μη σε κοιτάζουμε;
-Γιατί δεν μου αρέσει, του απάντησα φεύγοντας.
-Σε όλες τις γυναίκες αρέσει να τις κοιτάζουν..., επιχειρηματολόγησε.
-Εγώ δεν είμαι "όλες οι γυναίκες", χαρά μου, του έδειξα το μεσαίο μου δάκτυλο, με την πλάτη γυρισμένη, πριν κλείσω την πόρτα του δωματίου μου.

Ξέσπασαν σε γέλια, και ξεκίνησαν να τον πειράζουν.
Τους άκουγα χαμογελαστή, καθώς γδυνόμουν, να πηγαινοέρχονται μες στο κέφι και την καλή διάθεση, καθώς ετοιμάζονταν για ύπνο, και μάζευαν τα πράγματά τους.
-Θα κοιμηθούμε;!, φώναξα.

Νέκρα-ησυχία.