31.5.10

The Freak Show

Είχε έρθει η ώρα της απόλυτης σιωπής.
Κοιτούσαν τα πιάτα τους, αμήχανοι.
Εκείνος κοιτούσε εμένα, ξαφνιασμένος.

Σηκώθηκα αργά από το τραπέζι.
-Μην περιμένετε από εμένα να κάνω την αρχή, τους δήλωσα.
Πήρα το κρασί και τα τσιγάρα μου και κάθησα στον καναπέ, σταυρώνοντας τους αστραγάλους πάνω στο τραπεζάκι του καφέ.
Σιωπή.
-Μην το πάμε έτσι όλη μέρα. Shoot.

-Ό,τι συμβαίνει μεταξύ σας, είναι δική σας υπόθεση..., έκανε δειλά την αρχή ο Α.
-Αυτό είναι δεδομένο, του απάντησα. Δεν είναι, όμως, το θέμα μας. Ακούω.
-Εγώ θα ήθελα να μάθω, αν έχει αλλάξει κάτι στην σχέση σας, ακούστηκε σοβαρή η φωνή του Γ.
Οι άλλοι δύο τον κοίταξαν, σαν να του έλεγαν να βγάλει τον σκασμό.
Ο Χ ακίνητος.
-Πολλά. Εσύ σε τι αναφέρεσαι;
-Γιατί έχετε μελανιές, Νανά; Τι έγινε;

Ο Γ ήταν ταραγμένος.
Οι άλλοι ανησύχησαν με την ερώτηση. Και μάλλον δεν την περίμεναν. Αλλά ο Γ δεν κρατιόταν.
-Πολλά. Οι μελανιές, είναι απλώς το τίμημα. Εκτός του ότι εγώ μελανιάζω σαν ροδάκινο, για την πλάκα.
-Έχει ξεφύγει η κατάσταση από τα χέρια σας, Νανά;, σειρά τού Β να ρωτήσει.
-Η κατάσταση δεν έχει ξεφύγει από κανέναν, του απάντησα αυστηρά. Όλα είναι υπό έλεγχο. Όσο για τα χέρια μας, μάλλον παραδούλεψαν εχθές. Όχι άσχημα.
-Δηλαδή αυτά τα σημάδια είναι φυσιολογικά;, επέμενε ο Γ.
-Για εσάς, όχι. Για εμάς, ναι.

Ο Χ σηκώθηκε.
Τον κοίταξαν και οι τρεις, σχεδόν φοβισμένοι. Πήρε το κρασί του, τα τσιγάρα του, και κάθησε δίπλα μου στον καναπέ.
-Δικάζετε την Νανά;, τους ρώτησε νευριασμένος.
-Δεν δικάζουν κανέναν, είπα πριν προλάβει να απαντήσει κάποιος. Είναι απόλυτα λογικό να ανησυχούν, στην κατάσταση που μας βρήκαν. Δεν είχαμε σχεδιάσει κάτι, δεν το υπολογίσαμε, συνέβη. Ok. Προσπάθησε να καταλάβεις πώς αισθάνονται από την ώρα που ήρθαν. Δεν θα ήθελες να είσαι στην θέση τους. Δεν ξέρουν. Δεν είναι υποχρεωμένοι. Δεν υπάρχει λόγος να εκνευρίζεσαι. Εξήγησέ τους.
Ο Χ με κοιτούσε στα χείλη και σιγά-σιγά χαμογέλασε.
-Να τους εξηγήσω;, με ρώτησε πονηρά.
-Φυσικά, του είπα κι εγώ πονηρά, σηκώνοντας λίγο τους ώμους.

Μάλλον ξεχάσαμε ότι ήταν εκεί, γιατί κοιταζόμασταν με νόημα.
Στο μυαλό μας είχαν έρθει σκηνές από τα πραχθέντα της προηγούμενης νύχτας. Και το διασκεδάζαμε, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον.
-Δηλαδή, είναι όλα καλά;, ο Γ δεν έλεγε να ξεκολλήσει.
-Καλύτερα από ό,τι φαντάζεσαι, τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου, χωρίς να στρέψω το πρόσωπο από τον Χ.
-Τότε;, συνέχισε.
-Τότε;, γύρισα και τον κοίταξα. Τότε τι; Γιατί κάναμε ό,τι κάναμε; Ok. Εσύ γιατί πήρες παστουρμά; Μου ζητήσατε μία λίστα, με το τι θα αγοράσετε για να μαγειρέψουμε. Σας την έδωσε εχθές ο Χ. Σε ποιο σημείο διάβασες εσύ για παστουρμά;

Είχαν φοβηθεί. 'Ολοι τους. Εκτός από τον Χ.
-Δεν είχε παστουρμά η λίστα..., μόλις που τον ακούσαμε να λέει.
-Όχι, δεν είχε. Αλλά εσύ αγόρασες. Γιατί;
-Γιατί είπα να κάνουμε αυτό που κάναμε στις διακοπές..., σχεδόν τραύλιζε. Για να ξαναφάμε...
-Και γιατί δεν πήγαινες έξω να φας; Δύσκολα θα βρεις μεζεδοπωλείο που δεν φτιάχνει πίτες Καισαρείας. Που είναι το θέμα σου, λοιπόν;
Ο Γ είχε παγώσει.
-Θα σου πω εγώ ποιο είναι το θέμα σου, σηκώθηκα σβήνοντας το τσιγάρο. Γιατί αυτό, ήθελες να το κάνουμε μαζί. Γιατί δεν ήθελες μόνον να φας, ήθελες να συμμετέχεις, κι όλα. Γιατί αυτό σου άρεσε περισσότερο από όλα όσα κάναμε. Οι άλλοι έφαγαν από ένα κομμάτι με το ζόρι, κι εσύ έφαγες το μισό ταψί. Θυμάσαι ότι περνούσαμε καλά στις διακοπές. Το ότι θα βρωμάς σαν ασβός για μία εβδομάδα, το θυμάσαι;
-Το... το ξέρω..., με κοιτούσε τρομοκρατημένος.
-Τότε;, σχεδόν κόλλησα το πρόσωπό μου με το δικό του, σκύβοντας. Τότε, Γ; Γιατί ήθελες να φας κάτι, που δεν ήταν στην λίστα, που θα σε έκανε να βρωμάς για μέρες; Γιατί δεν έφαγες ό,τι και ο άλλοι;

Καμμία απάντηση.
Ο Γ στραβοκατάπινε παγιδευμένος από το έντονο βλέμμα μου και δεν ξέρω αν ανέπνεε, καν.
-Απάντησε, Γ!, είπα δυνατά. Τότε;!
Τίποτα.
Γύρισα να καθήσω. Είχαν καταλάβει όλοι.
-Η πίτα, όμως, δεν θα τον έβαζε σε κίνδυνο..., ακούστηκε ο Β.

Όρθια ακόμη, τον είχα πλάτη.
Κοιταχτήκαμε με τον Χ. Πήρε βαθιά ανάσα, και είδα να αλλάζει έκφραση. Ο αφέντης είχε πάρει την θέση του. Έτοιμος.
-Ώπα, του είπα. Ώπα. Άσε εμένα.
Γύρισα στην μεριά τους.
-Και τι θα έβαζε ποιον σε κίνδυνο;, τον ρώτησα με μισόκλειστα μάτια.
-Δεν ξέρω..., μαζεύτηκε.
-Ok..., είπα. Σηκωθείτε.

Έκανα το ημικύκλιο του καναπέ, περνώντας πίσω του.
Στάθηκα στην πόρτα του δωματίου και έπιασα το πόμολο.
-Λοιπόν; Θέλετε στα αλήθεια να μάθετε;

30.5.10

The Marks

-Τι έγινε, παιδιά μου; Τελείωσε η σπανακόπιτα;
Στέκονταν και οι τρεις, κορδωμένοι, με σακούλες από το super market στα χέρια, μες στα χαμόγελα.
-Τώρα ξυπνήσατε;, ρώτησε ο Α.
-Πειράζει; Μας ήθελες κάτι νωρίτερα;, του απάντησα με ερώτηση.
-Όχι… Είναι 12…
-12;!, κοιταχτήκαμε με τον Χ και είπαμε με μία φωνή.

Κάτι πήρε το μάτι μου αλλά δεν έδωσα σημασία.
Πέρασαν μέσα, άφησαν τα ψώνια στο πάσο, και μπήκαν στην κουζίνα να φτιάξουν καφέδες. Εγώ έχω πιάσει πρώτο τραπέζι-πίστα στον καναπέ, για να απολαύσω το θέαμα. Ο Χ άρχισε να ανοίγει παντζούρια / παράθυρα, και ήμασταν όλοι μες στο κέφι και την τρελή χαρά. Όταν βγήκε και από το δωμάτιο που είχε κάνει το ίδιο, σηκώθηκα για να μπω στο μπάνιο.
Κι εκεί έπαθα σοκ…


Τα χέρια μου ήταν μες στην μελανιά.
Ξεκούμπωσα το πουκάμισο, και η μέση μου ήταν κατάμαυρη. Κατέβασα το παντελόνι, και μηροί, γάμπες, όλα μαύρα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, αναπαριστώντας την Κραυγή. Όταν συνήλθα, άνοιξα την πόρτα, το έπαιξα άνετη, και έκανα νόημα στον κακοποιό μου.

Ήρθε στο μπάνιο. Σειρά του να φρικάρει.
Δεν του γδύθηκα. Τα χέρια μόνο αρκούσαν. Αλλά φρίκαρα κι εγώ. Κι άλλο. Τον γύρισα στον καθρέφτη. Τα υπέροχα δάκτυλά μου, σχημάτιζαν κολιέ στον υπέροχο λαιμό του. Αντί να κάνει κι αυτός το αντίγραφο του Munch, χαμογελούσε!
-Είσαι τρελός;!, παρανόησα ψιθυριστά. Νομίζεις ότι θα πας να φορέσεις ζιβάγκο;!
-Όχι, Αφέντρα, είπε ήρεμος. Γιατί να φορέσω ζιβάγκο;
-Χριστέ μου, τι σου έκανα;, είπα δραματικά. Λες να σου προκάλεσα καμμία εγκεφαλική κάκωση; Τι είναι αυτά που λες; Έχεις συναίσθηση τού πως είσαι;
-Έχω, Αφέντρα, απάντησε το ίδιο ήρεμα. Έχω τα σημάδια σας. Δεν μου κάνατε κάτι κακό.

Καμάρωνε στον καθρέφτη τον λαιμό του, σαν να είχε αποκτήσει την τρίτη σειρά μαργαριτάρια.
-Ok, το πήρα απόφαση. Πάμε έξω. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.
-Αφέντρα…, είπε στενοχωρημένος. Εσείς, όμως… Εσάς δεν… Θέλω να πω, ντρέπομαι…
-Για ποιο πράγμα, τώρα;, ρώτησα σαν χαμένη. Που θα γίνουμε ρεζίλι εις τριπλούν;
-Όχι, Αφέντρα… Που εγώ φταίω που…
-Για ό,τι γίνεται, φταίω μόνο εγώ. Πάντα. Τα έχουμε ξεκαθαρίσει αυτά. Έξω, τώρα.

Φυσικά και μας κοιτούσαν κάπως.
Αλλά προσπαθούσαν να μην το δείχνουν. Όσο κράτησε το μαγείρεμα – που όχι Κυριακή θα μπορούσε να ήταν, πάρτυ κανονικό… - όλα ήταν ok. Μπορεί να είχαμε μιλήσει γενικά, τα προσωπικά μας δεν είχαν μαθευτεί. Το ήξερα. Το καταλάβαινα. Ο Χ δεν είχε πει τίποτα και ό,τι ήξεραν, ήταν από τις συζητήσεις μας στις διακοπές. Τίποτε το συγκεκριμένο. Ό,τι φαντάζονταν.
Και εκείνη την ημέρα, μπορούσαν να φανταστούν πολλά.


Έτρωγαν, κι εγώ τρωγόμουν μέσα μου.
Κοιτούσα μία εκείνους, μία εκείνον. Εκείνος, μια χαρά! Σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Για να μην πω ότι ήταν και πολύ χαρούμενος… Σχεδόν υπερήφανος… Στ’ αρχείδια του όλα. Εκείνοι, όμως, το σκέφτονταν. Και μάλλον προβληματίζονταν… Αλλά όλα καλά. Έλεγαν για το πόσο τους έλειψε αυτό που κάναμε, ότι ήταν πολύ ωραίες οι διακοπές, ότι ήθελαν από την πρώτη μέρα να έρθουν για να το ξανακάνουμε, ότι σκέφτονταν μήπως μας ήταν βάρος.

Τελειώνοντας το φαγητό, έχουμε γελάσει πολύ, έχουμε περάσει πραγματικά ωραία.
Πηγαίνοντας στην κουζίνα να σερβίρω το γλυκό, έρχεται το χαϊδεμένο από πίσω μου. Όπως ανοίγω το ψυγείο και οι άλλοι γελάνε, ακούω να με ρωτάει διακριτικά: «Σε πόνεσε…;». Γύρισα ξαφνιασμένη και τον κοίταξα. «Τι είπες…;», τον ρώτησα τρελαμένη. «Γιατί έχεις μελανιές, Νανά;… Εκείνος σού τις έκανε;… Δεν σου φέρεται καλά;… Τι έγινε;…». Κατέβασα το κεφάλι αμυδρά, προσπαθώντας να μην πω καμμία κουβέντα που δεν έπρεπε. Ό,τι μου ερχόταν να του πω, δεν έπρεπε να του το πω. «Σοβαρέψου», του είπα αυστηρά. «Δεν έχει καμμία σχέση αυτό που λες με εμάς. Κατάλαβέ το. Ο Χ δεν θα έκανε κάτι κακό σε εμένα. Μόνο εγώ μπορώ να κάνω κάτι που δεν πρέπει». «Γι’ αυτό έχει σημάδια στον λαιμό του;», ρώτησε με παράπονο. «Δεν πήγε να σε χτυπήσει κι εσύ τον έπιασες από τον λαιμό, για να τον σταματήσεις;».

Έκλεισα τα μάτια. Σφιχτά.
Όταν τον κοίταξα, τον είδα να με κοιτάζει στενοχωρημένος. Με λυπόταν. «Νανά, σ’ αγαπάμε… Αν σου κάνει κάτι κακό, πες το ‘μας… Είναι φίλος μας… Θα βρούμε τρόπο να του μιλήσουμε… Αν κινδυνεύεις, πες το σε εμένα, τουλάχιστον… Και θα δούμε τι θα κάνουμε… Αρκεί να είσαι καλά…». Του χαμογέλασα. «Βοήθησέ με να σερβίρω, σε παρακαλώ, και σταμάτα να έχεις αυτό το ύφος. Αν με αγαπάς, σταμάτα να με λυπάσαι. Εντάξει;». Συμφώνησε απρόθυμα και γυρίσαμε στο τραπέζι. Ο Α είχε πιάσει τα πάντα. Τον κοίταξα με νόημα. Πήρε το βλέμμα του και μπήκε στην συζήτηση που είχαν οι άλλοι.

Η συζήτηση, όμως, είχε να κάνει με εμένα…
-Σου είπαμε το άλλο;!, είπε ευδιάθετα ο Β. Ξέρεις ότι όλοι μάς ρωτούσαν για τις νυχιές;!
-Αλήθεια;, έκανα την ευδιάθετη κι εγώ. Και τι λέγατε;
-Ότι βρήκαμε γκόμενες!, περηφανεύτηκε.
-Εσύ τι είπες Α;
-Εγώ τίποτα!, στο ίδιο παιχνίδι κι εκείνος. Εκείνη μου είπε.
-Τι σου είπε;, γέλασε ο Χ, που δεν είχε καταλάβει τίποτα.
-Για να σ’το έκανε, είχε λόγο! Καλά σου έκανε!

Γελούσαν όλοι.
Εκτός από εμένα.
Μια απόφαση ήταν.

-Ok. Θέλετε τώρα να μιλήσουμε για εμάς;

28.5.10

Ground Control To Major Tom

Ήταν ένας πολύ ωραίος, γλυκός ύπνος.
Νομίζω πως δεν πρέπει να άλλαξα καν πλευρό.
Κοιμόμουν με το air-condition τσίτες, σκεπασμένη με το σεντόνι του, και με εκείνον να έχει κολλήσει πίσω μου - θα το πω - σαν την βδέλλα.

Αλλά δεν είχα κουράγιο να κάνω παράπονα.
Είχα χάσει το αίμα μου, είχα στεγνώσει από σωματικά υγρά, γενικώς.
Κάποια είχαν πάει χαμένα. Κάποια είχαν πιάσει τόπο.

Μέσα στην υπέροχη αυτή αίσθηση, κάτι άκουσα.
Νευρίασα.
Γύρισα στην μεριά του. Μισάνοιξα το μάτι. Ονειρευόταν.
Ξανάκλεισα τα μάτια. Ήρθε, σπρώχνοντάς με, πιο κοντά, μέχρι να ξανακολλήσει - αλίμονο...
Δεν είχα όρεξη για μονομαχίες. Τον άφησα.

Δεν πρόλαβε να με πάρει ο ύπνος, και πάλι με ξύπνησε κάτι.
Τον άκουσα να μουρμουρίζει... Το ύφος δεν άλλαξε ούτε στον ύπνο του...
Μέχρι που ξυπνήσαμε και οι δύο.
Χτυπούσε το κουδούνι.
Κοιταχτήκαμε, στην αρχή με μισόκλειστα μάτια και μετά με γουρλωμένα.

Δεν ξέρω για πότε πεταχτήκαμε όρθιοι, για πότε άρχισε ο ένας να πετάει ρούχα/σεντόνια/μαξιλάρια/ό,τι έβρισκε, στον άλλον... Δεν είχαμε ξυπνήσει, λέμε... Τον έσπρωχνα να φέρει την βαλίτσα του από το σαλόνι, εκείνος άνοιγε την ντουλάπα. Του έλεγα ότι είναι το κουδούνι, έκλεινε το air-condition.
-Χριστέ μου..., είχα πιάσει το κεφάλι μου. Ήθελα και σκλάβο, τρομάρα μου... Άσε. Κάτσε να ξαποστάσεις. Θα ανοίξω εγώ. Εσύ δεν πας καλά.

Είχε σταθεί γυμνός μπροστά μου, και με κοιτούσε με απορία, λες και μου ζητούσε τον λόγο.
-Να πάω να ανοίξω ή έχεις κάτι να πεις;
Τίποτα. Καμμία επαφή με το περιβάλλον.
-Θέλεις να κάνουμε sex;
Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε μπροστά μου. Το χαμόγελο του χαζού παιδιού.
-Δεν θα συνεννοηθούμε..., παραιτήθηκα.

Άνοιξα την εξώπορτα, έφερα την βαλίτσα του στο δωμάτιο.
Ακόμα με κοιτούσε.
-Λαμβάνεις;
-Αφέντρα..., είπε χαμογελώντας, σαν να είχε χαπακωθεί με L.S.D.
-Χριστέ μου... τι τραβάω..., είπα μες στην απελπισία. Θα ξυπνήσεις; Εντός ολίγων λεπτών, θα γίνουμε ρεζίλι στον κόσμο. Μπορείς να ντυθείς; Ήρθαν τα παιδιά.
-Τα παιδιά...;, αναρωτήθηκε σαν κάτι να του θύμιζε.
-Ok. Άσ'το σε εμένα. Σε ντύνω εγώ.

Συνήλθε. Και ντράπηκε.
Πήρε αμίλητος το jean του, φόρεσε ένα T-shirt και βγήκε ξυπόλητος στο σαλόνι.
-Είμαστε σοβαροί;, τον ρώτησα καθώς ντυνόμουν. Θα είσαι μπροστά μου, τόση ώρα με το jean, χωρίς εσώρουχο, και ξυπόλητος; Θέλεις να έχουμε άλλα;
Γύρισε αναμαλλιασμένος, όπως ήταν, και μου χαμογέλασε, με ένα χαμόγελο που δεν είχα ξαναδεί. Ήρθε κοντά μου, γονάτισε, με αγκάλιασε σφιχτά, και με φίλησε ανάμεσα στα πόδια.
-Πήγαινε, διάολε, να ανοίξεις πρωΐ-πρωΐ..., έκλεισα τα μάτια. Πήγαινε μην τους αφήσω απ' έξω για κάνα 2ωρο... Πήγαινε, γιατί θα σε ψάχνουν και δεν θα σε βρίσκουν, διάολε, λέμε...

Ο Χ είχε γαντζωθεί επάνω μου και δεν κουνιόνταν από την θέση του.
-Αν δεν ανοίξεις, δεν θα τελειώσουμε νωρίς, δεν θα μείνουμε μόνοι, και θα χάσω την siesta μου... Αυτό θέλεις;
Σήκωσε το κεφάλι, και με κοίταξε προβληματισμένος, σαν να δούλευε την ερώτησή μου στο μυαλό του. Όταν το αποφάσισε, σηκώθηκε, και πήγαμε μαζί να ανοίξουμε, καθώς έκλεινα την πόρτα του δωματίου πίσω μας.

Μετά από λίγη ώρα, θα είχαμε τρελά γλέντια.
Τρελά γλέντια, όμως.

24.5.10

The Contravention

Δεν ξέρω τι καταλαβαίνουν οι σκλάβοι όταν κάνουν sex με τις Αφέντρες τους.
Αλλά όταν μία Αφέντρα κάνει sex με τον σκλάβο Της, καταλαβαίνει τι είναι sex.

Όσο καλό sex και να είχε στο παρελθόν, όσο κι αν την αγαπούσε κάποιος, η αίσθηση τού να κάνει sex με τον σκλάβο Της, είναι πέρα και πάνω από κάθε προσδοκία. Εκεί καταλαβαίνει για τι είναι γεννημένη μία Γυναίκα, και για τι είναι γεννημένος ένας άνδρας. Σε καμμία περίπτωση δεν έχει να κάνει ούτε με στάσεις, διάρκειες, λόγια, ή οτιδήποτε μπορεί να παίζει ρόλο για τους vanilla. Στην D/s, δεν έχει να κάνει ούτε με ρούχα, ούτε με αξεσουάρ, ούτε με τίποτα φετιχιστικό.
Είναι η ατμόσφαιρα.

Το κλίμα που διαμορφώνεται από την συμπεριφορά του σκλάβου.
Το πως κρατά τις ισορροπίες, σε κάθε του κίνηση. Γιατί τον βάζεις να περπατήσει σε τεντωμένο σκοινί. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Το sex του σκλάβου, είναι προσφορά. Είναι δόσιμο. Είναι 100% υποταγή. Μπορεί να κρατήσει 5 λεπτά ή μία ώρα, αλλά το κάθε δευτερόλεπτο είναι γεμάτο από την λατρεία του. Λατρεύει Εσένα, το τι είσαι, το τι σημαίνεις για εκείνον.

Και δεν είναι ότι εκείνος απουσιάζει. Όχι.
Είναι εκεί. Αλλά είναι εκεί ως σκλάβος. Δεν το δείχνει. Δεν το πλασάρει. Το αισθάνεται. Και το αισθάνεσαι κι εσύ. Είναι η στιγμή που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, χωρίς οδηγίες, χωρίς διαταγές. Κι εκεί είναι η απόδειξη τού πόσο πιστός είναι. Του πόσο σε έχει μάθει. Του πόσο σκλάβος μπορεί να γίνει. Στις στιγμές του BDSM, ακολουθεί ό,τι του λες. Κάνει ό,τι του έχεις δείξει ότι σε ευχαριστεί. Στο sex, είναι μόνος του. Και, όσο πιο καλά σε έχει μάθει, όσο πιο πολύ σε αγαπάει, τόσο πιο πολλούς τρόπους βρίσκει για να σου δείξει ότι είσαι η θεά του.
Γιατί ακολουθεί το ένστικτό του.

Και αυτό είναι, ουσιαστικά, που θέλεις να δεις.
Όλα τα άλλα, σε τελική ανάλυση, είναι παραγγελιές. Και ο καθένας μπορεί να τις εκτελέσει. Στο sex - όπου τα περιθώρια είναι σχεδόν αόρατα και δεν τα υπαγορεύεις -, βλέπεις τι είναι πραγματικά. Κανένας σκλάβος δεν μπορεί να υποκριθεί στο sex με την Αφέντρα του. Εκεί αντιλαμβάνεσαι τι πραγματικά έχει μέσα του. Διότι είναι αδύνατον να μην βγει μπροστά σου.

Θεωρώ, πως για 3 πράγματα αξίζει να ζεις.
Να γελάς, να κάνεις sex, και να τρως.
Με αυτήν ακριβώς την σειρά.

Αλλά δεν έχω χειρότερο από το να γελάει κανείς στο κρεβάτι.
Θυμάμαι τον Harry Reems που κάθε φορά που έχυνε, γελούσε. Μιλάμε, δεν υπήρχε πιο γελοίος γκόμενος στην βιομηχανία του porno. Έβλεπες ότι αυτό που έκανε, το έκανε για να το κάνει. Δυστυχισμένος άνθρωπος. Και απαίσιος άνδρας. Μόνο και μόνο γι' αυτό. Όσο καλός και να ήταν στο sex - που δεν ήταν -, όσο καλό πουλί και να είχε - που τι να το κάνεις; -, ήταν αξιοθρήνητος. Δεν μπορώ να φανταστώ, ότι υπήρξε γυναίκα - συγγνώμη, Γυναίκα - που να τον έχει φαντασιωθεί ποτέ.

Όσο και να μου αρέσει να γελάω, όσο και να μου αρέσει να κάνω sex, να κάνω και τα 2 ταυτόχρονα, με ξενερώνει αφάνταστα. Αφάνταστα, όμως.
Και ο Χ, ήταν μεγάλη εξαίρεση.

Μέσα στα μεσάνυχτα, κατάλαβα ότι ήταν ξύπνιος.
Μισάνοιξα τα μάτια, και τον είδα καθιστό δίπλα μου, με αναμμένο το πορτατίφ του, να με κοιτάζει. Τον κοίταξα κι εγώ, με απορία.
-Ήθελα να δω αν είστε καλά..., απολογήθηκε.
-Τώρα, είμαι, του είπα με σφιγμένα δόντια και μάτια. Αν δεν σβήσεις το φως και δεν πέσεις για ύπνο, δεν θα είμαι. Θα νευριάσω. Εκτός κι αν θέλεις να πας να κοιμηθείς μέσα. Δεν θέλω να κάνεις περιπολίες. Πέρασε.

Έσβησε το φως, και έμεινε ξαπλωμένος ανάσκελα.
Περίμενα να δω τι θα κάνει. Και τι το ήθελα;
Άρχισε.
-Αφέντρα...;, ρώτησε με νάζι.
-Τι θέλεις, μην γαμήσω κάνα κώλο, νυχτιάτικα;, είπα νευριασμένη.
-Να βγάλω ένα σεντόνι να σας σκεπάσω;... Θα κρυώσετε..., είπε με περισσότερο νάζι.

Μου ανέβηκε το αίμα - όσο είχε περισσέψει - στο κεφάλι...
Κάθησα στο κρεβάτι, άναψα το πορτατίφ μου, και τον κοίταξα.
-Τι καταλαβαίνεις τώρα;..., του είπα κάπως. Μετά από ό,τι έγινε, νομίζεις ότι με αυτού του ύφους τις ερωτήσεις θα μου γλυτώσεις;
-Μα...
-Μανταλάκια. Νομίζεις ότι μία ρινορραγία θα με σταματήσει; Άντε, να έχω καμμία επίσταξη. Το έχασα όσο αίμα είχα. Κοιμήθηκα, όσο με άφησες. Τώρα, νομίζεις, ότι το έχω εύκολο να ξανακοιμηθώ;
-Αφέντρα... θα κρυώσετε... αυτό σκέφτηκα..., εκείνος συνέχιζε απτόητος. Ήταν ανήσυχος και δεν είχε αίσθηση ότι το μάτι μου άρχιζε να γυαλίζει.
-Εγώ, πάλι, άλλα σκέφτομαι τώρα. Αλλά δεν πειράζει. Φέρε το σεντόνι. Φέρε το σεντόνι, γαμώ το σπίτι μου, λέμε.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι, ψιλοφοβισμένος.
Πήρε ένα σεντόνι, ενώ εγώ τον παρακολουθούσα σφίγγοντας το στόμα να μην βάλω τα γέλια.
Γύρισε για να με σκεπάσει. Εγώ καθόμουν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.
-Γιατί γελάτε, Αφέντρα...;,
-Άσε εμένα γιατί γελάω... Εσύ να σκέφτεσαι μήπως κλάψεις...
-Αφέντρα... Πρέπει να ξεκουραστείτε... Χάσατε πολύ αίμα... Θα πάω μέσα να κοιμηθώ... Να μην σας ενοχλώ...
-Δεν είναι αυτό το θέμα μου..., το μάτι μου δεν γυάλιζε πλέον. Άστραφτε.

Έμεινε να με κοιτάζει. Δεν καταλάβαινε.
Όταν κατάλαβε, άρχισε να πηγαίνει τοίχο-τοίχο, με το σεντόνι αγκαλιά.
-Αφέντρα... η κατάστασή σας..., άρχισε να λέει.
-Ναι; Η κατάστασή μου; Πείτε μου, γιατρέ μου..., σηκώθηκα από το κρεβάτι.
-Δεν κάνει, Αφέντρα... Μπορεί να αιμορραγήσετε πάλι..., το γύρισε στον γνωστό τόνο, οπισθοχωρώντας.
-Έλα εδώ... Έλα εδώ..., έβαλα το χέρι στο μέτωπο. Δεν θα μου γλύτωνε με τίποτα.

Άρχισε να γελάει. Αθώα.
Μου έστριψε περισσότερο.
-Αφέντρα, συγγνώμη... Δεν το ήθελα... Δεν πρέπει...
-Ώπα. Εγώ είμαι η Άφεντρα κι εσύ λες ότι δεν πρέπει; Πως το συνδυάζεις;
Τον έπιασα από το χέρι, αφού είχε προλάβει να περάσει στο σαλόνι.
-Αφέντρα...
-Τώρα θα σου πω εγώ τι παθαίνει κανείς, όταν ξυπνάει μεσάνυχτα την Αφέντρα... Και της μιλάει σε αυτόν τον τόνο...

Ξανάρχισαν οι συγγνώμες.
Νόμιζε ότι αυθαδίαζε. Αλλά δεν ήταν αυτό.
Ήταν το ενδιαφέρον του, ήταν η αθωότητά του.

Το sex που κάναμε - μέσα στα γέλια -, ήταν σουρεαλιστικό.
Από την μία πρόσεχε να μην μου ανοίξει η μύτη, από την άλλη δεν κρατιόταν.
Από την μία μου έλεγε πόσο με θέλει, από την άλλη αν έπρεπε να πάμε την άλλη μέρα στον γιατρό.
Από την μία φοβόταν να με αγγίξει, από την άλλη δεν ήξερε από που έρχονταν τα βογκητά.

Μέχρι να γνωρίσω τον Χ, πίστευα ότι αν έκανα μία τέτοια σχέση, θα ήταν παραπάνω από σοβαρή. Θα ήταν αφόρητα βαριά. Γιατί με ξέρω. Με εκείνον, όμως, κατάλαβα ότι η D/s σού βγάζει πράγματα που ούτε φαντάζεσαι ότι έχεις, ούτε πιστεύεις ότι θα τα κάνεις. Και αυτό συμβαίνει αμφίπλευρα. Οι αντιθέσεις, οι αντιφάσεις, γεννώνται μέσα από ό,τι ζεις. Και βγαίνουν στην πορεία. Μπορεί στην vanilla σχέση, να τα κρύψεις ή να τα σταματήσεις.
Στην D/s, αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις.

Αν πραγματικά θέλεις να ζήσεις την D/s.
Και όχι την παρωδία της.

21.5.10

A Drop Of Sweat

Πετάχτηκε πανικόβλητος από το κρεβάτι.
Το αίμα έτρεχε από την μύτη μου σαν νερό.
Ό,τι του είχα κάνει πριν από λίγα λεπτά, και για τόση ώρα, δεν τον φρίκαρε.
Στην θέα της αιμορραγίας μου, αφηνίασε.

-Αφέντρα!, φώναξε σαστισμένος.
-Δεν είναι τίποτα, τον καθησύχασα. Είναι από την ζέστη. Δεν έπρεπε να μείνω τόση ώρα με σκυμμένο το κεφάλι.
Τον κοιτούσα ψύχραιμη, με το αίμα να κυλάει επάνω στο στήθος μου, στην αγκαλιά μου, στα σεντόνια.
Εκείνος είχε σοκαριστεί.

Έτρεξε στην κουζίνα.
-Μην φέρεις πάγο. Είναι χειρότερα.
-Αφέντρα, δεν μπορώ να σας αφήσω έτσι! Αιμορραγείτε πολύ! Να σας κρατήσω το κεφάλι πίσω!
-Θα καταπίνω το αίμα μου. Θα περάσει. Κλείσε τις πόρτες και άνοιξε το air-condition.
Πολύ γρήγορα, κατέβασε τα παντζούρια, έκλεισε τα παράθυρα, και άνοιξε το κλιματιστικό.
Δυστυχώς, όμως, άναψε το φως...
Και τρελάθηκε.

-Αφέντρα! Σας παρ...
-Δεν υπάρχει λόγος να κάνεις έτσι. Είμαι καλά. Θα σταματήσει. Θα είμαι αδύναμη, γιατί θα χάσω πολύ αίμα. Δεν έπρεπε να μείνω τόσο πολύ στην ζέστη, και τόση ώρα σκυμμένη. Αν φρικάρει κάποιος, αυτός είμαι εγώ. Γιατί είναι κάτι που δεν το ελέγχω. Και με δαιμονίζει. Θα μείνω έτσι καθισμένη, και το πολύ-πολύ να πετάξουμε τα σεντόνια.

Το αίμα έτρεχε καυτό επάνω στα χείλη μου.
-Ήταν μεγάλη απερισκεψία, αυτό που έκανα. Ήταν το Killing Time που με ξεμυάλισε... και μετά εσύ... Διάολε... αν γύριζε ο χρόνος πίσω, μπορεί και να το ξαναέκανα!
Πήγε να χαμογελάσει, σταμάτησε, ξαναφάνηκε λίγο το χαμόγελό του, έσκυψε το κεφάλι.
Γονάτισε μπροστά μου, και έβγαλε μία μαξιλαροθήκη.
Πήγε στην κουζίνα, την έβρεξε, και γύρισε πίσω.

Εγώ καθισμένη οκλαδόν, κι εκείνος γονατισμένος και συνοφρυωμένος, σκούπιζε τα πόδια μου, κλείνοντας που και που τα μάτια του, λυπημένος. Σκούπιζε τα χέρια μου, το στήθος μου. Τον κοιτούσα σχεδόν χαμογελαστή. Ένοιωθα την αδυναμία να έρχεται, γιατί μούδιαζε το στόμα μου. Ο αέρας στο δωμάτιο γινόταν σιγά-σιγά δροσερός και σύντομα κρύος. Η ρινορραγία άρχισε να σταματάει σταδιακά.

Όταν σταμάτησε εντελώς, ήμουν εξαντλημένη.
-Θέλω να ξαπλώσω..., είπα με όση δύναμη είχα.
Σηκώθηκε αμέσως, με έπιασε από την πλάτη, και έβαλε ένα μαξιλάρι στο ύψος του κεφαλιού μου. Με βοήθησε να ξαπλώσω στο πλάϊ, και ήρθε να γονατίσει μπροστά μου. Του χάϊδεψα το πρόσωπο.
-Λες να υπάρχει Θεός;..., τον ρώτησα αδύναμα.
-Υπάρχει, Αφέντρα, είπε χαμηλόφωνα, κοιτάζοντάς με στα μάτια.
-Επειδή με τιμώρησε;..., του χαμογέλασα, όσο μπορούσα.
-Επειδή σάς γνώρισα, είπε σοβαρός.

Έκλεισα τα μάτια, και το χαμόγελό μου έγινε πλατύτερο.
Σηκώθηκε, έσβησε τα φώτα, έκλεισε την μουσική, άνοιξε την τηλεόραση, και ήρθε και ξάπλωσε πίσω μου.
-Αφέντρα;...
-Ναι;
-Μπορώ να σας αγκαλιάσω;...
-Ναι.
Έσυρε το σώμα του στο στρώμα, και πήρε την στάση που είχε το δικό μου, κολλώντας επάνω του.
Έφερε το χέρι του στο στήθος μου, και έπιασε το δικό μου, βάζοντας το πρόσωπό του στα μαλλιά μου.

-Αφέντρα... Αν πάθετε κάτι..., ψιθύρισε.
-Μία ερώτηση μόνο. Ποια ήταν η αφορμή για ό,τι έκανες;
-Μία σταγόνα από τον ιδρώτα σας, Αφέντρα...

17.5.10

Facing The Moment

Ό,τι είχε να πει, το είχε πει.
'Ο,τι είχε να κάνει, το είχε κάνει.
Ήταν η σειρά μου.

Σηκώθηκα, αφήνοντάς τον εκεί που ήταν.
Πήγα στην ντουλάπα, και έβγαλα κάτι παρόμοιο με αυτό που φορούσα.
Του το πέταξα, και τον διέταξα να με ντύσει.
Πήγα στο σαλόνι να φέρω τα τσιγάρα μου, πάτησα το repeat στο CD Player, άναψα ένα μπαίνοντας στο δωμάτιο, και τον έβλεπα να κάνει ό,τι του είχα πει.

Αυτό που έγινε μετά, δεν είχε προηγούμενο.
Κολλούσαμε επάνω στα σεντόνια, από τον ιδρώτα που σχημάτιζε γραμμές στα σώματά μας.
Ήξερε πως ό,τι μου έβγαινε, δεν είχε να κάνει με ό,τι έκανε.
Είχε να κάνει με όσα είπε.
Και με τον τρόπο που τα είπε.

Κι εγώ αυτό, απλώς, το λέω "feedback".

Δεν ήμουν σε θέση να ακούσω καμμία ανάσα του, καμμία αντίδρασή του, κανέναν αναστεναγμό του.
Αυτό θα το έκανε πιο επικίνδυνο.
Ήμουν ήδη όπως έπρεπε να είμαι.
Οι κραυγές του, τα βογκητά του, θα επιβάρυναν την διάθεσή μου.
Και δεν έπαιρνε άλλο.

Όταν τελείωσα, εκείνος ήταν εξουθενωμένος.
Εγώ όχι.
Του έλυσα το gag, αλλά δεν ήθελα να κατέβω από επάνω του.
Του έπιασα τον λαιμό.
Όχι όπως είχε πιάσει εκείνος τον δικό μου...

Άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε για μία στιγμή, και τα ξαναέκλεισε. Αργά.
Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
Μου έπιασε την μέση.
Έγινα χειρότερα...

-Σταμάτησέ με.
Καμμία απάντηση.
-Είπα. Σταμάτησέ με.
Καμμία απάντηση.

Άρχισα να σφίγγω τα δάκτυλά μου, γύρω από τον λαιμό του. Αργά.
Κοιτούσα και την παραμικρή έκφραση που έπαιρνε.
Μέχρι που ένοιωσα τα χέρια του να με αφήνουν.
Οι παλάμες του έπεφταν ανοικτές επάνω στο στρώμα.
Το χαμόγελο δεν έλεγε να φύγει από τα χείλη του...

Έσφιξα περισσότερο.
Δεν ένοιωθε πόνο. Δεν ένοιωθε δυσφορία.
Το στρώμα είχε γίνει μία θάλασσα, κι εκείνος επέπλεε, γαλήνιος, στην επιφάνειά της.
Δεν ήμουν ο δυνάστης του.
Ήμουν ο ήλιος του...

Κι εκεί ξέφυγα.
Όταν άρχισε να βήχει δυνατά, τα δάκτυλά μου ήταν ακόμη γύρω από τον λαιμό του.
Ανασηκώθηκε να πάρει αναπνοή.
Τον κοιτούσα ικανοποιημένη.
Χαμογελαστή.

Όταν συνήλθε, έπιασε τα χέρια μου.
Τα φίλησε.
Μείναμε έτσι για λίγο.

Μέχρι που τα χέρια μας άρχισαν να γεμίζουν με αίματα.

16.5.10

Ready For The Worst

Όταν αρχίσαμε να μαγειρεύουμε, συζητούσαμε για τα μαχαίρια των chef.
Πόσο χρήσιμα είναι στην κουζίνα, πόσο μου άρεσε να βλέπω να φιλετάρουν κρέας και ψάρι.
Και οι συνειρμοί ήταν αναπόφευκτοι: ο κάθε ειδικός θέλει τον εξοπλισμό του.
Τον σωστό εξοπλισμό.

Σε ένα του ταξίδι, μου έφερε μία δερμάτινη θήκη.
Το μυαλό μου πήγε στον δικό μου ειδικό εξοπλισμό.
Αλλά μέσα, αντί για ταξιδιωτικό μαστίγιο, είχε 6 μαχαίρια.

Τα χρησιμοποιούσαμε σπάνια, γιατί έκοβαν βλεφαρίδα στον αέρα.
Του είχα πει, ότι θα ήταν καλύτερα να έφερνε σπαθιά - που ήταν και τα αγαπημένα μου -, και γελούσαμε.

Όταν είδα το είδωλό του στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, δεν γελούσε κανείς μας.
Μέσα στο σκοτάδι του υπνοδωματίου - που είχε γίνει πιο έντονο, με το φως του σαλονιού -, τον παρακολουθούσα ακίνητη. Δεν ήξερα τι θα έκανε. Αλλά δεν φοβόμουν. Δεν είχε χάσει τον έλεγχο. Δεν υπήρχε περίπτωση να μου κάνει κακό. Αλλά δεν ήξερα αν θα το γύριζε σε εκείνον, προκειμένου να μου αποδείξει κάτι.

-Άνοιξε την μουσική, είπα αυστηρά.
Πήγε στο σαλόνι, και το Killing Time ακουγόταν ξανά, σε χαμηλότερη ένταση.
Ήρθε με αργά βήματα και στάθηκε μπροστά μου. Γονάτισε ξανά και με έπιασε από την μέση, με το αριστερό του χέρι. Μπορούσα να αναπνεύσω. Αλλά κράτησα την αναπνοή μου. Είχε φέρει το μαχαίρι στο ύψος του στήθους μου. Κοιτούσα την μεγάλη λεπίδα, ανέκφραστη.

-Δεν με φοβάστε, Αφέντρα...;, ρώτησε χαμηλόφωνα.
-Όχι, του απάντησα στον ίδιο τόνο.
Έκλεισε τα μάτια. Τον κοίταξα, και ευχήθηκα αυτό που θα κάνει, να μην είναι μοιραίο. Δεν με ένοιαζε τίποτε άλλο. Το μόνο που με ενδιέφερε, ήταν να μην γίνει κάτι μη αναστρέψιμο.

Με την λεπίδα ένα εκατοστό από το σώμα μου, φαινόταν να το σκέφτεται.
Το χέρι του δεν έτρεμε.
Είχε τον έλεγχο.
Η έκφρασή του είχε μαλακώσει.

"Όταν γυρίσαμε σπίτι, ήθελα να σας κάνω ό,τι δεν είχα ποτέ φανταστεί... Ήθελα να πέσουμε στο κρεβάτι και να μην σηκωθούμε ποτέ... Με έπιασε πανικός... Προσπάθησα να διώξω την σκέψη και έλεγα στον εαυτό μου ότι αυτό δεν είναι σωστό... Δεν είναι έτσι οι σκλάβοι... Στενοχωριόμουν, γιατί δεν σκεφτόμουν όπως εκείνος που θέλατε... Μία εβδομάδα μαζί σας και χώρια σας, μου στοίχισε... Αυτό που μου έβγαλε, δεν το είχα φανταστεί..."

"Ήθελα να σας αγκαλιάσω... να ξαπλώσω επάνω σας... να σας φυλακίσω με το σώμα μου... να μην αναπνέετε από το βάρος μου... Ήθελα να σας βασανίσω... Ήθελα να σας φέρνω σε οργασμό, ξανά και ξανά, μέχρι να μην μπορώ άλλο... Ήθελα να μην σηκωθείτε, ούτε για να αλλάξετε πλευρό... Ήθελα να μην μπορείτε να ανασάνετε από τα φιλιά... Ήθελα να σας φάω... Αλλά έκανα πίσω... Φοβήθηκα..."

"Τόσο καιρό, πριν σας γνωρίσω, έλεγα πως όλο αυτό που ήθελα, είχε και λίγο ηθοποιΐα μέσα... Ότι κάποιες στιγμές, πρέπει να υποκρίνομαι... Αυτό έβλεπα ότι γίνεται... Καταλάβαινα ότι έτσι είναι... Αφού υποκρίνονται οι Αφέντρες, θα έπρεπε να υποκρίνονται και οι σκλάβοι... Αλλά εγώ δεν έχω υποκριθεί μαζί σας... Γιατί εσείς δεν έχετε υποκριθεί μαζί μου... Εσείς μου αποδείξατε πως αυτό δεν είναι ηθοποιΐα... Εγώ νόμιζα πως δεν γινόταν αλλιώς... Έτσι είναι... Εγώ θα φορούσα τις χειροπέδες κι εσείς τα δερμάτινα, και θα κάναμε κάτι, ίδιο κάθε φορά..."

"Έχω ζήσει τέτοιες καταστάσεις... Μπορεί απ' έξω, αλλά τις έζησα... Εσείς, όχι... Περίμενα από εσάς, κάτι άλλο... Πιο στημένο ακόμα... Κι εσείς είστε το ακριβώς αντίθετο... Νόμιζα ότι χωρίς αυτά, δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτα... Αλλά και πάλι, ήμουν λάθος... Αν δεν σας γνώριζα, δεν θα το μάθαινα ποτέ..."

Και με εκείνα τα λόγια, έφερε το μαχαίρι στο δέρμα μου.
Γύρισε την κόψη προς τα έξω, και άρχισε να κόβει τα δεσίματα.
Αμίλητος.
Το στήθος μου αφέθηκε γυμνό μπροστά του.

Κατέβασε το μαχαίρι, και άρχισε να κόβει ό,τι έβλεπε δεμένο.
Το ύφασμα σιγά-σιγά χαλάρωνε και έπεφτε από το σώμα μου.
Μέχρι που, από το βάρος του ιδρώτα, έπεσε στο πάτωμα, κομματιασμένο.
Πήρε ό,τι είχε μείνει στο άλλο του χέρι και το κοίταξε.

Και η φωνή του άλλαξε...
Η έκφρασή του, το ίδιο...
Άρχισε να μου στρίβει...

"Σε εκείνη την συζήτηση, δεν ήμουν καλός... Με ό,τι είπα, θεωρήσατε πως περιμένω από εσάς να είστε δήθεν... Από βλακεία μου... Δεν με ενδιαφέρουν αυτά που φοράτε... Δεν με ενδιαφέρει αν είστε ξυπόλητη ή αν φοράτε τακούνια... Όλα αυτά, με ενδιέφεραν πριν σας γνωρίσω... Όχι τώρα πια... Για εμένα όλα αυτά μετράνε, όταν τα φοράτε εσείς... Σημαίνουν πράγματα για εμένα, όταν βλέπω εσάς να τα φοράτε... Δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχουν, όμως... Με ενδιαφέρει να υπάρχετε εσείς... Και να είμαι σκλάβος σας..."

Η φωνή του είχε περισσότερο νάζι...
Περισσότερο παράπονο...
Μου έστριβε στ' αλήθεια...

"Το πρωΐ, στην μπανιέρα, ήταν η καλύτερή μου ανάμνηση, όλη αυτή την εβδομάδα... Ήμασταν μέσα στο νερό, και γελούσαμε... Μου βάζατε χέρι, και αισθανόμουν σημαντικός... Με διορθώνατε... Με βάζατε στην θέση μου... Εκεί που κανονικά πρέπει να είμαι... Να είμαι εκεί για εσάς... Να μην χάνομαι στις σκέψεις μου... Να σας ρωτάω... Και να σας ακούω... Γιατί κάνω λάθη... Και εσείς έχετε υπομονή μαζί μου... Γιατί με αγαπάτε..."

Η φωνή του έσπασε.
Άφησε το μαχαίρι στο πάτωμα.
Ακούμπησε την πλάτη του πίσω στον τοίχο, δίπλα από την μπαλκονόπορτα.
Και έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια, φέρνοντας τα γόνατα στο στήθος.
Το ύφασμα από το φόρεμά μου, ήταν ακόμη στις παλάμες του.

Μαύρο.