11.4.10

La Réceptionniste

-Τι θα γίνει;! Θα στρίβουμε μέχρι να ξεράσω; Πως την είδες;
Καθόταν μπροστά και χαμογελούσε.
Την άκουγε να γκρινιάζει από το πίσω κάθισμα, αλλά ήξερε ότι μέσα Της αδημονούσε για την αλλαγή. Κι η ίδια ήταν σίγουρη ότι θα Την ενέκρινε και θα Της άρεσε.
-Κάτι ρώτησα..., υπενθύμισε ξεφυσώντας.

Της είχε λείψει...
Και οι γκρίνιες Της, και τα καπρίτσια Της, και τα πείσματά Της, και τα παράπονά Της, και τα νεύρα Της, και τα ξεσπάσματά Της...
Όλα Της...
-Φτάνουμε..., είπε γλυκά.
-Αυτό λες εδώ και μισή ώρα! Θέλεις να πάθω πνευμονία;! Κλείσε το παράθυρο! Είμαι ιδρωμένη!
-Το κλείνω..., Την καθησύχασε. Καθώς έβαλε το δάκτυλό της πάνω στον διακόπτη, Την κοίταξε από τον καθρέφτη. Είχε σταυρώσει τα χέρια στο στήθος Της, και κοιτούσε έξω από το παράθυρό Της. Είχε πάρει ένα ύφος σαν να Την είχε μαλώσει κάποιος. Χαμογέλασε διάπλατα. Την αγαπούσε, λέμε.

Όταν έφυγε το ταξί, Τ/τις άφησε να στέκονται μπροστά στο σπίτι.
-Αυτό είναι...;, ρώτησε καχύποπτα Εκείνη.
-Ναι.
-Είναι σαν ξενοδοχείο...
-Ναι. Μου αρέσει. Και πιστεύω ότι Σου αρέσει κι Εσένα.
-Εδώ είναι επικίνδυνα... Είναι πάνω στον γκρεμό..., είπε και κοίταξε γύρω Της.
-Όχι τυχαία..., Της χαμογέλασε με νόημα. Θέλεις να πάμε μέσα να το δεις;

Έκανε ένα βήμα πίσω και Την άφησε να περάσει πρώτη.
Την πρόλαβε μέχρι να ξεκλειδώσει την είσοδο, άνοιξε και τις δύο πόρτες διάπλατα και Της έκανε μία κίνηση με το χέρι.
-Αυτό είναι το νέο Μ/μας σπίτι... Πέρασε...
Την προσπέρασε κοιτάζοντας γύρω Της. Ήταν όντως σαν ξενοδοχείο. Ήταν ωραίο. Είχε έναν τεράστιο χώρο υποδοχής, πολλούς καναπέδες, όλα μες στο φως που έμπαινε από τις πανύψηλες τζαμαρίες.
-Στο άλλο σπίτι δεν ήθελες κανείς να βλέπει μέσα. Κι εδώ έβαλες τζαμαρίες;, γύρισε να την κοιτάξει.
-Ναι. Γιατί εδώ θα είναι αλλιώς, Της απάντησε με σιγουριά.

-Πες μου ότι θα κοιμόμαστε στους καναπέδες..., Της γύρισαν τα μάτια.
-Στους καναπέδες;!, έβαλε τα γέλια. Πως σου ήρθε;!
-Δεν βλέπω πουθενά δωμάτια. Και δεν έχω καταλάβει: σπίτι είναι ή κοινόβιο;
-Αυτό είναι το σαλόνι. Εδώ θα υποδεχόμαστε τον κόσμο που θα γνωρίζουμε. Και εύχομαι να είναι πάντα γεμάτο.
-Λίγο δύσκολο, έψαξε τα τσιγάρα Της. Ο δρόμος είναι απότομος, όλο στροφές, και το σπίτι δεν φαίνεται από πουθενά. Ψυχή δεν θα έρχεται. Τώρα κατάλαβα γιατί μετακομίσαμε. Και στην βεράντα να βγαίνω, ούτε οι λύκοι δεν θα με βλέπουν. Σωστά;
-Λάθος.
-Λάθος...; Είχε γυρίσει το κεφάλι Της κάπως, και την κοιτούσε ειρωνικά, με την φλόγα από τον αναπτήρα να φωτίζει τα μάτια Της.

-Αυτό το σπίτι το ξέρουν πολλοί άνθρωποι. Εγώ έχω δώσει την νέα Μ/μας διεύθυνση. Και θα το μάθουν ακόμη περισσότεροι. Αλλά και κάποιος άγνωστος να έρθει, είναι ευπρόσδεκτος. Τις τζαμαρίες τις έφτιαξα γιατί δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε.
-Εκτός από Εμένα, εννοείς..., της αντιμίλησε.
-Ναι. Είδες τι έγινε με την Ν... Μόλις βγήκες έξω, της έτρεξαν τα σάλια...
-Ναι... Αηδία..., έκανε έναν μορφασμό. Αλλά τι φταίω που με ερωτεύεται ο κόσμος;, κοίταξε αυτάρεσκα το μανικιούρ Της.
-Δεν φταις Εσύ. Φταίω εγώ...

Κοιτάχτηκαν για λίγο αμίλητες.
-Δεν φταις, της είπε αυστηρά. Αυτός είναι ο χαρακτήρας Μου. Δεν μπορώ να κάνω κάτι. Μου αρέσει.
-Κι εμένα, Την πλησίασε. Γι' αυτόν τον λόγο, έφτιαξα αυτό.
Έκανε προς τα πίσω και Της έδειξε ένα γραφείο, με ένα μεγάλο βάζο με ψηλά λουλούδια.
-Τι είναι αυτό...;, την ρώτησε με έναν τόνο που μαρτυρούσε ότι είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πως υπήρχε ένα σχέδιο πίσω από όλα.
-Η réception, Της απάντησε χαμογελώντας μυστήρια.
-Σοβαρολογείς;, την κοίταξε έντονα. Διάολε! Όλα είχαν αρχίσει να αποκτούν νόημα! Και ενδιαφέρον!

-Ναι. Όσο καιρό έλειπα, έχτιζα αυτό το σπίτι, αυτήν την επιχείρηση. Και, παράλληλα, μάθαινα ξένες γλώσσες. Μπορώ να συνεννοηθώ με αρκετό κόσμο, πλέον. Είμαι μία réceptionniste. Η δική Σου réceptionniste... Όποιος ξένος έρχεται, θα είμαι ευγενική, τυπική, απόμακρη, ανώδυνα ευχάριστη. Εάν μιλάει άλλη γλώσσα, θα μιλάει μαζί μου, καθώς θα τον κρατώ για πάντα στο σαλόνι ή θα τον συνοδεύω στην έξοδο, χωρίς να το καταλαβαίνει. Εάν μιλάει την δική Μ/μας, θα τον αναλαμβάνεις Εσύ.
-Στο σαλόνι...;
-Όχι. Από 'δω...
Της έδειξε μία κρυφή πόρτα, που βρισκόταν πίσω από μία βιβλιοθήκη. Ένας μακρύς διάδρομος εμφανίστηκε και άρχισαν να περπατούν. Σταμάτησε απότομα πίσω της, όταν ο διάδρομος έβγαλε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μπροστά Τ/τους ήταν οικόπεδο, και λίγο μετά ο γκρεμός.
-Τι είναι αυτό;!, είχε ενθουσιαστεί.
-Το μέρος που θα γίνουν τα δωμάτια. Εσύ θα επιλέξεις, πόσα/πως/που. Όσοι Σου αρέσουν από αυτούς που μπαίνουν, θα είναι στην διάθεσή Σου, να τους κάνεις ό,τι θέλεις. Να τους ξεναγείς όπου νομίζεις ότι τους αξίζει, να τους δείχνεις όσα δωμάτια Εσύ θέλεις, να τους φιλοξενείς αν πρέπει ή να τους οδηγείς, απλώς, στην πίσω έξοδο, αν αλλάξεις γνώμη. Ό,τι θέλεις.

Είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια Της και την κοιτούσε, έτοιμη να την πεθάνει στα φιλιά.
-Ό,τι θέλω...;, την ρώτησε περίεργα.
-Ναι. Ό,τι θέλεις, απάντησε ήρεμα.
-Ακόμα κι αν ένα δωμάτιο γίνει ακριβώς πάνω στον γκρεμό...; Ακόμα κι αν... κατά λάθος... πετάξω μερικούς από 'κει;...
-Ακόμα και τότε.
-Μην λες μαλακίες. Ξέρεις ότι είμαι ικανή να το κάνω.
-Το ξέρω.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει.
-Εδώ πάνω θα φυσάει πάντα, είπε και πλησίασε στον γκρεμό.
-Τώρα πιστεύεις ότι σε αγαπάω;
-Ναι.

9.4.10

Insight

Ατμοί είχαν γεμίσει το δωμάτιο, μέχρι το ταβάνι.
Δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα.
Άκουγε, ωστόσο, την φωνή Της.
Έβριζε.

Προσπάθησε με το χέρι να διώξει από το οπτικό της πεδίο τα σύννεφα ατμού. Δεν μπορούσε να δει ούτε που πατάει.
-Που είσαι;
-Που να είμαι, γαμώ την κοινωνία μου;!, ακούστηκε εκνευρισμένη. Εδώ που με άφησες είμαι!
-Σε άφησα εγώ μέσα στους ατμούς και δεν το θυμάμαι;
-Όχι, που να γαμήσω κάνα κώλο! Με την Stirella στο χέρι με άφησες! Μην ανοίξω το στόμα μου!
-Θεωρείς ότι τώρα το έχεις κλειστό;
-Θέλεις να το ανοίξω....;
-Χμ... Μάλλον όχι...
-Πολύ καλά! Άνοιξε τώρα το παράθυρο!
-Που είναι το παράθυρο; Εγώ δεν βλέπω την μύτη μου!
-Καλά να πάθεις! Ψάχνε τώρα!

Αποφάσισε να μην Την εκνευρίσει περισσότερο.
Όταν είχε τα νεύρα Της ήταν προτιμότερο να έβγαζε κανείς τον σκασμό.
Βρήκε το παράθυρο, το άνοιξε, και έμεινε να Την κοιτάζει.
Τα μαλλιά Της είχαν κολλήσει στο πρόσωπό Της, στο μπούστο Της, στους ώμους Της.
Την κοιτούσε με το ατμοσίδερο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα.
Με το άλλο χέρι προσπαθούσε να ισιώσει το φόρεμά Της πάνω στην σιδερώστρα, το οποίο, όμως, λες και το έκανε επίτηδες, γλυστρούσε και έπεφτε κάτω, σαν να έψαχνε να βρει τα πόδια Της. Κι όταν τα έβρισκε, στεκόταν ήσυχο.

-Ορίστε! Αυτό γίνεται συνέχεια, γαμώ το κέρατό μου!
-Αλήθεια, τώρα..., προσπάθησε να Την καλοπιάσει. Τι κάνεις εκεί;
-Εσύ δεν είπες να σιδερώσω τις πτυχές μου;! Με σιδερώνω, λοιπόν! Τι θέλεις τώρα;!
Φύσηξε με δύναμη μία τούφα που έπεφτε στα μάτια Της αλλά εκείνη δεν έλεγε να πάει πουθενά.
Την πλησίασε χαμογελώντας και πήγε από πίσω Της.
-Ούτε η τούφα δεν ξεκολλάει από πάνω Σου, ε;, Tην ρώτησε με αγάπη, καθώς Της μάζευε τα μαλλιά σε αλογοουρά.
Τραβήχτηκε και την κοίταξε με μίσος.
-Άσε τις πουστιές! Δικές σου μαλακίες είναι αυτές που κάνω! Φύγε τώρα! Έχω δουλειά!
-Εγώ ήρθα για να σου πω..., Της είπε μαλακά. Άσε με να σου μαζέψω τα μαλλιά...
-Δεν θέλω!, πήγε ένα βήμα πιο πίσω. Και τι να μου πεις;! Μήπως ότι μου έφερες και τίποτα βρακιά σου να τα πατήσω;! Να πάω να πάρω και άλλη μία σιδερώστρα, να μην χάνω χρόνο, μη σου γαμήσω! Μόνο να μου στείλεις κάποιον να μου ανάβει τα τσιγάρα! Να προλαβαίνω!

"Χμ... Δεν μπορώ να Την κατευνάσω με τίποτα", σκέφτηκε. Είχε βαλθεί να μαζεύει το φόρεμά Της και να το βάζει πάνω στην σιδερώστρα. Και; Εκείνο έψαχνε τα πόδια Της πάλι...
Της πήρε το σίδερο από το χέρι και Της ίσιωσε το φόρεμα.
-Τι έγινε;!, της φώναξε. Θα με σιδερώσεις εσύ, τώρα;! Δεν φτάνει που με έχεις κλεισμένη εδώ μέσα;! Που ούτε στο μπαλκόνι δεν βγαίνω, για να μην με δει κανένας;! Τι θα κάνεις μετά;! Θα χτίσεις και το παράθυρο;! Λέγε! Αλλάζω ταυτότητα;! Καλό το "Σπυριδούλα";! Γιατί το "δούλα", όπως βλέπεις, έχει μεγάλη επιτυχία!
Στενοχωρήθηκε.
-Δεν είχα τέτοιον σκοπό... Το ξέρεις... Σε αγαπάω...

Η έκφρασή Της άλλαξε.
Ήταν πιο θυμωμένη. Εξαγριωμένη. Την πλησίασε με σφιγμένες τις γροθιές Της και μισόκλειστα τα μάτια. Η φωνή Της ίσα που ακούστηκε.
-Με αγαπάς...; Με ποιον τρόπο; Με το να με κρύβεις; Αυτό είναι "αγάπη" για εσένα; Γιατί εγώ ξέρω, ότι όταν αγαπάς κάποιον κάνεις τα πάντα για να είναι ευτυχισμένος. Είμαι εγώ ευτυχισμένη; Είναι όλα αυτά κατάσταση "ευτυχίας"; Που με κλείδωσες μέσα και ασχολήσε με τους άλλους; Αυτό λες εσύ "αγάπη"; Δεν φεύγεις καλύτερα;
-Θα φύγω... Αλλά θα σε πάρω μαζί μου.
-Δεν πάω πουθενά!
-Πρέπει. Μετακομίζουμε.
-Μετακομίζουμε...;

Την κοίταξε καχύποπτα.
Δεν ήξερε εάν έπρεπε να της έχει εμπιστοσύνη, μετά από όλα όσα είχαν συμβεί.
-Ναι. Μετακομίζουμε.
-Να υποθέσω ότι το νέο μου διαμέρισμα θα είναι υπόγειο..., είπε πικρόχολα.
-Δώσε μου μία ευκαιρία, Της απάντησε στενοχωρημένη. Να σου αποδείξω πόσο σε αγαπάω. Γιατί σε αγαπάω. Πολύ...
-Πολύ καλά. Μισό, να πάρω την Stirella.
-Δεν χρειάζεται. Αυτό που έπρεπε να γίνει, έγινε. Σιδέρωσες ό,τι έδιωχνε εκείνους που ήθελες να κρατήσεις για Εσένα. Έτσι δεν είναι; Δεν συμφωνείς κι Εσύ ότι έπρεπε να γίνει;

Δεν της μιλούσε.
Ήταν θυμωμένη.
Άναψε ένα τσιγάρο και κάθησε στο πάτωμα οκλαδόν.
-Μάλλον, παραδέχθηκε με δυσκολία.
Γονάτισε μπροστά Της.
-Ξέρεις γιατί έπρεπε να σιδερωθούν αυτές οι πτυχές. Για να μην τσαλακωθείς ποτέ. Μπορεί, τώρα που θα βγούμε, να δεις γκρεμισμένη την πρόσοψη. Μην λυπηθείς. Γιατί όταν θα φύγουμε, θα το γκρεμίσω όλο. Αυτό ήταν μόνον η αρχή. Εσύ δεν μου λες πάντα, ό,τι κάνω να το κάνω όσο καλύτερα μπορώ; Το έκανα. Έλα, τώρα, να σου δείξω τι έχω κάνει. Για Εσένα.

Κάπνιζε και την κοιτούσε.
-Χμ... Κάποιος με αγαπάει, τελικά... Νομίζω..., είπε ικανοποιημένη.
-Τρελά. Τρελά, όμως...

8.4.10

Flashes

Είμαι περίεργος άνθρωπος.
Γενικά.
Και ιδιότροπος.
Πολύ.

Ένα από τα χαρακτηριστικά μου, είναι ότι λειτουργώ με flash.
Δηλαδή.
Εκεί που κάθομαι - μπορεί να μιλάω με 20 άτομα ή να βλέπω μόνη μου τηλεόραση -, ξαφνικά, σταματάω να κάνω ό,τι κάνω και, σαν να ακούω μία φωνή, σχεδόν κρατώ την αναπνοή μου για να μην μου φύγει η σκέψη, κοιτώντας όποιον τοίχο ή αντικείμενο μού είναι βολικό.
Και αυτή μπορεί να είναι: τι είχε συμβεί πριν μία 10ετία - μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν θυμάται τι έφαγε εχθές, τώρα... -, μία ατάκα που έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ και είχε ειπωθεί το κάποτε, μία ιδέα για την δουλειά μου, κάτι για να σημειώσω στα γραπτά μου, που είχα βάλει το καθρεφτάκι για το μακιγιάζ που έψαχνα ένα βράδυ, να βγάλω τα σκουπίδια, να πάρω τηλέφωνο να βρίσω μία φίλη μου, και διάφορα συναφή άσχετα.

Δεν ξέρω πως γίνεται αλλά γίνεται.
Και έχει μεγάλη πλάκα, γιατί αν έχω ανθρώπους που με γνωρίζουν γύρω μου, το καταλαβαίνουν, σταματούν για λίγο την συζήτηση μέχρι να ολοκληρωθεί η σκέψη μου, κι όταν επανέρχομαι, με μιμούνται, με αποτέλεσμα να πεθαίνω στα γέλια.

Βέβαια, αυτές είναι οι καλές εκδοχές.
Υπάρχουν και οι κακές. Αυτές που είναι τα σχέδια για μία τιμωρία, ας πούμε. Γιατί πάντα πίστευα στην τιμωρία. Καθώς, επίσης, και στο "όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος".
Ποιος ξέρει γιατί...

Σημασία έχει ότι πάντα θέλω τον χρόνο μου.
Γενικώς.
Έτσι, καθώς πέρασαν αρκετές μέρες θαυμάζοντάς με σε όποιον καθρέφτη με έβλεπα - γεγονός που συντελείτο με το απαραίτητο "Φτου σου, μάνα μου! Ήσουν θεά!" -, μου ήρθε το flash. Η τύπισσα είχε ενθουσιαστεί, γιατί είδε το πραγματικό μου "εγώ" εκείνο το βράδυ. Και όπως όλα τα ανθρωπάκια, πέταξε την σκούφια της στην σκέψη ότι θα μπορούσε να κάνει πράγματα μέσω εμού. Κι αν είχα καταφέρει να φύγω άνετα, ήταν γιατί ήταν τόσο ψώνιο, που προτίμησε να πάρει κάτι επάνω της - χωρίς να έχει σημασία αν το μεγαλύτερο ποσοστό ανήκε στην σφαίρα της φαντασίας της... -, παρά να επιμείνει για να επωφεληθεί μακροπρόθεσμα.

Τα μαθήματα που πήρα από την Ν, ήταν ανεκτίμητα.
Κατάλαβα πολλά περισσότερα από όσα περίμενα για τους άλλους, αλλά και για εμένα.
Κι αν έμαθα 3 βασικά πράγματα από την "συμβίωσή" μου με την Ν, είναι τα εξής:
1. Να μην απορρίπτω κανέναν. Ο κάθε άνθρωπος - μα ο κάθε άνθρωπος - έχει κάτι να σου δώσει, αρκεί να έχεις μάτια και αυτιά ορθάνοιχτα. Και όσο κρατήσει.
2. Όταν βλέπω ότι κάποιος ζει στην φαντασία του και ονειρεύεται, τον σκεπάζω, κάνω ησυχία, και φεύγω κλείνοντας απαλά την πόρτα.
3. Να μην στενοχωριέμαι για κανέναν. Ο καθένας έχει την ζωή που του αξίζει.

Το πτυχίο το είχα στο χέρι.
Ήθελα, όμως, και ένα doctorat.

6.4.10

Fucked Up Brains

Και ανέβηκα στην σκηνή.
Ήταν τόσο περίεργο συναίσθημα. Να μην έχουν περάσει ούτε 12 ώρες που εξευτέλισες έναν άνθρωπο κι εκείνος να σε περιμένει με ανοιχτές αγκάλες... Να σε κυνηγάει από πίσω όλη μέρα, για να σου δώσει κάτι που δεν θέλεις... Να τον ρωτάς "Είσαι καλά; Παίρνεις κάτι; Μήπως έχεις κενά μνήμης;" κι εκείνος να σου λέει άλλα...

Με την Ν έγινε επίσημο.
Τα ανθρωπάκια έχουν έναν μοναδικό τρόπο, το κάθε τι που ακούν να το διαστρεβλώνουν. Δεν ξέρω - ναι, ακόμα και τώρα δεν ξέρω - τι σκατά συμβαίνει μες στο ηλίθιο μυαλό τους και έχει ως αποτέλεσμα να είναι διαρκώς αλλού. Δεν έχει σημασία αυτό που λες, αν είναι υπέρ ή κατά τους. Το μυαλό τους θα το αλλοιώσει και δεν υπάρχει περίπτωση να βγάλεις άκρη.

Εκείνη η ημέρα ήταν η καλύτερη που πέρασα μαζί της.
Ήταν τόσο χαρούμενη, έδειχνε τόσο ευτυχισμένη. Δεν ξεκολλούσε από δίπλα μου και όπου πήγαινα ακολουθούσε σαν ουρά. Την μαλακία που είχε στον εγκέφαλό της, την καταλάβαινα. Την τόση ευτυχία, όχι.

Μιλάμε, ότι εκείνη την ημέρα, αν με έβλεπε ο Pirandello, θα πετούσε το Nobel του στα σκουπίδια. Το πόσο καλή ήμουν στο θέατρο του παραλόγου, ούτε η ίδια δεν μπορούσα να το πιστέψω. Διάολε, τα κατάφερνα!

Κι εκεί που πήγαιναν όλα καλά, με παίρνει από το χέρι να με πάει σε μία από τις πιο σημαντικές και δύσκολες πελάτισσές μας.
-Ξέρετε τι μου είπε εχθές η Νανά;!, τη ρώτησε όλο περηφάνια. Ότι με θαυμάζει πολύ κι ότι θέλει να γίνει σαν εμένα!
Αυτό ήταν.
Νέκρωσαν τα πάντα.
Κοίταξα την πελάτισσα - η οποία κακιά/ανάποδη/στριμμένη/εκκεντρική, ήταν διάολος και πανέξυπνη - ψυχρά, καθώς άκουγα να διανθίζει με δικά της λόγια τα διαμειφθέντα. Πράγματα που δεν υπήρχαν πουθενά, παρά μόνο στο μυαλό της...

Έκανα μεταβολή, μάζεψα τα πράγματά μου και βγήκα στον διάδρομο.
-Πας για τσιγάρα;, ξεκίνησε να με ρωτήσει αλλά μόλις είδε τι κρατούσα την έπιασε πανικός. Που πας;! Φεύγεις;!
-Ναι. Νομίζω πως ο θαυμασμός μου για εσένα, εξελίσσεται σε ζήλια και δεν το θέλω. Είναι καλύτερα να φύγω. Σε παρακαλώ. Με δυσκολία κρατώ τα δάκρυά μου. Είναι καλύτερα να χωρίσουμε. Δεν πάει άλλο. Συγχώρησέ με και άσε με να φύγω.
Με κοιτούσε με ένα ύφος συντετριμμένο. Διάολε, το πίστευε! Ήμουν θεά! Θεά!
-Δεν μπορείς να φύγεις έτσι... Με κρεμάς..., κατόρθωσε να ψελίσσει.
-Πρέπει..., ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο της, καθώς ξεφυσούσα. Δεν μου είναι εύκολο αλλά πρέπει. Θα σε θυμάμαι για πάντα. Και σου οφείλω. Να το θυμάσαι...

Βγήκα στον δρόμο.
Ένοιωθα ότι πετούσα.
Ένα μόνο δεν είχα καταλάβει: γιατί ήταν τόσο ευτυχισμένη.
Και άντε να βγάλεις συμπέρασμα με τόσο μαλακισμένο εγκέφαλο...

5.4.10

A World Away

Έσπρωξα τα πράγματα από μπροστά μου και άναψα τσιγάρο.
H Νανά είχε φτάσει στα όριά της.
Την κρατούσα με νύχια και με δόντια να μην αρχίσει τα χαστούκια.

-Ίσως έχει έρθει η ώρα να πούμε μερικά πράγματα, της είπα λίγο βαριά αλλά πολύ αυστηρά. Δεν θα μείνω για πολύ ακόμα εδώ. Κι όταν λέω "εδώ", εννοώ στην επιχείρηση. Οπότε, δεν είναι σωστό να τα πάρω.
-Γιατί;, ρώτησε ξαφνιασμένη. Έχει γίνει κάτι; Γιατί θέλεις να φύγεις;
-Γιατί ό,τι είχα να κάνω εδώ, το έχω ολοκληρώσει, απάντησα καθώς προσπαθούσα να μην ξεσπαθώσω.
-Τώρα αρχίζεις θέλεις να πεις! Έχεις εναρμονιστεί με τους άλλους, την δουλειά την παίζεις στα δάκτυλα, οι πελάτες ζητούν εσένα, γιατί να φύγεις; Είναι χρηματικό το θέμα; Μπορούμε να το συζητήσουμε. Πόσα θέλεις παραπάνω;

Την κοίταξα έντονα.
Με κάθε της ερώτηση μού γκρέμιζε κι ένα κομμάτι της υπομονής μου, που εκείνη την εποχή ίδρωνα για να την χτίσω.
-Δεν θέλω χρήματα. Δεν είναι εκεί το θέμα μου.
Σκέφτηκε. Με κοίταξε καχύποπτα.
-Θέλεις να πας κάπου αλλού; Είναι αυτό που είπε ο αντιπρόσωπος τις προάλλες; Ότι συζητούν το γεγονός ότι έχεις πάρει πελάτες από το Δ; Σου έκαναν πρόταση; Αυτό είναι; Πόσα σου είπαν;

Σηκώθηκα όρθια μες στα νεύρα.
-Δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, είπα ενώ κρατιόμουν με δυσκολία.
-Τότε τι είναι;
-Δεν θέλεις να ξέρεις. Καλύτερα να φύγω.
Την κοίταξα σβήνοντας το τσιγάρο και προχώρησα στην πόρτα.
-Θα ξεκλειδώσεις;, την ρώτησα χωρίς να γυρίσω.
-Όχι βέβαια! Θα μου πεις τον λόγο πρώτα!

Έκλεισα τα μάτια.
Γύρισα και άφησα απαλά την τσάντα μου στο κάθισμα.
-Θέλεις στ' αλήθεια να μάθεις;, την ρώτησα με γερμένο λίγο το κεφάλι.
-Φυσικά!
-Ήρθα εδώ για εσένα. Και μόνο για εσένα.
Τα 'χασε.
-Για εμένα...;
-Ναι. Θέλεις να συνεχίσω;
-Για κάτσε...
-Ευχαρίστως.

Της προσέφερα τσιγάρο από τα δικά μου κι εκείνη άναψε και το δικό μου.
Nana was in charge now...
-Νομίζω πως θα ξεκινήσω από το τι δεν θα έκανα έναν χρόνο πριν. Δεν θα ήθελα ούτε να σε ξέρω. Είσαι από τους ανθρώπους που μισούσα. Αλλά, τώρα, είσαι από τους ανθρώπους που θαυμάζω. Πολύ. Ήρθα εδώ, λοιπόν, για να μάθω από εσένα.
Η γκόμενα είχε μπερδευτεί πολύ...
Κάτι πήγε να πει, το σκέφτηκε, μετά ξαναξεκίνησε αλλά δεν πρόλαβε.
-Δεν χρειάζονται ερωτήσεις. Θα σου τα πω πολύ απλά. Αυτό που είσαι, αυτό που κάνεις, είναι αυτό που θέλω να γίνω και αυτό που θέλω να κάνω. Κάθομαι εδώ και σε κοπιάρω κανονικά. Απέναντί σου δεν έχεις έναν άνθρωπο. Έχεις ένα γυναικείο scanner. Για εμένα δεν είσαι τίποτε παραπάνω από μερικές σελίδες εργασίας.

Με κοιτούσε σαν χαμένη.
Πήγε να χαμογελάσει αλλά ένοιωθα τον φόβο της.
-Είσαι πολύ καλός άνθρωπος, Νανά. 'Ολοι το λένε. Δεν ξέρω γιατί τα λες αυτά. Ίσως έχεις τους λόγους σου. Αλλά εγώ σε ζω τόσες ώρες καθημερινά, και σου λέω ότι κάτι άλλο είναι.
Τώρα χαμογελούσα εγώ...
-Αλήθεια;... Ξέρεις τι είμαι; Ό,τι προσπαθώ να γίνω. Αυτό που είμαι, αν το δεις, θα πηδήξεις από το παράθυρο... Από το παράθυρο, όμως... Αυτό που "ζεις", είναι η ρέπλικά σου. Τίποτε παραπάνω. Απλά, όταν αποφασίζω να ασχοληθώ με κάτι, του αφοσιώνομαι. Έτσι λειτουργώ. Αυτό, ναι, είμαι εγώ. Όλα τα άλλα, είναι το κανάλι που "παίζει" εσένα. Κι από ό,τι φαίνεται, είμαι καλή. Όχι, όμως, σαν άνθρωπος. Γιατί σαν άνθρωπος είμαι πολύ κακιά. Πολύ, όμως...

Εκεί την έχασα εντελώς.
Με κοιτούσε προσπαθώντας να καταλάβει αν τα εννοούσα όλα αυτά, αν την κορόϊδευα, δεν ξέρω. Πάντως δεν ήθελε να χωνέψει τίποτα από όσα είχα πει.
-Δηλαδή θα μείνεις;...
Δεν μπορούσα να πιστέψω ό,τι άκουγα... Χριστέ μου, ήταν ηλίθια... Τόσο ηλίθια...
-Τι να σου πω... Ότι θα μείνω μέχρι να σε σιχαθώ; Ok. Αν αυτό θέλεις. Θα μείνω μέχρι τότε. Εντάξει; Άνοιξε μου τώρα.

Σηκώθηκε φοβισμένη και ξεκλείδωσε.
Εκείνη κοιτούσε εμένα κι εγώ τις κινήσεις της.
-Νανά... θέλω να πάρεις τα πράγματα... για εσένα τα π...
-Αν, όταν πας σπίτι, συνειδητοποιήσεις τι σου είπα και αποφασίσεις ότι απολύομαι, στείλε μου ένα μήνυμα για να μην ξυπνάω πρωϊνιάτικα. Καληνύχτα.

Έφυγα.
Την άλλη μέρα ήταν πιο ενθουσιασμένη με εμένα από ποτέ.

2.4.10

Life's What You Make It

Όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, τότε ο δάσκαλος εμφανίζεται.
Και, προφανώς, εγώ θα ήμουν έτοιμη, γιατί γνώρισα την Ν.

Ο λόρδος Chesterfield είχε πει στον γιο του, ότι η μάθηση είναι κάτι που το αποκτά κανείς διαβάζοντας βιβλία. Αλλά η πιο απαραίτητη μάθηση, η γνώση του κόσμου, μπορεί να αποκτηθεί μόνο διαβάζοντας τους ανθρώπους και μελετώντας τους διάφορους τύπους που υπάρχουν.

Έπρεπε, λοιπόν, να ζήσω από κοντά κάποιον από την άλλη πλευρά - προκειμένου να δω πως συμπεριφέρεται -, για να διαμορφώσω το alter ego μου.
Από μόνη μου δεν το 'χα.
Είχα διαβάσει την ψυχολογία τους, ήξερα τα κίνητρά τους, έβλεπα τα αποτελέσματα, αλλά αυτά ήταν η θεωρία.
Και είχα πολύ μεγάλη περιέργεια για την πράξη.

Την περίοδο που μπήκε η Ν στην ζωή μου - ή, μάλλον, εγώ μπήκα στην δική της... -, είχα ήδη την εργασία μου. Η Ν είχε μία επιχείρηση που κάποτε ήταν μεγάλη. Είχε περάσει δόξες, είχε κάνει γνωριμίες, είχε αποκτήσει αρκετά χρήματα. Όταν την γνώρισα εγώ, δεν υπήρχε δόξα, οι γνωριμίες την είχαν ξεχάσει, και τα χρήματα τα είχε ξοδέψει. Την γνώρισα στην παρακμή της, πράγμα σημαντικό για εμένα, διότι θα μάθαινα τι ήταν αυτό που την ανέβασε / αυτό που την κατέβασε / πως τα χειρίστηκε / τι σκόπευε να κάνει τότε.
Η Ν, ήταν το πρώτο μου ανθρώπινο πείραμα.

Η πιθανότητα να γίνουμε φίλες δεν υπήρχε - ποιος είναι φίλος με τα ινδικά χοιρίδια;
Όταν μπήκα στο γραφείο της, σκεφτόμουν να της πω την αλήθεια: ότι έχω δική μου εργασία, ότι θα με ενδιέφερε απλώς να συνεργαστούμε, κτλ. Μόλις, όμως, την είδα να μιλάει σε κάποιους άλλους που ήταν εκεί, μία φωνή μού είπε: "Ή θα το κάνεις καλά ή σήκω και φύγε. Αν είναι να κάνεις κάτι σαν αυτήν, ξεκίνα το από τώρα. Όσα παραμύθια εκείνη, τόσο πιο Χαλιμά εσύ".
Της συστήθηκα σαν υπάλληλος.

Της άρεσα.
Κλείσαμε την συμφωνία, και όσο εκείνη μιλούσε για τα διαδικαστικά και με ξεναγούσε στον χώρο, εγώ την παρατηρούσα. Επέστρεψα σπίτι πετώντας. Από την άλλη μέρα, ήμουν υπάλληλός της. Τα χρήματα που θα έπαιρνα, ήταν λίγα σε σχέση με αυτά της δικής μου εργασίας. Όμως εκείνα που θα μάθαινα, θα ήταν όλα τα λεφτά.

Η Ν ήταν αισχρός άνθρωπος.
Συνδύαζε και τους 2 τύπους: το ανθρωπάκι που πιστεύει ότι δεν είναι τίποτα - λόγω χαρακτήρα - και το ανθρωπάκι που πίστευε ότι ήταν τα πάντα - λόγω εργασίας. Μου είχε κληρώσει jackpot. Ό,τι ήθελα να μάθω, το είχα βρει σε έναν άνθρωπο. Γύριζα στο σπίτι και έπιανα τα μαλλιά μου να τσεκάρω αν ήταν ακόμη στις ρίζες τους. Αυτά που ζούσα για ένα 8ωρο, δεν τα είχα ξαναζήσει ποτέ. Ξυπνούσα νωρίς το πρωί και πήγαινα πρώτη, πράγμα που την έκανε να πιστεύει ότι ήμουν ιδανική υπάλληλος. Εγώ, όμως, έτρεχα για να την προλάβω από την αρχή της ημέρας. Για τον ίδιο λόγο έφευγα τελευταία.

Η Ν με συμπάθησε.
Και ήταν φυσικό, αφού την είχα φλομώσει στην παραμύθα. Το 8ωρο "κάνε ό,τι κάνω", απέδιδε. Με δυσκολία βέβαια, αλλά ήμουν αποφασισμένη για όλα. Την παρατηρούσα να μην μπορεί να κοντρολάρει τα ραντεβού της, την ζωή της, τα νεύρα της, να λέει ακατάπαυστα ψέματα στους πελάτες - κάποιοι από τους οποίους τα κατάπιναν αμάσητα (άλλο δράμα κι αυτό...) -, να κάνει σχέδια που ήξερε ότι δεν θα πραγματοποιήσει ποτέ, να λέει κάτι και μετά από 10 λεπτά άνετα να το παίρνει πίσω ή να μην το θυμάται.

Ήταν μία φρίκη.
Και όσο τα πήγαινα καλά με τα μαθήματά μου, τόσο πιο πολύ με συμπαθούσε. Άρχισα από εκείνη - και συνέχισα με ένα ολόκληρο πελατολόγιο - να χειρίζομαι πρόσωπα και καταστάσεις. Έμαθα τα πάντα για εκείνη, γνώρισα την οικογένειά της - με τραβούσε εκείνη από το χέρι, λέμε... -, γνώρισα τον κύκλο της. Μέχρι που φτάσαμε σε ένα σημείο που δεν πήγαινε άλλο και η αληθινή Νανά είχε αρχίσει να με κλωτσάει.

Ήθελε να γίνουμε φίλες.
Να βγαίνουμε, να μπω στην παρέα της, κτλ. Καταλήξαμε να μπαίνω στο κτίριο και να με περιμένει εκείνη, για να της πω πως πέρασα την προηγούμενη, να μου πει εκείνη για την δική της, να προσβάλλει και να γελάσει εις βάρος ανθρώπων που δεν τους άξιζε. Αν μπορούσα να το συνοψίσω κάπως, θα έλεγα ότι η χαρά της ήταν να φτύνει εκεί που έτρωγε.

Κι εκεί έγινε το μεγάλο μπαμ.
Η Νανά ανέλαβε δράση, όταν μία μέρα μου ζήτησε να μείνω όταν οι άλλοι θα έφευγαν. Δεν μπορούσα να φανταστώ τι με ήθελε, για προαγωγή δεν υπήρχε περίπτωση, κάτι λάθος δεν έκανα, όλοι ήμασταν ευχαριστημένοι, και ιδιαίτερα εγώ, που η πρόοδός μου ήταν μάλλον εντυπωσιακή για τα δεδομένα του χαρακτήρα μου.

Αφού έφυγαν όλοι, κλείδωσε τις πόρτες και μου πρότεινε να καθήσω. Όταν κάθησε κι εκείνη, έβαλε ένα δέμα επάνω στο γραφείο.
-Αυτό είναι για εσένα, είπε χαμογελώντας αινιγματικά.
-Για εμένα...; Τι είναι;, την ρώτησα καχύποπτα.
-Σου πήρα ένα δώρο!, είπε με ενθουσιασμό.
Έσφιξα για λίγο τα χείλη μου, κοιτώντας μία εκείνη και μία το αντικείμενο.
-Δεν θα το ανοίξεις;!
Άνοιξα το δέμα και μέσα είχε μία μπλούζα και ένα μικρό κουτάκι.
-Τι είναι αυτό;
-Είναι μία μπλούζα μου, που δεν την φόρεσα ποτέ. Είναι του C. K. και θέλω να σου την χαρίσω. Θα σου πηγαίνει πολύ. Κι αυτό - έδειξε το κουτάκι.
Στο κουτάκι υπήρχε ένα χρυσό δακτυλίδι.

Την κοίταξα έκπληκτη, κάνοντας λίγο πίσω στο κάθισμα.
-Είναι το δακτυλίδι που είδες στο V και σου άρεσε. Έδωσα το σχέδιο στον Σ και το έφτιαξε. Δεν είναι σαν το αυθεντικό;! Για φόρεσέ το! Σου κάνει;!
Έμεινα να την κοιτάζω για λίγα λεπτά, ανέκφραστη.
Είχα αρχίσει να βράζω...

Η Ν ήθελε να με εξαγοράσει.

1.4.10

Si Fueris Romae Romano Vivito More

Όταν θέλω κάτι, το θέλω.
Και μπορεί να μου πάρει καιρό, αλλά θα το πάρω.
Και όχι μόνο θα βρω τον τρόπο, αλλά θα το κάνω να έρθει και από μόνο του...

Δεν ήξερα αν όλη αυτή η διαδικασία θα άξιζε το αποτέλεσμα.
Το μόνο που ήξερα ήταν ότι έπρεπε να την περάσω.
Κι ότι έπρεπε να τα καταφέρω.

Δυστυχώς, δεν μπορώ να δώσω σε κάποιον που δεν έχει τον δικό μου χαρακτήρα να καταλάβει πόσο δύσκολο μού ήταν.
Άτομα σαν εμένα, έχουν φοβερή ενέργεια μέσα τους.
Κουβαλούν τυφώνες, ανεμοστρόβιλους, τον σεισμό.
Πως μπορούσε κάποιος με τόση ενέργεια να βάλει τη βάση για να κτιστούν τα υπόλοιπα;
Όταν η βάση λεγόταν "υπομονή";
Υπομονή...

Άγνωστη λέξη.
Οι ρυθμοί οι δικοί μου δεν είχαν καμμία σχέση με των υπολοίπων.
Όταν ήθελα να κάνω κάτι που εξαρτώνταν καθαρά από εμένα, το έκανα χθες.
Όταν έπρεπε να γίνει κάτι με κάποιον άλλον, είχα τεράστιο πρόβλημα.
Συγχρονισμού.

Όλα χαλούσαν, όταν οι δικοί μου ρυθμοί έπρεπε να συγχρονιστούν με αυτούς των άλλων.
Νεύρα;
Τρελά... Σε σημείο παράνοιας.
Γιατί ακόμα και το πιο απλό πράγμα, όταν έχεις να κάνεις με έναν ηλίθιο, σου φαίνεται βουνό.
Κι όταν ξέρεις τον χρόνο μέσα στον οποίο αυτό πρέπει - και μπορεί - να υλοποιηθεί, και βλέπεις τον άλλον να σέρνεται, τρελαίνεσαι.
Τρελαίνεσαι...

Μισό βήμα πριν την απόλυτη τρέλα, έφτιαξα ένα ξεχωριστό λεξιλόγιο.
Πηγή έμπνευσης: οι άλλοι.
"Υπομονή";
Μόνον;
Όχι, δα...

Όλες οι άγνωστες λέξεις και εκφράσεις.
Όπως: "ίσως", "δεν ξέρω", "θα δούμε", "δεν είμαι σίγουρη", "μπορεί".
Όσο το εμπλούτιζα με τις μαλακίες τους, τόση περισσότερη δουλειά μπορούσα να κάνω με τους άλλους.
Μάθαινα την γλώσσα τους... Μάθαινα την γλώσσα τους...
Αλλά η πραγματική εγώ, τους έβγαζε την δική της...

Όσο έχτιζα την "Νανά" για την μάζα, η αληθινή Νανά καθόταν στο σκαλοπάτι καπνίζοντας, καμαρώνοντας τα χάλια της.
Όσο δεν μιλούσε από μόνη της, με όλα αυτά που έβλεπε σώπαινε περισσότερο.
Η Νανά, η αληθινή Νανά, πλήρωνε για κάτι που δεν της άξιζε.
Γιατί νόμιζε ότι την πουλούσα.
Πέρασαν χρόνια για καταλάβει, ότι όλα αυτά γίνονταν για μην φθαρεί.

Όταν παραμυθιάζεις τον εαυτό σου, τότε δεν μπορείς να μην παραμυθιάζεις και τους άλλους.
Αυτά πάνε χέρι-χέρι.
Κι εγώ στην Νανά δεν είπα ποτέ ψέματα.
Κι αν σήμερα έχουμε ειρήνη - όχι ότι δεν υπάρχουν φορές που κολλάμε το περίστροφο η μία στην μούρη της άλλης... -, είναι γιατί έβλεπα σε εκείνη πράγματα που δεν τα είχα δει σε άλλους ανθρώπους. Που με έκαναν να την αγαπάω και να θέλω να την φροντίζω πολύ. Και δεν θα άφηνα κανέναν και τίποτα να μπει στη μέση, εμποδίζοντάς την να πάρει αυτό που θέλει.

Χειρισμό ήθελε η μάζα;
Παραμύθια; Ψέματα; Υποκρισία;
Εγώ θα γινόμουν ο άνθρωπός της.