8.2.10

The Guardian Angel

Ο Χ είχε 2 καημούς.
Να με μάθει να οδηγώ, για να μου πάρει αυτοκίνητο και να με μάθει να χρησιμοποιώ το internet, για να μου πάρει υπολογιστή.
Και τα 2 με άφηναν απελπιστικά αδιάφορη.

Το πρώτο δεν το συζητούσα καν, για το δεύτερο κάτι γίνονταν.
Μου εξηγούσε πως μπορούσαμε να επικοινωνούμε όποτε θέλαμε, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς ωράρια, θα μπορούσα να επεμβαίνω στην καθημερινότητά του, "να είμαι εκεί".
Αλλά δεν με έπειθε.
Δεν μου άρεσε το internet, είχα συγκεκριμένη εικόνα για τους χρήστες - τη χειρότερη... - αλλά ο υπολογιστής ήταν πράγματι μία μικρή μαγεία.
Όποτε ερχόταν, έφερνε πάντα μαζί του το lap top και - είτε εργαζόταν είτε όχι - μου έδειχνε τις δυνατότητές του κι εγώ ενθουσιαζόμουν σαν μικρό παιδί στο luna park.
Αλλά μέχρι εκεί.

Το μικρό παιδί, όμως, αρρώστησε.
Μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού.

Την Παρασκευή που ήταν να έρθει, εκείνος είχε δουλειά και δεν μπορούσε.
Όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο, του είπα ότι κι εγώ δεν μπορώ, οπότε κανονίσαμε να φύγει Σάββατο πρωί. Θα έφερνε τον υπολογιστή να έκανε το υπόλοιπο της εργασίας του εδώ.

Ήμουν μέσα στο μετρό, όταν άρχισα να νοιώθω μία μικρή αδιαθεσία.
Επέστρεφα στο σπίτι - για να πάρω τα πράγματά μου - και να πάω στο διαμέρισμα, για να μη σηκώνομαι το πρωί.
Άφησα τον συρμό να φύγει και ανέβηκα πάνω για να πάρω αέρα.
Αισθανόμουν κάτι που ούτε πριν, ούτε έκτοτε έχω αισθανθεί.
Πήρα ταξί για το διαμέρισμα και μόλις μπήκα, ξάπλωσα στον καναπέ.
Έξω έκανε φοβερή ζέστη κι εγώ μέσα λουζόμουν στον κρύο ιδρώτα...

Του έστειλα ένα sms, και του έλεγα να μείνει για να κάνει την εργασία του εκεί, γιατί ήμουν λίγο αδιάθετη, και δεν υπήρχε λόγος να έρθει για 24 ώρες, κάνοντας τέτοιο ταξίδι, με τον κίνδυνο εγώ να είμαι άρρωστη. Υπήρχε πάντα και η πιθανότητα να τον κολλήσω.
Αμέσως χτύπησε το τηλέφωνο.
Το κοιτούσα και δεν ήθελα να απαντήσω, γιατί εύκολα θα καταλάβαινε ότι ήδη δεν ήμουν καθόλου καλά.
Προσπάθησα να καθαρίσω τη φωνή μου και να βάλω όλη μου τη δύναμη για να ακουστεί.

-Τι έχετε, Αφέντρα;, ρώτησε ανήσυχος.
-Τίποτα, είπα αδιάφορα. Προφανώς κάποια ίωση. Από αυτές τις 3ήμερες.
-Που είστε;, ακούστηκε να ανασαίνει γρήγορα.
-Στο διαμέρισμα, θα δω λίγη τηλεόραση και θα φύγω σε λίγο, απάντησα με μεγάλη προσπάθεια.
-Μη φύγετε, Αφέντρα. Να μείνετε και φεύγετε αύριο το πρωί, που θα είστε λίγο καλύτερα. Μη φύγετε τώρα που είναι στην αρχή.
Έπρεπε να κλείσω άμεσα το τηλέφωνο. Ήθελα να κάνω εμετό. Δεν ήμουν καθόλου καλά...
-Ναι, γιατί να φύγω, σωστά... Θα μείνω και θα φύγω αύριο το πρωί, που θα έχω κοιμηθεί κι όλα... Θα μιλήσουμε αύριο... Καλό βράδυ...

Άφησα τη συσκευή να γλυστρήσει από την παλάμη μου, και προσπάθησα να σηκωθώ.
Όλα γύριζαν...
Κατέβαλα υπεράνθρωπες προσπάθειες για να πάω στο δωμάτιο.
Άρχισα να κάνω μικρά βήματα και να βγάζω αργά τα ρούχα μου, έσβησα το φως, και μέσα στο σκοτάδι, έφτασα - ψιλαφίζοντας, σε ημιλιπόθυμη κατάσταση - στο κρεβάτι.
Ξάπλωσα με αργές κινήσεις στο πλάι, προσπαθώντας να βρω μία στάση για να μη θέλω να λιποθυμήσω τόσο, να μη μου έρχεται εμετός τόσο, να μη ζαλίζομαι πολύ, να κοιμηθώ λίγο...
Ήταν τόση η αδυναμία μου, που δεν μπορούσα να ανοίξω το σεντόνι - που ήταν διπλωμένο μερικά εκατοστά πιο πέρα - και άρχισα να τραβάω εκείνο που ξάπλωνα, σιγά-σιγά, μέχρι που σκεπάστηκα.

Μέσα στον ύπνο μου, άκουσα θόρυβο στην πόρτα.
Πανικοβλήθηκα...
Σκέφτηκα ότι κάποιος προσπαθεί να παραβιάσει το διαμέρισμα, ακούγοντας να σέρνεται κάτι μεταλλικό στην κλειδαριά και να γδέρνει το ξύλο...
Έκλεισα τα μάτια και, μέσα σε δευτερόλεπτα, αναρωτήθηκα αν ήταν χειρότερο να βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με τον κλέφτη ή να κάνω τελικά εμετό...
Η κλειδαριά ασφαλείας ξεκλείδωσε πολύ γρήγορα και στη συνέχεια η συμβατική...
Ένας από τους εφιάλτες μου, σύντομα θα γινόταν πραγματικότητα...

Το φως του σαλονιού άναψε και η πόρτα χτύπησε, κλείνοντας.
Πρώτα είδα ένα πόδι, και μετά τον Χ...
Στάθηκε στο άνοιγμα - ασθμαίνοντας -, με ένα σακίδιο στον ώμο, στο ένα χέρι την τσάντα του lap top και στο άλλο μία σακούλα από φαρμακείο.
Με το στόμα μισάνοικτο, κοιτούσε τα ρούχα μου που ήταν πεταμένα στο πάτωμα.
Όταν άναψε το φως του δωματίου, κοίταξε γύρω του σαν να έβλεπε την καταστροφή του κόσμου.
Συνοφρυώθηκε, άρχισε να ανασαίνει γρήγορα και κοφτά και, σαν να συνήλθε από κάτι, ήρθε και γονάτισε αργά δίπλα μου, αφήνοντας τα πράγματα κάτω.

Έβγαλα το χέρι από σεντόνι, τέντωσα τα δάκτυλά μου και άνοιξα διάπλατα τα μάτια, από τον φόβο να μη με κουνήσει.
-Τι έχετε, Αφέντρα;... Τι αισθάνεστε;... Θέλετε να πάμε κάπου;... Να καλέσουμε έναν γιατρό;...
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι, όσο μπορούσα.
Του έκανα νόημα με το χέρι, να μου φέρει κάτι να γράψω και άνοιξε αμέσως το σακίδιο και έβγαλε ένα μπλοκ κι ένα στυλό.
"Είμαι μια χαρά μόνο μη με κουνάς"
-Αφέντρα, είστε κατάχλωμη...
"Είναι το φυσικό μου"
Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, καθώς διάβαζε.
-Αφέντρα... σας παρακαλώ... πείτε μου τι έχετε... γιατί δεν μπορείτε να μιλήσετε;... πείτε μου...
"Νοιώθω αδυναμία ζαλίζομαι και θέλω να κάνω εμετό δεν έχω τίποτα μόνο σβήσε το φως δεν μπορώ"

Παραιτήθηκε και τραβήχτηκε λίγο πίσω.
Ήξερε ότι όταν δεν είμαι καλά, απομονώνομαι. Ότι δεν θέλω να μιλάω. Ότι θέλω να είμαι μόνη μου. Ότι δεν θέλω κανέναν.
Σηκώθηκε, έσβησε το φως και άρχισε να μαζεύει τα ρούχα μου και να τακτοποιεί τα πράγματά του.
Ήξερε ότι δεν αντέχω την ακαταστασία.

Γύρισε για να γονατίσει ξανά, ανοίγοντας τη σακούλα από το φαρμακείο.
-Αφέντρα... Σας έφερα παυσίπονα... Διάφορα... Δεν ήξερα τι έχετε... Έχετε πάρει κάτι;...
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.
-Θέλετε να κλείνετε τα μάτια μία φορά για "ναι" και δύο για "όχι";... Για να μην κουράζεστε;...
Έκλεισα τα μάτια.
-Έχετε φάει;...
2
-Θέλετε να φτιάξω κάτι;... Να πάω να πάρω;...
2
-Τι θέλετε, Αφέντρα;..., ρώτησε ξέπνοα. Μόνο μη μου πείτε να φύγω... Σας παρακαλώ... Μη με διώξετε...
2
Πήρα το μπλοκ.
"Θέλω να κοιμηθώ τίποτε άλλο"
Σήκωσε τα μάτια από το χαρτί και με κοίταξε φοβισμένος.
-Θα με αφήσετε να κοιμηθώ μαζί σας;... Δεν θα σας κουνάω... Απλά να είμαι δίπλα σας, μήπως χρειαστείτε κάτι... Δεν θα μιλάω... Σας παρακαλώ;...
1

'Απλωσε το σεντόνι στο στρώμα, με σκέπασε με το άλλο, και έβγαλε άλλο ένα από την ντουλάπα. Όλα με πολύ αργές κινήσεις.
Ήρθε ξανά.
-Μπορώ να ανάψω το πορτατίφ μου;... Θα το βάλω κάτω και θα το σκεπάσω... Δεν θα σας ενοχλεί... Να μπορώ να σας βλέπω...
1

Έσβησε το φως του σαλονιού, κλείδωσε την πόρτα, άφησε ένα ποτήρι νερό και τα χαρτομάνδηλά του στο κομοδίνο μου και ξάπλωσε.
Προσπάθησα να γυρίσω από τη μεριά του αλλά ανασηκώθηκα αμέσως.
Δεν μπορούσα να μείνω ανάσκελα, ούτε για δευτερόλεπτο. Μου ερχόταν πάλι εμετός...
Γύρισα αργά από την άλλη, κι εκείνος άνοιξε τα χέρια γύρω μου, έτοιμος να με βοηθήσει.
Ξάπλωσα, αφήνοντας τον αέρα που κρατούσα για να βάλω δύναμη.
-Προσπαθήστε να κοιμηθείτε, Αφέντρα... Θα σας προσέχω εγώ...

Κοιταζόμασταν πολλή ώρα αμίλητοι, μέχρι που με πήρε ο ύπνος.

7.2.10

The Small Secret

Είχε αρχίσει να ξημερώνει.
Καθόμασταν μέσα στο αυτοκίνητο και πρωτοτυπούσαμε, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
-Έχει και συνέχεια...;
-Είναι κάτι που δεν σας έχω πει... Αλλά πρέπει να τα ξέρετε όλα...
-Προλαβαίνουμε να ανέβουμε επάνω ή δεν κρατιέσαι...; Γιατί ξημερώνει, λίγο...
-Να ανέβουμε, Αφέντρα...
-Δε γαμιέται. Πάμε.

Το πρώτο πράγμα που έκανε, μόλις μπήκαμε στο διαμέρισμα, ήταν να ανοίξει το ψυγείο και να πάρει μία Coca Cola.
Κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά...
-Αν δεν πάθεις απόψε γαστροραγία, μα τη Παναγία, δεν ξέρω πότε θα την πάθεις...
Κάθησα στο κρεβάτι και περίμενα να έρθει. Αλλά δεν εμφανιζόταν.
-Να τον ψιλοπάρω εγώ, μέχρι να το αποφασίσεις...;, του φώναξα.
Φάνηκε στην πόρτα.
-Θα μου κάνεις την τιμή να καθήσεις ή προτιμάς να σηκωθώ κι εγώ...;, έδειξα με το χέρι.

Πλησίασε φοβισμένος(;) και κάθησε. Πάλι στην άκρη.
Ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια.
-Πες μου όταν είναι, ε...;
-Αφέντρα...
-Ααα... άσε ήσυχη την Αφέντρα και μπες στο θέμα. Τι άλλο πρέπει να μάθω απόψε...
-Να φέρω τα τσιγάρα μας...;, ρώτησε, κοιτάζοντας το αναψυκτικό.
-Για φέρ'τα, να δούμε...
Επέστρεψε με τα τσιγάρα, ανάψαμε από ένα και πήρε βαθειά ανάσα.

-Πριν γνωρίσω εσάς...
-Τα είχες με φορτηγατζή;
Γύρισε ξαφνιασμένος.
-Όχι, Αφέντρα!
-Με νταλικέρη...;
-Αφέντρα...!
-Το πραγματικό σου όνομα είναι "Τούλα".
-Αφέντρα...
-Της έχεις πρήξει τ΄αρχείδια, της Αφέντρας!, είπα και σηκώθηκα απότομα. Τι ύφος είναι αυτό;! Τι άλλο έχεις κάνει, γαμώτο, που το δικαιολογεί;! Τι με νοιάζει τι έκανες, πριν με γνωρίσεις;!
-Νομίζω, σας νοιάζει, Αφέντρα...
-Ωραία! Λέγε!, σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. Αλλά θα με κοιτάς! Μες στα μάτια, μη σου γαμήσω, πρωινιάτικο!

Με κοίταξε στα μάτια, πραγματικά φοβισμένος.
-Διάολε... τι θα πεις...; Τι έχεις κάνει...;, ανησύχησα.
-Πριν γνωρίσω εσάς...
-Άντε πάλι... Ναι;! Πριν γνωρίσεις εμένα...;
-Πριν γνωρίζω εσάς, πήγαινα σε μία γυναίκα... επαγγελματία...
Έμεινα να τον κοιτάζω για λίγο και μετά κούνησα το κεφάλι.
-Όλο αυτό το ύφος, είναι επειδή πήγαινες σε πουτάνα...; Με κοροϊδεύεις...;
-Όχι, Αφέντρα! Αλήθεια σας λέω...
-Και τι θέλεις να κάνουμε τώρα; Είπαμε, δεν ήθελες τη Β. Κάτι έπρεπε να κάνεις κι εσύ. Εγώ τι θέλεις να κάνω τώρα;
-Μα δεν πήγαινα για να κάνω sex...
-Παίζατε τις κουμπάρες...;
-Όχι, Αφέντρα...

Κοίταζα γύρω μου, σαν χαμένη.
-Συγγνώμη, έπιασα το κεφάλι μου. Πήγαινες σε πουτάνα και δεν κάνατε sex...; Και δεν με κοροϊδεύεις...; Ok... Και τι κάνατε;
-Με εκπαίδευε..., στραβοκατάπιε.
-Σε τι...; Στο κυνήγι της μπεκάτσας...;
-Να κρατιέμαι...
-Μακριά από τα ναρκωτικά...; Να μη τα κάνεις 'πάνω σου...;, δεν καταλάβαινα Χριστό...

Άφησε την Coca Cola στο κομοδίνο, έσβησε το τσιγάρο και του έδωσα κι εγώ το δικό μου.
Κάθησε οκλαδόν και έβαλε τα χέρια μου στα δικά του.
-Αφέντρα... δεν ξέρω αν θα το καταλάβετε... Όταν αποδέχθηκα αυτό που είμαι, μπήκα να ψάξω στο internet. Εκεί βρήκα διάφορα video και φωτογραφίες.
-Και τον έπαιζες.
-Όχι, Αφέντρα... αυτό ήταν το πρόβλημα...
-Δεν είχες στύση...;!, παραξενεύτηκα.
-Δεν πρόλαβα να κάνω κάτι...
Έβαλα τα γέλια.
-Και;! Τι έγινε;! Φυσικό μού ακούγεται...
Ο Χ κούνησε το κεφάλι του.
-Όχι, Αφέντρα... Εγώ φοβήθηκα... Σκέφτηκα πως αν βρω μία γυναίκα, σαν εσάς, δεν θα μπορούσα να την ικανοποιήσω... Και φοβήθηκα...

Μου έσφιγγε τα χέρια στις παλάμες του, κοιτάζοντάς τα.
Ήταν στενοχωρημένος...
Κάθησα όσο πιο κοντά του μπορούσα και άλλαξα ύφος.
-Θέλεις να μοιραστούμε την Coca Cola σου...;, τον ρώτησα μαλακά.
Με κοίταξε σκεπτικός.
-Δεν θέλεις να μοιραστούμε την Coca Cola σου..., του χαμογέλασα, κουνώντας το κεφάλι.
Έστρεψε αμέσως το σώμα του. Πήρε την Coca Cola και μου την έδωσε. Δεν άνοιξα το χέρι μου, μέχρι να με κοιτάξει.
-Ok... Θα μοιραστούμε την Coca Cola, θα καπνίσουμε αλλά θα με κοιτάς. Και δεν θα έχεις αυτό το ύφος. Ό,τι έγινε, έγινε πριν χρόνια. Αν σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα, θα ήταν καλύτερα να κοιμηθούμε. Δεν υπάρχει λόγος να είσαι έτσι. Προσπάθησε να μου εξηγήσεις ό,τι δεν καταλαβαίνω κι εγώ θα προσπαθήσω να το καταλάβω. Σύμφωνοι;
Το χαμόγελο του Χ επέστρεψε στα χείλη του και αναθάρρησε.
-Δεν ξέρω τι γνώμη θα σχηματίσετε για 'μένα, Αφέντρα, όταν σας πω..., είπε χαμηλόφωνα.
-Όταν ολοκληρώσεις, θα σου πω, ok;

Καθόμασταν οκλαδόν, ο ένας απέναντι από τον άλλο, καπνίζοντας και πίνοντας Coca Cola - από το ίδιο μπουκάλι -, ενώ έξω είχε ξημερώσει για τα καλά.
-Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, ήταν να ψάξω για μία επαγγελματία. Βρήκα ένα site και πήρα τηλέφωνο. Πήγα και της είπα το πρόβλημά μου. Της είπα ότι δεν με ενδιαφέρει το sex, ότι δεν θέλω να κάνουμε τίποτα και ότι θέλω να παρακολουθώ ό,τι κάνει σε άλλους. Χωρίς να συμμετέχω... Στην αρχή πλήρωνα. Κάποια στιγμή, με ρώτησε γιατί το κάνω. Της είπα την αλήθεια. Ότι φοβόμουν, πως αν βρω τη γυναίκα που έψαχνα, δεν θα μπορούσα να την κρατήσω. Γιατί δεν μπορούσα να κρατηθώ εγώ... Της εξήγησα ότι αυτό με βοηθούσε να ελέγξω τον εαυτό μου. Τότε μου είπε να πηγαίνω μετά τη δουλειά, για μισή ώρα. Χωρίς να με χρεώνει... Και... και...
-Και...; Τι έκανε...;, τον ρώτησα ψιθυριστά.

Με κοίταξε αμίλητος για λίγο.
-Με έμαθε να ελέγχω τους οργασμούς μου...
Έκανα λίγο πίσω.
-Πως...;
-Αφέντρα..., ταράχτηκε πάλι.
Του έπιασα το πρόσωπο.
-Η Αφέντρα, ξέρει να ακούει... Και να καταλαβαίνει... Δεν σε γνώρισε εχθές... Είπες ότι θέλεις να τα ξέρει όλα... Δεν τη βοηθάς έτσι... Η Αφέντρα, είναι άβγαλτη... Αρχάρια... Βοήθησέ την να καταλάβει...
Έσφιξε λίγο τα δόντια, ήπιε μία μεγάλη γουλιά Coca Cola και με κοίταξε αποφασισμένος.
Ήθελα να γελάσω... αλλά θα τον φόβιζα...
Κι εκείνος ισορροπούσε, ανάμεσα στον φόβο και την ντροπή...

-Αυνανιζόμουν μπροστά της... Αυτό έκανα... Όταν μου έλεγε να σταματήσω, σταματούσα... Δεν ήταν ωραία γυναίκα... Σ' εμένα δεν άρεσε, δηλαδή... Αλλά είχε εμπειρία... Και αυτό ήθελα εγώ... Να καταλαβαίνει πότε φτάνω στα όριά μου... Και να με σταματάει...
Με κοίταξε, περιμένοντας να δει αντιδράσεις. Ήμουν ανέκφραστη.
-Και...;
-Με τον καιρό, έμαθα... συνήθισα... Και τα πήγαινα καλά... Έκανα μόνος μου δοκιμές στο internet... Έφτασα σε σημείο να μην έχω και καθόλου στύση... Τότε της ζήτησα να παρακολουθήσω, ξανά... Αλλά δεν έπρεπε να το κάνω... Ήταν μεγάλο λάθος...
-Γιατί...;
-Γιατί δεν είχα το μυαλό μου στο να σταματάω τον οργασμό... Αυτό το είχα μάθει... Έμπαινα ο ίδιος στη σκηνή... Και πληγωνόμουν... Εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπα εκείνη και κάποιον άλλο, να κάνουν κάτι... Έβλεπα εμένα και μία γυναίκα, όπως την ονειρευόμουν από παιδί... Και όταν τελείωναν όλα, εγώ έφευγα καταρρακωμένος... Μία φορά, μόλις βγήκα έξω, με πήραν τα κλάμματα... Ήμουν σχεδόν σίγουρος, ότι δεν θα γνωρίσω ποτέ μία τέτοια γυναίκα... Και αν αυτό δεν είχε γίνει μέχρι τότε στην Α, στην Ελλάδα, δεν υπήρχε πιθανότητα... Την τελευταία φορά που πήγα, δεν είχα καθόλου στύση... Ούτε όταν μπήκα μετά στο internet... Δεν ήθελα να βλέπω πια... Της είπα ότι δεν θα ξαναπάω, της είπα τον λόγο, και μου είπε ότι μπορώ να πηγαίνω όποτε θέλω... Χωρίς χρήματα... Της είπα ότι θα ξαναπήγαινα, μόνον εάν έβρισκα τη γυναίκα που ήθελα... Για να της το πω... Και να την ευχαριστήσω...
-Και τι έκανες μετά...;
-Τίποτα... Το πήρα απόφαση... Είπα "ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει"... Δεν είχα διάθεση για τίποτα...

Σταμάτησε να μιλάει. Έμεινε να με κοιτάζει σκεπτικός.
Ένα χαμόγελο είχε αρχίσει να σχηματίζεται στα χείλη του.
-Αλλά ξαναπήγα..., είπε ντροπαλά. Ξαναπήγα και της είπα για εσάς... Χάρηκε... Μου ζήτησε να σας πάω εκεί, να σας γνωρίσει... Της είπα ότι είστε Ελληνίδα... Της είπα ότι δεν σας αρέσουν τα ταξίδια κι ότι φοβάστε τα αεροπλάνα... Και είπε, όταν θα έρθει εκείνη για διακοπές εδώ, να συναντηθούμε...

Σηκώθηκα όρθια στο κρεβάτι.
Πήρα τα πάντα από δίπλα μας και τα άφησα στο κομοδίνο.
Φοβήθηκε.
Τον κλώτσησα για να ξαπλώσει και πήρα σεντόνια και μαξιλάρια και τον χτυπούσα.
-Διάολε! Δεν φτάνει που με έδωσες στη μητέρα σου! Με έβγαλες και βούκινο στην Α;! Στις πουτάνες;!
Άρχισε να γελάει.
-Γιατί δεν βάζεις τα χέρια σου μπροστά;! Γιατί;! Γιατί πήγες και έκανες τις βρωμιές σου στην Α και ήρθες μετά εδώ για να πηδάς με τις ώρες! Αυτά σε μάθαινε η άλλη;! Εμένα με ρώτησε;! Και όχι τίποτ' άλλο! Μου χάλασε και το παιχνίδι μου;! Το ξέρεις ότι δεν έχεις τιμωρηθεί ούτε μία φορά;! Διάολε! Σήκωσε τα χέρια, αν τολμάς!
Ο Χ, όχι μόνο δεν σήκωνε τα χέρια αλλά είχε σηκώσει το κεφάλι - χωρίς να κλείνει τα μάτια - και ήταν μες στην ευτυχία.

Όταν κουράστηκα, κάθησα επάνω του.
Με έπιασε από τη μέση και χαμογελούσε ακόμα, καθώς είχε γείρει λίγο το κεφάλι.
-Άλλαξε η γνώμη σας, για 'μένα, Αφέντρα...; Πείτε μου... Θα το καταλάβω..., είπε θλιμμένα.
-Φυσικά!, του απάντησα λαχανιασμένη.
Μείναμε λίγο έτσι.
Εγώ βαριανάσαινα κι εκείνος με κοιτούσε και έστρωνε το σεντόνι που φορούσα, στη μέση μου.
-Δεν είμαι τόσο καλός σκλάβος, τελικά..., είπε χαμηλόφωνα.
-Όχι. Είσαι πολύ καλύτερος, απ' όσο περίμενα να είσαι.
Με κοίταξε ξαφνιασμένος.
-Καλύτερος...;, μονολόγησε.
-Ναι. Και για να σου το αποδείξω, θα σε δοκιμάσω. Αλλά καταλαβαίνεις ότι μετά από αυτά, είμαι υποχρεωμένη να ανεβάσω τον βαθμό δυσκολίας..., τον προειδοποίησα. Είσαι έτοιμος...;, τον ρώτησα με μισόκλειστα μάτια.

Τράβηξα το σεντόνι του.
Ήταν πανέτοιμος.

5.2.10

Exposé

Εκεί που περίμενα τον Χ να αρχίσει να παίρνει όλες τις σταδιακές αποχρώσεις, μέχρι να φτάσει στο σύνηθες κόκκινο, άρχισε να χαμογελάει...
Κι όσο τον κοιτούσα, τόσο πιο πολύ φάρδαινε το χαμόγελο...

-Χαμογελάμε... μάλιστα... δεν θα κοκκινήσεις...;
Αρνητική κίνηση κεφαλής.
-Θέλεις να σε βοηθήσω...; Μπορώ...
Καταφατική κίνηση κεφαλής.
Έβαλα τα γέλια.
-Τι έχεις κάνει πάλι, διάολε;! Με έδωσες στεγνά στους γονείς σου;! Τι τους είπες;! "Α, είναι πολύ καλή κοπέλα: με δένει, με δέρνει και με φιμώνει, αν χρειαστεί";! Γιατί η μητέρα σου με είπε "Αφέντρα", λέμε;!

Ταράχτηκε.
-Όχι, Αφέντρα! Δεν έχω πει τίποτα στους γονείς μου, για εσάς! Η μητέρα μου με ρώτησε, κάποια στιγμή, αν υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή μου. Και της είπα "ναι". Και με ρώτησε μόνο "πως είναι". Και της είπα "Αφέντρα"...
Χαμογελούσε... Είχε πει όλες τις προτάσεις με σθένος. Στο "Αφέντρα", λύγισε...
Έπεσα ανάσκελα, δίπλα του, και άρχισα να γελάω.
-Διάολε... τι της είπες της γυναίκας;!
Ανασηκώθηκε και έβαλε τις παλάμες του δεξιά κι αριστερά από το στήθος μου.
-Την αλήθεια, Αφέντρα..., είπε μαλακά, κοιτάζοντας εκ περιτροπής το γνωστό τρίπτυχο: μάτια, χείλη, μαλλιά.
-Απόψε είναι η βραδυά των αποκαλύψεων, ε;..., τον ρώτησα χαϊδεύοντας το στέρνο του. Κατάλαβες ότι μου μίλησες στον πληθυντικό, μπροστά στα παιδιά;...

Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
-Οι φίλοι μου, πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους, είπε αυστηρά. Πρέπει να ξέρουν τι είστε για ΄μένα. Αυτό που έγινε απόψε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Και δεν θα επιτρέψω να ξαναγίνει. Με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν αισθάνομαι ντροπή γι' αυτό που είμαι. Τόσα χρόνια σας έψαχνα. Δεν θα σας χάσω από λάθος μου. Σας έχω πολύ ψηλά. Και θα σας βάλω τόσο ψηλότερα, που δεν θα σας αγγίζει κανείς. Γιατί αν πάει κανείς να απλώσει το χέρι του... θα του γαμήσω τη μάνα!
Είπε όλες τις προτάσεις καθαρά. Την τελευταία, μέσα από τα δόντια.
-Μάλιστα, αφέντη..., του είπα χαμογελαστή. Να σας φέρω το μαστίγιό μου, να ρίξετε καμμία στο στρώμα, να το υπογραμμίσετε κι όλα...;

Ντράπηκε. Μαζεύτηκε.
-Συγγνώμη, Αφέντρα... Δεν το θέλω...
-Εγώ ήθελα να σε βγάζω φωτογραφίες! Να σε δεις!, γέλασα.
Σταμάτησα απότομα. Τον κοίταξα λοξά.
-Σου έχω δώσει εγώ φωτογραφία μου και δεν το θυμάμαι...;, τον ρώτησα καχύποπτα.
Έφυγε από πάνω μου και μαζεύτηκε στην άκρη, καθιστός.
Τον κοίταξα παραξενεμένη...
-Τι συμβαίνει;, τον ρώτησα περίεργη.
Καμμία απάντηση...

Ανασηκώθηκα και γονάτισα δίπλα του, γυρίζοντας το πρόσωπό του στην πλευρά μου.
Είχε γίνει κατακόκκινος... Κοιτούσε τα σεντόνια...
-Τι έχεις κάνει, πάλι, διάολε... Αναρωτιέμαι, τι έχεις κάνει..., είπα απελπισμένα.
Τίποτα...
Άρχισα να χαμογελάω. Ήταν απίστευτος... Κρατούσα το πρόσωπό του και όσο και αν το σήκωνα, τα μάτια του δεν με κοιτούσαν με τίποτα!
-Διάολε... πας γυρεύοντας να το ξημερώσουμε αλλιώς... Θα μου πεις που βρήκες εσύ φωτογραφία μου; Απ' όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, σε κανέναν δεν έχω δώσει ποτέ φωτογραφία μου. Μάλλον τσακωνόμασταν για να την πάρει. Και πάντα νικούσα εγώ. Εσύ που βρήκες φωτογραφία μου; Μίλα, διάολε! Μίλα, επιτέλους!

-Την έκλεψα..., είπε ψιθυριστά.
-Τι πράμα;!
-Την έκλεψα, Αφέντρα...
-Απο ποιον;!
-Από τα παιδιά που παντρεύτηκαν... Όταν πήραν τις φωτογραφίες του γάμου, έκλεψα μία που ήσασταν εσείς, όταν πήγαν να φτιάξουν καφέ... Τα παιδιά με κάλυψαν...
Έχω σηκωθεί όρθια στο κρεβάτι και τραβάω τα μαλλιά μου, λέμε...
-Δεν μιλάς σοβαρά... Με δουλεύεις... Δεν μπορεί να λες αλήθεια...
-Δεν σας έχω πει ποτέ ψέμματα, Αφέντρα..., είπε στενοχωρημένος και κούνησε το κεφάλι του, σαν παιδί που το αδικούσαν.
-Πολύ καλά! Που είναι η φωτογραφία;! Θέλω να τη δω!
-Στο αυτοκίνητο, Αφέντρα..., είπε, συνεχίζοντας να μη με κοιτάζει.
-Σήκω!

Έβαλα το σεντόνι γύρω μου, άνοιξα τη ντουλάπα και του πέταξα ένα άλλο, βάλαμε παπούτσια - κανονικά - και βγήκαμε στον δρόμο σαν τους μοιχούς.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήρε το σακκάκι του, που το είχε αφήσει στο πίσω κάθισμα.
Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη το πορτοφόλι του και το άνοιξε.
-Λοιπόν; Θα με δω; Τι θα γίνει;, τον ρώτησα σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος.
Με κοίταξε ενοχικά.
Έβαλε τα δάκτυλά του πίσω από τα χαρτονομίσματα και έβγαλε μία μεγάλη φωτογραφία, διπλωμένη.
Πήρα τη φωτογραφία στα χέρια μου και έβαλα τα γέλια.
-Ίσα που φαίνομαι, διάολε! Τι να την κάνεις αυτή τη φωτογραφία;!
-Αυτή είχε, Αφέντρα..., απολογήθηκε.
Γέλασα πιο δυνατά.
-Είσαι τρελός! Τρελός, όμως! Πήγες και έκλεψες τις φωτογραφίες των ανθρώπων από τον γάμο τους;!
-Ήθελα να σας έχω μαζί μου... Δεν μιλούσαμε τότε... Δεν ήξερα ότι...
-Θα με ρίξεις! Σωστό κι αυτό!

Δεν μιλούσε. Κοιτούσε το τιμόνι, ενοχικά.
Σταμάτησα να γελάω. Τον κοίταζα χαμογελαστή. Δεν το πίστευα...
-Ήμουν καλή...;, τον ρώτησα προκλητικά.
Τρελάθηκε. Κοκκίνιζε-ξεκοκκίνιζε, άνοιγε το στόμα να πει κάτι, δεν μπορούσε.
-Αφέντρα..., κατάφερε να πει τελικά.
-Ρε άντε μου γαμήσου, κι εσύ και η Αφέντρα σου!, του είπα δυνατά. Ήμουν καλή;, χαμήλωσα τον τόνο, πλησιάζοντας το πρόσωπό του.
Έκανε λίγο αριστερά, για να με αποφύγει. Με κοίταξε πλαγίως. Έσκυψε λίγο το κεφάλι.
-Ναι, Αφέντρα..., είπε ντροπαλά.
-Τα έκανα όλα...;, ανασήκωσα τα φρύδια.
-Εγώ σας τα έκανα όλα, Αφέντρα..., διόρθωσε την πρόταση.

Πέθανα στα γέλια!
-Ωραίααα, είπα όταν συνήλθα. Τώρα τα έχουμε πει όλα! Πάμε να κοιμηθούμε!
-Δεν τα έχω πει όλα, Αφέντρα...

4.2.10

A Big-Long Night

Από εκείνη τη νύχτα, η σχέση μου με τους Β και Γ, άλλαξε ριζικά.
Φάγαμε όλοι μαζί - σαν να μην είχε γίνει τίποτα - και ο Χ είχε ξεχαστεί.
Όταν έφυγαν, όμως, επανήλθε...

Αφού του είπα ότι δεν θα κοιμηθεί στον καναπέ - δεν είχα καμμία όρεξη να του κοπεί κατά λάθος το πουλί, από γυαλιά - και μπήκα για μπάνιο, ετοίμασε το κρεβάτι και περίμενε τη σειρά του.
Όταν βγήκε κι εκείνος, εγώ διάβαζα με το φως του πορτατίφ.
Με την άκρη του ματιού μου, τον έβλεπα να πηγαινοέρχεται και να μην πλησιάζει.

-Πόσα μπουκάλια Coca Cola ήπιαμε σήμερα;, τον ρώτησα χωρίς να σηκώσω τα μάτια από το βιβλίο.
-Πολλά..., είπε χαμηλόφωνα. Αλλά ήθελε να πει κι άλλα...
-Υπάρχει καμμιά περίπτωση να μη κοιμηθούμε απόψε;...
-Αφέντρα...
-Η Αφέντρα δεν πρόκειται ποτέ να στρώσει επιδερμίδα, με 'σένα που έμπλεξε, είπα και κατέβασα το βιβλίο. Τι θέλεις;
Πήγε να γονατίσει.
-Μη τολμήσεις να κάνεις καμμιά μαλακία... Αν κάποιος θα σε ματώνει εδώ μέσα, θα είμαι εγώ. Όχι τα θραύσματα από τον οικιακό εξοπλισμό. Στο κρεβάτι!

Κάθησε δίπλα μου. Αλλά στην άκρη...
-Ακούω.
-Θέλω να ξέρω εάν είστε καλά..., με κοίταξε.
Γύρισα ανάσκελα.
-Είμαι μια χαρά. Αφού λείπει η μισή πολυκατοικία και δεν κάλεσε κανείς από τους γείτονες τα εκατά, να τη βγάλουμε σε κανένα τμήμα, είμαι μια χαρά. Εσύ είσαι καλά;
-Όχι, Αφέντρα...
-Γιατί;
-Μη με κρίνετε, Αφέντρα, από μία στιγμή... Σας παρακαλώ... Ήταν ένα ξέσπασμα... Δεν θα ξαναγίνει...

Κάθησα κι εγώ - οκλαδόν, όπως κι εκείνος - απέναντί του.
-Συγγνώμη. Μου ζητάς να μη σε κρίνω, ως τι; Ως άνθρωπο; Νομίζεις ότι θα είχα ποτέ δίπλα μου έναν μαλάκα; Έναν αυτόματο πιλότο;
-Δεν εννοούσα αυτό, Αφέντρα...
-Τι εννοούσες τότε; Σε επηρέασε τόσο πολύ η Β; Σου είναι κάτι;
-Όχι, Αφέντρα, ψιλοθύμωσε.
-Εμένα μου είναι κάτι;
-Όχι, Αφέντρα... με κοίταξε στενοχωρημένος.
-Τότε; Για ποιον λόγο να χάνω τον ύπνο μου απόψε; Για ποιον λόγο να γίνεται αυτή η συζήτηση;
Δεν ήξερε τι να πει. Απλώς, με κοιτούσε.

Του έπιασα το πρόσωπο.
-Αυτό που ενδιαφέρει εμένα, είναι μαζί μου, εδώ. Ό,τι είναι έξω από αυτό το διαμέρισμα, με αφήνει παγερά αδιάφορη. Και εάν σε κάποιον - στον οποιονδήποτε! - δείχνω για πουτάνα, στ' αρχείδια μου. Και θα σου πρότεινα να κάνεις κι εσύ το ίδιο αλλά, βλέπεις, τα αρχείδια σου τα κρατάω εγώ. Και δεν έχω σκοπό να τα αφήσω, γιατί μου αρέσουν. Με τρίχες. Αλλά μου αρέσουν.
Άρχισε να χαμογελάει. Πήρε τα χέρια μου στα δικά του και τα φίλησε.
-Σκέφτομαι ότι η συμπεριφορά της, σας έφερε σε δύσκολη θέση... Και αυτός που φταίει, είμαι εγώ...
-Η συμπεριφορά της, Χ, ήταν απολύτως λογική και αναμενόμενη, του είπα απλά.
Πήγε κάτι να πει, παίρνοντας βαθειά ανάσα.
-Θέλεις να με διακόψεις;, τον κοίταξα αυστηρά.
-Όχι, Αφέντρα... συγγνώμη...
Β είναι μία γυναίκα, που έχασε τον καλό της, εξ΄αιτίας μίας άλλης γυναίκας. Δεν τη νοιάζει γιατί και πως. Στο μουνί της. Ξέρει ότι ένα τρίτο πρόσωπο, μπήκε ανάμεσά τους. Δεν με ένοιαξε το τι μου είπε. Μακάρι να με έβρισκε κάπου και να μου τα έλεγε κατ' ιδίαν. Νομίζεις ότι θα έφευγα; Όχι. Θα έμενα να ακούσω τι είχε να μου πει. Κι ας μου έλεγε ακριβώς τα ίδια.
-Σας χάλασε τη βραδυά..., είπε λυπημένος.

Έβαλα τα γέλια.
-Μου χάλασε τη βραδυά;! Ποιος;! Ένας άνθρωπος εκτός ελέγχου;! Ένας άνθρωπος εκτός ελέγχου, δεν μπορεί να μου χαλάσει κάτι. Ούτε να μου φτιάξει. Δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα. Απολύτως τίποτα, λέμε!
Τον έβαλα κάτω και ανέβηκα επάνω του.
-Εμένα αυτός που μπορεί να με φτιάξει, είναι ο άνθρωπος που έχει τον έλεγχο... Να με φτιάξει τρελά, όμως... Όπως εσύ, απόψε... Η Β, όχι μόνο δε με χάλασε... της χρωστώ κι ένα "ευχαριστώ"... Γιατί εάν δεν ήταν εκείνη, εσύ δεν θα μπορούσες να με φτιάξεις απόψε...
Ο Χ είχε χάσει τη μπάλα.
-Και μετά σας χάλασα, σπάζοντας το σπίτι, Αφέντρα..., είπε σκεπτικός, καθώς έκανα γραμμές με τα νύχια μου στο στήθος του.
-Τότε με έφτιαξες πιο πολύ, ανόητε... Μόνο που την επόμενη φορά, δεν θα πρέπει να έρθουμε με άλλους... Θα σπάσεις εσύ ό,τι είναι να σπάσεις... και μετά θα σε σπάσω εγώ...

Η στύση του Χ έκανε την εμφάνισή της, εκεί που καθόμουν.
-Να υποθέσω ότι κάνω θαύματα, ακόμα και με τα βαμβακερά μου;... Χωρίς μαστίγια;...
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, χαμογελώντας ντροπαλά.
-Να υποθέσω, επίσης, ότι τελείωσαν οι ερωτήσεις σου γι' απόψε;...
Έκανε το ίδιο.
-Πολύ καλά... Γιατί έχω κι εγώ μία... Γιατί η μητέρα σου με είπε "Αφέντρα";

Η στύση του εξαφανίστηκε.

3.2.10

No Time Like The Present

Αφότου πέρασε ο τυφώνας Χ, αρχίσαμε να μαζεύουμε και οι τέσσερις το καταστροφικό του έργο.
Ο Α τον πείραζε και γελούσαμε όλοι.
Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο...

Ο Χ άκουγε σιωπηλός, μέχρι που είπε δυνατά.
-Θα έρθετε-τώρα-εδώ! Τώρα-αμέσως! Και οι 2!
Δεν ήξερα πια, ποιον είχα απέναντί μου, εκείνο το βράδυ...

Άδειασα μερικά μπουκάλια Coca Cola - για να τα κάνουμε ποτήρια... - και ο Χ μόνο που δεν έβαλε τα κλάμματα.
Εντάξει, σκέφτηκα. Αυτός είναι.

Το κουδούνι χτύπησε και μετά από λίγο, στην πόρτα στέκονταν ο Β και ο Γ.
Καθήσαμε όλοι στην τραπεζαρία.
Όλοι, εκτός από τον Χ που δεν τον χωρούσε ο τόπος...

Οι δυο τους ξεκίνησαν να του λένε, τι είχε γίνει.
Και τι είχε ειπωθεί...
Ο Χ έσφιγγε χείλη και γροθιές, και έπινε μεγάλες γουλιές Coca Cola, ενώ η γνωστή φλέβα είχε αρχίσει να διαγράφεται πάλι...

Του είπαν ότι προσπαθούσαν να την κάνουν να σταματήσει, ότι δεν πίστευαν αυτό που γινόταν και όταν άφησαν τις δικές τους στο σπίτι, έγινε χαμός επειδή την κάλεσαν, εκείνοι δεν γνώριζαν τίποτα και δεν μπορούσαν να της ζητήσουν να φύγει, μετά από τόσα χρόνια που ήταν μαζί του.
-Και αφήσατε να λέει μπροστά σας τη γυναίκα μου "πουτάνα";..., κάθησε κι εκείνος και σταύρωσε τα δάκτυλά του, πάνω στο τραπέζι.
Καμμία απάντηση.
-Αυτό σας φαίνεται ότι είναι η Νανά; Πουτάνα; Εσείς έχετε γαμήσει πολλές πουτάνες, σαν τη Νανά;
Πήγαν να πουν κάτι αμέσως. Τους έκοψε.
-Εσείς δεν ξέρετε τι έχω κάνει, για να είμαι με τη Νανά; Εσάς δεν έπαιρνα τηλέφωνο, για να μάθετε που πάει και τι κάνει; Μαζί μου δεν ερχόσασταν; Δεν έχετε καταλάβει ακόμη, τι σημαίνει για 'μένα αυτή η γυναίκα;
-Γι΄αυτό σε πήρα, είπε μαλακά ο Β. Για να βρεθούμε αύριο να μιλήσουμε. Εμείς φταίμε γι' αυτό που έγινε. Δεν πήγαμε να σε φωνάξουμε, για να μη την αφήσουμε μόνη. Κάναμε νόημα στον Α, που μπορούσε να σε ψάξει.
-Δεν πιστεύαμε κι εμείς ότι θα γίνει ό,τι έγινε..., συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο ο Γ.

Ο Χ έμεινε για μία στιγμή σιωπηλός.
-Γι' αυτό κι εγώ σας φώναξα εδώ. Για να ζητήσετε συγγνώμη, από την ίδια. Μπροστά μου.
-Νανά, συγγνώμη..., είπε πρώτος ο Γ. Εμείς φταίμε για όλα... Δεν έπρεπε να το αφήσουμε έτσι...
-Ναι, Νανά..., είπε και ο Β. Συγγνώμη για όλα... Φερθήκαμε σαν μαλάκες...

Επικράτησε σιωπή, για μερικά λεπτά.
-Μάλλον εγώ δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ απόψε... καλύτερα να φύγω..., είπε η κοπέλα του Α.
-Κάτσε, της είπα. Που αλλού θα βρεις σε ένα τραπέζι 2 μαλάκες και μία πουτάνα;

Η αμηχανία και ο εκνευρισμός, διαλύθηκαν από την ένταση των γέλιων τους.
Ο Χ κόντεψε να πνιγεί με την Coca Cola και οι άλλοι του χτυπούσαν την πλάτη, μες στα γέλια.
Του ζητούσαν συγγνώμη, του έλεγαν ότι είναι φίλοι κι ότι καμμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό.
-Εκτός κι αν είναι σαν τη Νανά..., είπε τρυφερά ο Χ.
-Πουτάνα, εννοεί, είπα ήρεμα, καπνίζοντας.
Άρχισαν πάλι να γελάνε όλοι δυνατά.
-Λοιπόν! Είστε τέσσερις άνδρες και είμαστε 2 γυναίκες. Δεν μας ρωτήσατε καν εάν πεινάμε. Δεν πάτε να πάρετε τίποτα, να κατεβάσετε και τα σπασμένα του φίλου σας στα σκουπίδια, παρεμπιπτόντως;, τους ρώτησα.

Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι, με τη μία!
Αφού σκοτώθηκαν για το ποιος θα πάει - "εμείς φταίμε, εμείς θα πάμε", "καθήστε εσείς, τώρα ήρθατε, θα πάω εγώ" -, τους σταμάτησε η κοπέλα του Α.
-Θα πάμε όλοι μαζί! Θα έρθω κι εγώ, για να μην αργήσετε! Τέτοια ώρα δεν είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη!, γύρισε σε μένα.
-Που να πάνε, χρυσή μου;, τη ρώτησα με άνεση. Εδώ είναι το μπουρδέλο.

Έφυγαν μες στα γέλια.
Όταν έκλεισε η πόρτα, ο Χ με άρπαξε στην αγκαλιά του.
Δεν μιλούσε. Μόνο με κρατούσε σφιχτά.
-Αφέντρα..., ψέλλισε.
-Ναι... αφέντη...;
Τραβήχτηκε απότομα πίσω.
-Αφέντη...; Αφέντης, εγώ;!
-Έτσι μου φάνηκες απόψε..., του είπα χαμογελαστή.
-Σαν αφέντης...;, στενοχωρήθηκε.
-Σαν το αρσενικό μου εγώ...

Με κοιτούσε μία θλιμμένος, μία σαν να προσπαθούσε να χαμογελάσει κι εκείνος.
-Μπορώ να κάνω τα πάντα για εσάς...
-Το θυμάμαι...
-Σας αγαπάω, Αφέντρα...
-Το είδα...

2.2.10

The Big Bang

-Δώσε μου τα κλειδιά, θα πάρω εγώ το δικό μας και θα σας ακολουθήσω, είπε η σύντροφος του Α.
Εκείνος είχε μπει στο αυτοκίνητο του Χ και έβαζε μπροστά τη μηχανή, φανερά εκνευρισμένος.
Ο Χ άνοιξε την πίσω πόρτα για να μπω, αμίλητος. Σκληρός.
Εγώ ήμουν σε κατάσταση σοκ.
Με είχε πει η μητέρα του "Αφέντρα"...;

Φτάσαμε στο σπίτι πολύ γρήγορα.
Λόγω 3ημέρου δεν είχε καθόλου κίνηση.
Αμίλητοι, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής.

Μόλις μπήκαμε μέσα, γνωρίστηκα με έναν άλλο Χ...
Πέταξε τα κλειδιά στον τοίχο με δύναμη και άρχισε να σπάει ό,τι έβρισκε μπροστά του...
Το βάζο θρυμματίστηκε στα πλακάκια, λουλούδια έφευγαν στον αέρα...
Άνοιγε τα ντουλάπια και πετούσε ποτήρια, φλυτζάνια, πιάτα...
Ανέκφραστος... Θυμωμένος...
Το σώμα του άκαμπτο. Όλη η δύναμη ήταν στα χέρια του.

Τα παιδιά με πλησίασαν.
Ο Α μπήκε μπροστά μου, για να μη τραυματιστώ και η σύντροφός του με έπιασε από το χέρι, κλείνοντας τα μάτια κάθε φορά που ακουγόταν κρότος.
Ο πρώτος έκανε μία κίνηση προς το μέρος του Χ, για να τον σταματήσει.
-Άφησέ τον..., του είπα σταθερά.

Είχα τρελαθεί...
Το στήθος μου ανεβοκατέβαινε από τις ανάσες που έπαιρνα...
Δεν υπήρχε αυτό...
Είχα τρελαθεί...

-Την πουτάνα! Την πουτάνα! Θα της γαμήσω το μουνί που την πέταγε! Την καριόλα! Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι! Στο ίδιο μου το σπίτι! Μη τη ξαναδώ μπροστά μου! Θα την τελειώσω! Θα την τελειώσω!
Δεν αναγνώριζα τη φωνή του...
Ούτε αυτά που έλεγε...
Ήταν ένας άλλος άνθρωπος μπροστά μου...
Ένας άλλος, που εξακολουθούσε να σπάει ό,τι έβρισκε...

Πλησίασε απειλητικά τον Α, που κρατιόταν-δεν κρατιόταν κι εκείνος.
-Ποιος την κάλεσε, την καριόλα;! Ποιος της είπε να έρθει;!
-Τα κορίτσια..., απάντησε φοβισμένα η κοπέλα.
Γύρισε απότομα το κεφάλι του και την κοίταξε.
-Αυτές οι σκρόφες;! Με ποια πρωτοβουλία;! Και κάθονταν και την άκουγαν να μιλάει έτσι;! Στη γυναίκα μου;! Μέσα στο σπίτι μου;! Αύριο θα γίνει της πουτάνας! Θα τους πω εγώ ποιος κάνει κουμάντο!
-Τώρα που θα πάμε πίσω, θα τους μιλήσω εγώ, προσπάθησε να τον ηρεμήσει ο Α.
-Εσύ δεν θα πεις τίποτα! Αυτό είναι δική μου δουλειά! Θα τους μάθω εγώ να σέβονται! Και εμένα και τη γυναίκα μου! Κατάλαβες;! Με την καριόλα που 'χα μπλέξει! Αλλά δεν φταίει κανείς! Φταίω εγώ, που δεν την είχα σουτάρει από πριν! Εγώ φταίω! Γι' αυτό έγιναν όλ' αυτά!
-Δεν τα εννοούσε... θα είχε πιει... δεν θα το ήθελε... αύριο θα το έχει μετανοιώσει..., προσπάθησε να τον κατευνάσει και η κοπέλα.
-Δεν τα εννοούσε;! Δεν τα εννοούσε;! Δεν μ΄ενδιαφέρει αν είχε πιει! Θα την πνίξω μες στο ίδιο της το αίμα! Θα την κάνω εγώ να το μετανοιώσει! Μακριά από τη γυναίκα μου! Μακριά, όλες τους!

Ο Α τον πήγε στον καναπέ και κάθησαν.
Η κοπέλα του με κοίταξε, σαν να με ρωτούσε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει.
-Κάθησε, της είπα. Θα βάλω κάτι να πιούμε.
Πήγα στην κουζίνα και πήρα από το ψυγείο μία Coca Cola.
Στάθηκα μπροστά του.
-Ποτήρια, δεν έχουμε πια. Εσύ μπορείς να πιεις από το μπουκάλι. Θα δω τι θα κάνω για τα παιδιά, του είπα χαμογελώντας.

Με κοίταξε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά, εκείνο το βράδυ.
Με άρπαξε από τη μέση, απότομα και είπε μέσα από τα δόντια του.
-Αν σας κάνει ποτέ κανείς κάτι, θα τον σκοτώσω! Σας το ορκίζομαι στη ζωή μου! Δεν θα τον αφήσω να ζήσει! Θα τον σκοτώσω! Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά!
Πήρα το χέρι του και του έδωσα να κρατήσει το αναψυκτικό.
-Κανείς δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα, του είπα με σιγουριά. Κι αν εννοείς ότι θα μπορούσες να χτυπήσεις τη Β, θα ήταν η τελευταία φορά που θα με έβλεπες. Αν σήκωνες ποτέ σου χέρι σε γυναίκα, εμένα δεν θα με ξανάβλεπες ποτέ.
-Δεν μπορούσα να την χτυπήσω! Το ήθελα πάρα πολύ να την χτυπήσω! Να πάψει να μιλάει! Δεν μπορούσα!
-Γι' αυτό είσαι θυμωμένος;, τον ρώτησα χαμογελαστή.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι, κοιτάζοντάς με.
-Και θα θυμώνεις πάντα έτσι και θα τα σπας όλα;..., συνέχισα ακόμη πιο χαμογελαστή.
Έκανε πάλι το ίδιο.
Γύρισα να κοιτάξω την κοπέλα του Α.
-Μπορείς να με βρίσεις λίγο; Ή πολύ;

Ξέσπασαν και οι τρεις τους σε γέλια. Δεν μπορούσαν να σταματήσουν.
Ο Χ - με τη Coca Cola του ανά χείρας - μου φιλούσε τα χέρια.
-Δεν ξέρουν πόσο σας αγαπάω... κανείς δεν ξέρει τι σημαίνετε για 'μένα...
-Ξέρω εγώ. Κι αυτό αρκεί.

1.2.10

Public Humiliation

Ο Χ και οι φίλοι του - από τότε που πήγαιναν σχολείο - έκαναν κάθε χρόνο ένα πάρτυ, το οποίο αναλάμβανε να οργανώσει και να φιλοξενήσει ο καθένας, εκ περιτροπής.

Δίνονταν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κι ενώ στην αρχή γινόταν για να γιορτάσουν το τέλος του σχολικού έτους και να μαζευτούν όλοι οι φίλοι τους - που λίγο έως πολύ, ήταν κοινοί -, είχε καταλήξει μία καλή ευκαιρία για να ξαναβρίσκονται, προσθέτοντας και τις νέες γνωριμίες, τους νέους συναδέλφους, κτλ.
Εκείνη τη χρονιά, ήταν η σειρά του Χ.

Μπήκα στο σπίτι του και νόμιζα ότι μπαίνω σε club...
Πρέπει να ήταν πάνω από 100 άτομα εκεί.
Μαζί με τη Βδέλλα...

Η βραδυά κυλούσε ωραία, ο Χ - ως οικοδεσπότης - πήγαινε κι ερχόταν, η μουσική που έπαιζε κάτι μου έλεγε πως είχε προσαρμοστεί στα δικά μου γούστα, όλα καλά.
Εγώ, μετά τις βόλτες μου, καθόμουν περισσότερο με τον Α και την καλή του.
Οι Β και Γ, δε με πολυσυμπαθούσαν. Μάλλον με κρατούσαν σε απόσταση.
Οι δε καλές τους, ούτε με σφαίρες. Δεν είχαμε και πολλά κοινά.
Ήταν φίλες μεταξύ τους - από πριν - και ήταν από το είδος εκείνο του "είμαι πολύ καλή, πολύ ανώτερή σου, φοράω/κρατάω πάντα κάτι επώνυμο, δεν μιλάω στον καθένα, ξέρω τι έχει η τελευταία Vogue".
Δεν έχανα και πολλά.
Από την άλλη, η καλή του Α ήταν ανοικτός άνθρωπος, γελούσε κατσαρά και είχε το είδος εκείνο της ειρωνείας και του σαρκασμού, που ταίριαζαν γάντι με την ιδιοσυγκρασία μου.
Δεν χρειάζεται να πω, ότι η Βδέλλα ήταν φίλη με τις 2 πρώτες...

Μετά από ώρες και αρκετά ποτά, ο κόσμος άρχισε να φεύγει.
Βγήκαμε με τα παιδιά στη βεράντα, για να μου δείξουν κάτι στο αυτοκίνητο του Α.
Χωρίς να το προσέξουμε, βγήκε και η άλλη παρέα.
Όπως μιλούσαμε, ακούγαμε τη Βδέλλα να λέει κάτι.
Ανακαλύψαμε, όπως ήμασταν και οι τρεις πλάτη, ότι μιλούσε για 'μένα(;)/σε 'μένα(;)
Ρίξαμε μερικές λοξές μεταξύ μας, προσπαθώντας να ακούσουμε τι έλεγε.

-... έτσι είναι οι πουτάνες... μπαίνουν ανάμεσα στα ζευγάρια και τα χωρίζουν... δεν κάθονται στα μπουρδέλα τους... θέλουν και γκόμενους να τις σπιτώνουν... αλλά θα γαμήσουν-θα γαμήσουν, πάλι θα γυρίσουν σε εσένα... γιατί εσένα αγαπάνε... εκείνες τις έχουν μόνο για να τις πηδάνε..., έλεγε αγανακτισμένα.
Προσπαθούσα να μη χαμογελάσω.
-Δεν θα πει κανείς κουβέντα..., τους προειδοποίησα χαμηλόφωνα. Κουβέντα, όμως!

Γύρισα αργά και την κοίταξα.
Την πλησίασα με τον ίδιο ρυθμό, κι εκείνη έκανε μισό βήμα πίσω, φοβισμένη.
Πήρα το ποτό και τα τσιγάρα μου, που ήταν στο τραπέζι μπροστά της και κάθησα σε μία καρέκλα, σταυρώνοντας τα πόδια. Μπροστά της.
Άναψα ένα τσιγάρο και έκανα πίσω την πλάτη, για να απολαύσω τη σκηνή.
Έγινε πυρ και μανία...
Οι φίλες της μας κοιτούσαν φοβισμένα μεν, χαιρέκακα δε, περιμένοντας τη συνέχεια.

-Με συγχωρείτε, της είπα ανέκφραστα. Κάτι λέγατε; Σας διέκοψα.
-Άκουσες το όνομά σου και ήρθες;! Γιατί εσύ είσαι η πουτάνα της υπόθεσης! Μπήκες σε ένα ζευγάρι και τα έχεις κάνει σκατά! Αυτή είσαι! Όλοι το ξέρουν! Τι πουτάνα είσαι! Αλλά θα σε χρησιμοποιήσει και θα σε πετάξει! Έτσι σου αξίζει!
Δεν μιλούσε απλώς, πλέον. Φώναζε. Εκτός εαυτού.
Κάποιοι έστρεφαν το κεφάλι από την άλλη, αμήχανα.
Κάποιοι κοιτούσαν με ορθάνοιχτα μάτια, μία εμένα-μία εκείνη.
Κάποιοι έμπαιναν μέσα στο σπίτι.
Και οι φίλοι του Χ προσπαθούσαν να την ηρεμήσουν.

Με την άκρη του ματιού μου, είδα τον Α να μπαίνει γρήγορα στο σαλόνι.
Από πίσω του η καλή του, κοιτάζοντας έντονα και νευριασμένα τη Βδέλλα.
Εκείνη συνέχιζε στον ίδιο ακριβώς τόνο και ρυθμό, με το ίδιο και χειρότερο φρασεολόγιο.
Ώσπου ανάμεσα από τον κόσμο, βγήκε σπρώχνοντάς τον ο Χ με τα παιδιά.
Μόλις πλησίασε τη Βδέλλα και άκουσε αυτά που έλεγε, έγινε κατακόκκινος...
Ό,τι του είχα κάνει, τόσους μήνες, δεν είχε καταφέρει να του δώσει τόσο χρώμα...
Έβλεπα τη φλέβα στο μέτωπό του έτοιμη να εκραγεί και το στόμα του να έχει γίνει μία γραμμή...
Σήκωσε το χέρι για να την τραβήξει μέσα και με κοίταξε.
Τον κοίταξα κι εγώ. Και κατάλαβε.
Κατέβασε το χέρι και έμεινε ακίνητος, εξακολουθώντας να με κοιτάζει.
Χαμογέλασα αδιόρατα.
Ξανακοίταξα τη Βδέλλα, πάλι ανέκφραστα.

Εκείνη κοίταξε πίσω της ακολουθώντας τη ματιά μου, είδε τον Χ και έγινε θηρίο.
-Αυτή είναι η πουτάνα σου;! Την έφερες και στο σπίτι σου;! Να την γνωρίσουν και οι υπόλοιποι;! Τι σου κάνει πια;! Μάγια;! Αυτή ήταν στη φωτογραφία;! Σου είχε δώσει και φωτογραφία, για να τη θυμάσαι;! Δεν σε είχα για τόσο μαλάκα! Δεν ήξερα ότι σου αρέσουν οι πουτάνες! Σε τραβάει από τη μύτη, το τσουλάκι;! Είσαι μαλάκας! Μαλάκας!
Ο Α δεν άντεξε.
Την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε απότομα, τραντάζοντάς την.
-Πάμε μέσα! Τώρα! Τώρα, είπα!, φώναξε τόσο που γύρισαν κεφάλια από μέσα.
Την έσερνε πίσω του και την ακολούθησαν οι άλλες 2.

Με πλησίασαν μερικά άτομα - κυρίως άνδρες - ρωτώντας εάν είμαι καλά, εάν θέλω κάτι.
Έλεγαν πόσο θράσσος είχε η Βδέλλα, τι κουβέντες ήταν αυτές και αναρωτιόνταν που βρήκα τόση ψυχραιμία.
Ο Χ ήρθε κοντά μου. Αμίλητος. Το πρόσωπό του ήταν πέτρα. Αλλά κόκκινο. Κατακόκκινο...
Σηκώθηκα από τη θέση μου και τον κοίταξα στα μάτια.
-Μπορείς να μιλήσεις, τώρα.
-Θα ήθελα να φύγουμε..., είπε αργά και σχεδόν ψιθυριστά.
Πριν απαντήσω, ήρθαν τα παιδιά.
-Πάμε να φύγουμε!, είπε ο Α έξαλλος. Θα σας πάμε εμείς στο σπίτι!
Ο Χ δεν ξεκολλούσε το βλέμμα του από 'μένα. Δεν ήταν καλά...

Προχωρώντας, είδαμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στην πόρτα, να μιλάει στη Βδέλλα.
Η φωνή του άνδρα ακουγόταν βροντερή.
-Πήγαινε σπίτι σου, Β! Πήγαινε σπίτι σου, κορίτσι μου! Πολλά έκανες για απόψε!
Η ματιά της γυναίκας έπεσε πάνω μου. Η έκφρασή της άλλαξε.
Κοιταχτήκαμε με ηρεμία.
-Εμείς θα σας περιμένουμε κάτω, είπε διακριτικά ο Α κι έφυγαν.
Ο άνδρας συνόδευε τη Βδέλλα, σχεδόν σπρώχνοντάς την έξω.
Η γυναίκα δεν έδινε σημασία.
Μας πλησίασε.
-Πάρε την κοπέλα στο σπίτι σας, είπε στον Χ. Έχω συνεννοηθεί με τον Β και τον Γ. Θα μείνουν εκείνοι.
Ο Χ πήγε να πάρει τα πράγματά του, ζητώντας συγγνώμη.

Η γυναίκα με κοίταξε, κουνώντας ανεπαίσθητα το κεφάλι.
-Καλά σε λέει ο γιος μου "Αφέντρα"...