17.1.10

The Queen Of Spades

Όπως κάθε γυναίκα, έτσι κι εγώ, ακούμε διάφορα κατά καιρούς.
Πόσο όμορφες είμαστε, πόσο ωραία είναι τα μάτια μας, τα βυζιά μας.
Ο καθένας ό,τι βρίσκει καλό, ή έστω, αρεστό σε εκείνον, μας το λέει.

Ο άνδρας βλέπει μία εικόνα.
Μέχρι εκεί.
Οπότε, όλες γινόμαστε φιγούρες.
Τίποτε περισσότερο.

Η τόσο βαθυστόχαστη φύση του ανδρός, μας αφήνει όλες άναυδες.
Η τάση του να τον ενδιαφέρει μόνον το θέατρο των σκιών, μας δένει κόμπο τις σάλπιγγες.
Το ατελείωτο κοτσανολόγιό του, κάνει τις ωοθήκες μας να σφυρίζουν και να τον θέλουμε παράφορα.
Η εμμονή του στην επιφάνεια, μας κάνει όλες να σκεφτόμαστε την πρέζα.
Γιατί μόνον έτσι τα ξεπερνάς αυτά...

Κι εκεί που ετοιμάζεσαι για σύριγγες και κουταλάκια, λες σε έναν φίλο σου "Δεν πάμε καμμία βόλτα με το αυτοκίνητο; Θέλω να φύγω από 'δω μέσα. Μπορείς να έρθεις να με πάρεις; Να πάμε οπουδήποτε;"

Και έρχεται αυτός ο καλός άνθρωπος, σε βάζει στο αυτοκίνητό του, ξέρει τι έχεις, γνωρίζει τι ακούν οι γυναίκες από τους άνδρες που θέλουν να γαμήσουν και σε γυρίζει στους δρόμους της Αθήνας.

Κάπου, σε κάποιο πολύ δυτικό προάστειο, παραλιακά, σταματάτε για να περπατήσετε. Ο καλός αυτός άνθρωπος, ξέρει ότι λατρεύεις τον αέρα. Ότι σου δίνει ενέργεια, σε αναζωογονεί, σου φτιάχνει τη διάθεση. Κι εκείνο το βράδυ, τα μποφώρ έτρεχαν με μεγάλες ταχύτητες, με κατεύθυνση εσένα.

Βλέπεις ένα μικρό καφενείο, με κίτρινους τοίχους από την νικοτίνη, και άνδρες να παίζουν τάβλι και χαρτιά. Του λες, ενθουσιασμένη, να πιείτε έναν ελληνικό καφέ, σε εκείνα τα μικρά λευκά φλυτζανάκια της γιαγιάς, και κρύο νερό σε εκείνα τα χιλιοχαρακωμένα ποτήρια.
-Πάμε στους άνδρες;, τον ρωτάς, δείχνοντάς του το καφενείο.
-Και δεν πάμε;, δεν σου χαλάει χατήρι, γελώντας.
Ξέρει ότι δεν σου αρέσει ο καφές.
Ξέρει ότι θέλεις να πας για τους άνδρες.
Τους άλλους άνδρες. Που μιλούν άλλη γλώσσα.

Εσύ είσαι ντυμένη, χτενισμένη, βαμμένη στην τρίχα. Φαίνεται ότι από κάπου το έχεις σκάσει.
Μπαίνεις μέσα σε εκείνο το καφενείο και για μερικά δευτερόλεπτα, απολαμβάνεις εκείνη την μικρή παύση των πάντων, όταν όλοι σε κοιτάζουν σαν να σε έφερε διαστημόπλοιο.
Βλέποντάς σε να συνοδεύεσαι, γυρίζουν όλοι πίσω σε αυτό που έκαναν πριν.

Κάθεσαι, ο καφές έρχεται, παίρνεις ένα από τα τσιγάρα σου κι όταν ο φίλος σου πάει να βγάλει τον αναπτήρα, του κρατάς το χέρι και του λες "Άσε εμένα να βρω φωτιά".
Έχεις σποτάρει τον άνθρωπο που θα την ζητήσεις.
Κάθεται μόνος του και πίνει ουίσκι. Σκέτο.
Τον πλησιάζεις κι εκείνος κινείται λίγο νευρικά στη θέση του. Αμήχανα.
Είναι σαν να τον ακούς να λέει "Μην έρθεις απο ΄δω... Όχι σε 'μένα..."
Πεθαίνεις γι' αυτές τις στιγμές...

Τον έχεις εγκλωβίσει στη θέση του.
Δεν μπορεί να κάνει τίποτα.
Μόνο να υποταχθεί στο αναπόφευκτο.

Σου ανάβει το τσιγάρο και βλέπεις το χέρι του να τρέμει ελαφρά.
Δεν κάθεσαι. Αυτό τον γεμίζει περισσότερη νευρικότητα.
Σου αρέσει. Αυτό σου αρέσει.

Αποφασίζεις να τον φέρεις στα ίσα του και φωνάζεις τον φίλο σου.
Γίνεστε μία παρέα και εσύ απολαμβάνεις, πραγματικά, τα αντρίκια λόγια.
Ακατέργαστα, σταράτα, με μπέσα.
Γελάς με τις εκφράσεις που δεν ακούς συχνά και αφήνεις τους δυο τους να μιλάνε.
Εσύ λες λίγα. Θέλεις μόνο να ακούς.

Όταν έρχεται η ώρα να φύγετε, ο φίλος σου λέει να φέρει το αυτοκίνητο απ' έξω.
Συμφωνείς και μαζεύεις τα πράγματά σου, για να είσαι έτοιμη όταν θα ακούσεις να σου κορνάρει.
Λίγο πριν σβήσεις το τελευταίο τσιγάρο, ο άνδρας που κάθεται απέναντί σου, μαζεύει τις δυνάμεις του.
-Εγώ, κοπέλα μου, από το λίγο που σε ξέρω, μπορώ να σου πω ένα πράγμα. Εσύ δεν είσαι σαν τις άλλες. Εσύ από τη ζωή σου, θέλεις άλλα πράγματα. Μπορείς να κάνεις μεγάλες ζημιές. Δεν είσαι γυναίκα εσύ. Είσαι ντάμα σπαθί.
-Μπορώ να έρχομαι, καμμιά φορά, να μου το λέτε;
-Να έρχεσαι όποτε θέλεις, κοπέλα μου. Εδώ θα είμαι εγώ. Δεν σ' το έχουν πει ποτέ αυτό;
-Ποτέ.
-Να έρχεσαι να σ' το λέω, τότε, όποτε θέλεις.
-Παίζετε χαρτιά;
-Παίζω.
-Όταν θα βλέπετε αυτό το φύλλο, θα με θυμάστε; Θα με σκέφτεστε;
-Ναι.

Φεύγεις φτιαγμένη.
Δεν χρειάζεσαι ούτε την σύριγγα, ούτε τα κουταλάκια.
Αυτή είναι η πρέζα η δική σου.
Και την έχουν ελάχιστοι.

Εκείνος ο άγνωστος δεν ασχολήθηκε με τα βυζιά και τον κώλο μου.
Δεν τον παραπλάνησε το μακιγιάζ μου.
Δεν του άρεσε ο καραγκιόζης.

Αν με ρωτούσε κάποιος, πως θα ήθελα να με σκέφτονται ή να με θυμούνται όσοι με γνωρίζουν, όσοι μπορεί να μη θυμούνται ή να μη ξέρουν καν το όνομά μου, θα ήταν αυτό που είπε εκείνος ο άγνωστος, εκείνο το βράδυ, σε εκείνο το καφενείο.

Ντάμα σπαθί.

16.1.10

The men Of My Life

Οι άνδρες της ζωής μου, χωρίζονται σε 2 βασικές κατηγορίες.
Σε εκείνους που έφυγαν και σε εκείνους που έμειναν.

Δεν μπορούσες να με πλησιάσεις και να μην καταλάβεις με τι έχεις να κάνεις.
Δεν λέω ότι φαίνεται πως είμαι Domme απ' όταν θα στρίψω τη γωνία.
Αλλά, διάολε, όταν έρχεσαι και μου μιλάς πρέπει να είσαι πολύ μεγάλος μαλάκας, για να σου ξεφύγει.
Επομένως, κόβεσαι λόγω ηλιθιότητας.

Κατανοώ, πως για έναν άνδρα είναι λίγο βαρύ η γκόμενα να είναι κάτι πιο... από εκείνον.
Αλλά, όταν ανακαλύπτεις ότι είναι, ότι το 'χει - το οτιδήποτε - μη το παίζεις ξερόλας και την πηγαίνεις κόντρες.
Είναι ανόητο. Και σε βγάζει από τη λίστα.
Ούτε με τα νερά της να πηγαίνεις. Γίνεσαι γλύφτης.
Άσ' την να είναι αυτό που είναι και φρόντισε να είσαι κι εσύ αυτός που είσαι.
Κι αν σου αρέσει, καλώς. Εάν όχι, στρίβε.
Μη της ζαλίζεις τις ωοθήκες.

Όταν βλέπεις ότι ενδιαφέρεται, γιατί να πέσεις από πάνω της να την πρήζεις για το που έχεις ταξιδέψει, πόσες πιστωτικές κάρτες έχεις, τι αυτοκίνητο οδηγείς;
Σε ρώτησε; Μη κάνεις τον κόπο.

Πηγαίνεις σε ακριβά εστιατόρια και είσαι φίλος με τον Κόκκαλη;
Έξοχα.
Μόνο που εγώ δεν ανοίγω φύκια για sushi και είμαι Παναθηναϊκός.
Τι να γίνει τώρα;

Ήσουν ο καλύτερος μαθητής στην τάξη, μιλάς άπταιστα τη γαλλικήν, παίζεις καταπληκτικό tennis και αγαπάς την ιππασία;
Συγκλονίστηκα.
Εγώ δεν έβγαλα ούτε το δημοτικό, με το ζόρι μιλάω τα Ελληνικά, παίζω καταπληκτικές σφαλιάρες - άμα μου κάτσεις -, και αγαπώ τα μουλάρια.
Είδες τι έκανες;

Σε αυτού του είδους τους άνδρες, οφείλω την καταπληκτική μου άνεση στο ξενερώνειν.
Ήταν πολύ απογοητευτικοί σαν εμπειρίες αλλά μου έδωσαν τρομερά εφόδια για το μέλλον.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού...;
Όχι κάπως έτσι. Έτσι ακριβώς!

Με τον καιρό, πήρα και τα master μου.
Δηλαδή.
Η πρώτη ατάκα που είχα σκεφθεί, ήταν να λέω ότι είμαι λεσβία.
Μετά από σύντομο διάστημα - αφού, προφανώς, δεν είχα εκτιμήσει σωστά το μέγεθος της μαλακίας που τους έδερνε - ανακάλυψα, ότι όχι μόνον δεν τους έκανε να φύγουν αλλά ήθελαν να είναι εκείνοι που θα με βγάλουν από τον κακό τον δρόμο. Σε περιορισμένα αντίτυπα, είχα και δηλώσεις του στυλ "χμ... δεν είναι κακή ιδέα... δεν με πειράζει... μπορώ να βλέπω".

Η δεύτερη, όμως, ήταν καταπέλτης.
Τους άφηνα - και το κάνω μέχρι σήμερα, αλάνθαστη συνταγή για μαλάκες, λέμε... - να πουν ό,τι είχαν να πουν και τους έλεγα με ενθουσιασμό: "Ωραία! Πόσο χαίρομαι που κάνεις/είσαι όλα αυτά. Είναι τόσο σημαντικό να γνωρίζεις έναν άνδρα που κάνει/είναι όλα αυτά. Μη νομίζεις, παλιά δεν τα λάμβανα υπ' όψιν μου..." Τους άφηνα να ρωτήσουν τι έχει αλλάξει και επανερχόμουν δριμύτερη: "Μα η ανάγκη να παντρευτώ και να κάνω παιδιά! Νομίζω πως είμαι έτοιμη. Εσύ;"
Αυτό ήταν.
Wax on - wax off.

Οι άνδρες, όμως, που έμειναν, ήταν από άλλο υλικό. Ευγενές.
Εάν έκανα ποτέ παράπονα για αυτούς τους άνδρες που γνώρισα και είχαμε σχέση, θα έπεφτε φωτιά να με κάψει.
Εκτός του ότι ήταν από τη φύση τους καλοί, ήταν όλοι τους τόσο ανεκτίμητοι ως όαση στην έρημο της μαλακίας των ανδρών, που αυτό που αισθάνομαι - έως σήμερα - είναι ευγνωμοσύνη.
Νομίζω, πως εάν δεν υπήρχαν εκείνοι, ειλικρινά, θα μου έστριβε.
Ειλικρινά, όμως.

Με αγάπησαν πολύ. Και τους αγάπησα κι εγώ.
Ίσως, όχι όσο θα ήθελαν ή θα έπρεπε.
Έχοντας αυτόν τον χαρακτήρα, τους πλήγωνα. Πολλές φορές.
Δεν το ήθελα ούτε μία.
Τους έλεγα να χωρίσουμε, ότι δεν είναι σωστό να κάνουν υπομονή, ότι δεν έχει νόημα να στενοχωριούνται για μένα.
Δεν έφευγε κανείς.

Ξέρω ότι αναγνώριζαν πως ό,τι έκανα, δεν ήταν καπρίτσια.
Δεν προσπάθησαν ποτέ να με αλλάξουν. Ούτε κι εγώ.
Είχα σχέση που μου έλεγε: "Πες μου τι θέλεις. Ό,τι θέλεις, θα το κάνω. Δεν θέλω να θυμώνεις. Σ' αγαπάω".
Δεν του είπα ποτέ τίποτα. Τι να του έλεγα; Πως;
Κι εγώ τον αγαπούσα. Αλλά κάτι μου έλειπε. Ουσιώδες.
Πως να του το εξηγήσω; Να τον πλήγωνα περισσότερο;
Δεν υπήρχε περίπτωση.

Από όλους αυτούς, που πέρασαν από την ζωή μου, έχω να θυμάμαι τα ωραιότερα.
Σκηνές και πράγματα που μπορεί να κάνει ένας άνδρας, που αγαπάει μία γυναίκα.
Ακόμα κι αν γνωρίζει, ότι η γυναίκα αυτή, βασανίζεται από κάτι που έχει μέσα της και δεν ξέρει - ούτε εκείνος, ούτε και η ίδια - τι είναι.
Κι ότι μπορεί, ανά πάσα ώρα και στιγμή, να την χάσει...

Με όλους αυτούς τους άνδρες - εκτός από τον πρώτο, που δεν ξέρω ακόμα πως μου ανέκυψε τόσο γαμημένο ψώνιο... - διατηρούμε εξαιρετικές σχέσεις.
Εκείνος ο έρωτας και η αγάπη, έχουν μετατραπεί σε βαθιά εκτίμηση και επικοινωνία.

Υπήρχε και μία 3η κατηγορία ανδρών.
Εκείνοι που προσπέρασαν.
Εκείνοι, που είχαν δέκα λόγους για να τους κρατήσω ή να μείνουν και έναν για να τους διώξω ή να φύγουν. Αλλά αυτός ο ένας, ήταν καθοριστικός.

Μου έχουν μείνει, ωστόσο, τα φλερτ τους, οι προσεγγίσεις τους, τα λόγια τους.
Εάν συναντηθούμε, καμμιά φορά, τα θυμόμαστε και γελάμε. Με νοσταλγία και χαρά.
Μπορεί να μην φτάσαμε στο επιθυμητό αλλά κρατάμε ο ένας την ανάμνηση του άλλου.

Σκέφτομαι πολλές φορές, πως εάν - για κάποιον λόγο - δεν ξαναγνώριζα κανέναν άνδρα στη ζωή μου, θα είχα να θυμάμαι πάρα πολλά. Και θα ένοιωθα γεμάτη.
Σίγουρα, δεν έδωσε ο ένας στον άλλον αυτά που θα έπρεπε - κακά τα ψέματα - ωστόσο, όσο ήμασταν μαζί, ήμασταν ειλικρινείς και προσπαθούσαμε για το καλύτερο.

Όσο αυτό ήταν εφικτό, όταν ένας vanilla είναι με μία Domme...

15.1.10

This Happens To Be My Choice

Εκείνο που θέλω να πω, είναι απλό.
Δεν μου άρεσε ούτε ο τρόπος που άγονταν οι άνδρες, ούτε ο τρόπος που φέρονταν οι γυναίκες.
Και το αντίστροφο.

Για μένα η γυναίκα, στο μυαλό μου, ήταν αλλιώς.
Το ίδιο και ο άνδρας.
Πίστευα ότι αυτή η εικόνα, είναι καθαρά ουτοπική.
Αλλά, ακόμα κι αν δεν ήταν, με ποιον μπορούσα να το διασταυρώσω;

Σε ποιον μπορούσα να πω, αυτά που σκεφτόμουν;
Εκείνα που περίμενα από έναν σύντροφο;
Κι εκείνα που ήθελα να δώσω σε έναν σύντροφο;
Δεν ήταν σίγουρο ότι θα μου φορούσαν εκείνο το ωραίο, λευκό πουκαμισάκι, που τα μανίκια δένουν σταυρωτά, πίσω στην πλάτη;
Ήταν.

Εγώ ήθελα έναν άνδρα, που θα έβγαινε έξω από τα όριά του, έξω από τον εαυτό του. Για μένα.
Ήξερα ότι είχα τη δύναμη να του το επιβάλλω.
Δεν ήθελα. Δεν με ενδιέφερε.
Το ζήτημα, για μένα, ήταν να το έκανε από μόνος του.

Δεν έδωσα ποτέ σημασία, σε ό,τι έδιναν οι φίλες μου, οι άλλες γυναίκες.
Χρήματα, αυτοκίνητα, σπίτια, εξοχικά, εξωτερική εμφάνιση, κοιλιακοί.
Ο άνδρας για μένα δεν μετρούσε με το τι ήταν. Αλλά με το τι είχε σκοπό να γίνει.
Εμένα, αυτό με ιντρίγκαρε.

Δεν αισθανόμουν κάποια, με το να με ζηλεύει ένας άνδρας.
Αισθανόμουν ασφυξία.
Ούτε με το να προσπαθεί να με διεκδικήσει, όταν εγώ του εξέφραζα την άρνησή μου.
Αισθανόμουν θυμό.
Για μένα το ναι, ήταν ναι και το όχι, ήταν όχι.
Κρυστάλλινη ειλικρίνεια και ατσάλινη αποφασιστικότητα.

Δεν έπαιζα τη γάτα και το ποντίκι, με τους άνδρες.
Αλλά δεν το καταλάβαιναν.
Νόμιζαν πως είναι τακτική.
Και όσο έβλεπαν την πόρτα, τόσο την χτυπούσαν.
Όσο την χτυπούσαν, τόσο μεγαλύτερη απέχθεια μου προξενούσαν.

Εμένα μου άρεσαν οι άνδρες που ήταν συνεσταλμένοι.
Όχι εκείνα τα παθητικά ανθρωπίδια που συναντάς σε bars & clubs, που πίνουν το ποτό τους με τον αέρα του executive και περιμένουν να τους την πέσεις...
Εκείνοι που το σκέφτονταν καλά, πριν σε πλησιάσουν.
Κι όταν το έπαιρναν απόφαση, σε προσέγγιζαν τόσο ευγενικά. Σου μιλούσαν τόσο απλά.

Αυτοί οι άνδρες, γλύκαιναν λίγο την πικρή γεύση που άφηναν οι γύρω μου.
Και μου τραβούσαν προσοχή και ενδιαφέρον.
Γνώριζα ότι με φοβούνται.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτσι γεννήθηκα.

Λένε ότι δεν ξέρεις τι σου λείπει, αν δεν το είχες ποτέ.
Εγώ, όμως, ήξερα. Δεν ήξερα πως λέγεται.
Και αν υπήρχε καν.

14.1.10

Games People Play

Δεν είχα κοινό σημείο επαφής με τα αγόρια.
Ok.
Άλλο φύλο. Δε γαμιέται.
Με τα κορίτσια; Γιατί συνέβαινε ακριβώς το ίδιο;
Ή χειρότερα;...

Όταν ξεκινήσαμε να έχουμε σχέσεις, η συμπεριφορά τους ήταν άσχετη με τη δική μου.
Ή η δική μου άσχετη με τη δική τους;...

Όταν έβλεπαν έναν πολλά βαρύ και ασήκωτο τύπο, έτρεχαν όλες να του την πέσουν.
Εγώ δεν κουνούσα βήμα.
Εκείνες τις λίγωνε.
Εμένα με αηδίαζε.

Όταν κάποιος έτρεχε με μηχανές και περνούσε κόκκινα φανάρια και Stop, έτρεχαν όλες να τον θαυμάσουν.
Εγώ δεν κουνούσα βήμα.
Εκείνες τον θεωρούσαν ατρόμητο.
Εγώ τον θεωρούσα μαλάκα.

Όταν κάποιος έβριζε, έκανε χειρονομίες και τα έβαζε με άλλον, έτρεχαν όλες να του τραβήξουν τη προσοχή.
Εγώ δεν κουνούσα βήμα.
Εκείνες τον θεωρούσαν μάγκα.
Εγώ τον θεωρούσα κάφρο.

Το ζητούμενό μου, με το ιδανικό τους, η μέρα με τη νύχτα.
Ή τα μαύρα μεσάνυχτα;...

Και οι στρατηγικές;!
Ωωω... οι στρατηγικέεες...
Ok.

"Όταν κάποιος σου δίνει το τηλέφωνό του, δεν τον παίρνεις ποτέ! Τον αφήνεις καμμιά βδομάδα και μετά - όταν θα τον καλέσεις - θα του πεις ότι το βρήκες κατά λάθος και τότε μόνον θυμήθηκες ότι είχες ξεχάσει να τον πάρεις".

"Όταν χτυπάει το τηλέφωνο, δεν θα το σηκώνεις αμέσως! Θα το αφήνεις να χτυπάει. Πολλές φορές. Που και που, μη το σηκώνεις και καθόλου. Να αναρωτιέται".

"Αν σου αρέσει κάποιος, δεν θα του το δείξεις! Θα το παίξεις αδιάφορη και θα τον αφήνεις να ψήνεται. Όταν θα πάρει χρώμα, θα συμπεριφέρεσαι σαν να του κάνεις χάρη".

"Σε περίπτωση που ενδιαφέρεται και έχει σχέση, εσύ θα κάνεις ότι δεν μπορείς! Θα εμφανίζεσαι, όμως, μπροστά του και θα τυλίγεις την τούφα σου στο δάκτυλο, θα ανοιγοκλείνεις, λάγνα, τα βλέφαρά σου και θα σταυρώνεις τα πόδια σου απέναντί του. Θα της τον πάρεις την άλλη μέρα".

"Όταν θα κάνεις σχέση μαζί του, θα τον τσεκάρεις που πάει και τι κάνει! Να ψάχνεις κινητά, πορτοφόλια. Ό,τι βρίσκεις. Μια μέρα θα σου την κάνει και δεν θα ξέρεις από που σου ήρθε".

"Αν σου λέει ότι θα δει τους φίλους του, να ζητάς να πας μαζί του! Οι φίλοι του πρέπει να σε συμπαθήσουν, οπότε μίλα κι εσύ για ποδόσφαιρα, αυτοκίνητα, γκόμενες, λες και είσαι ένας από αυτούς. Και οι φίλοι του θα σε γουστάρουν και θα μπορείς να τον ελέγχεις".

"Στο sex, πρέπει να τα κάνεις όλα! Ό,τι του αρέσει. Να υποκριθείς, εάν χρειαστεί. Οι άνδρες θέλουν κυρία στο σαλόνι, πουτάνα στο κρεβάτι. Τους άνδρες τους κρατάς πάντα από το πουλί".

Ok.
Όλα αυτά μου προκαλούσαν ένα πράγμα: νεύρα. Πολλά νεύρα, όμως...
Έψαχνα τους χάρτες για να βρω από ποιον πλανήτη ήρθα, λέμε.
Δεν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, πως το λένε;

Τι εννοώ.
1. Όταν είχα το τηλέφωνο κάποιου, σήμαινε ότι μου άρεσε. Τώρα, σαν άνθρωπος, σαν γκόμενος, μου άρεσε. Θα τον έπαιρνα τηλέφωνο όποτε είχαμε συμφωνήσει. Αν μου το έπαιζε - για κάποιον λόγο - ιστορία, τον διέγραφα από τις επαφές. Τόσο απλά. Όσο για την περίπτωση που ξεχνούσα να του τηλεφωνήσω; Του ζητούσα συγγνώμη. Καθώς όφειλα.

2. Όταν χτυπούσε το τηλέφωνο - όποιος κι αν ήταν - το σήκωνα. Αν δεν μπορούσα να απαντήσω, θα ξανάπαιρνε. Δεν αναρωτήθηκε ποτέ κανείς. Ήξερε ότι είχα δουλειά.

3. Όταν μου άρεσε κάποιος, πήγαινα και του το έλεγα. "Ξέρεις, τάδε, εμένα μου αρέσεις. Εάν νομίζεις ότι μπορείς να ανταπεξέλθεις, ok. Αν όχι, πες το μου από τώρα. Γιατί εγώ δέρνω". Μπορεί να χρειάστηκε αιθέρας - κάποιες φορές, δεν λέω - αλλά όλα καλά.

4. Δεν έτυχε να με ενδιαφέρει ποτέ κάποιος που είχε σχέση. Ή δεν το θυμάμαι. Δεν έφαγα ποτέ τα μαλλιά μου, τα βλέφαρά μου ήταν - κυρίως - στατικά, τα πόδια μου τα σταύρωνα συνέχεια, όπως και να είχε. Κάτι που δεν μου ανήκε ή δεν θα είχε την προπτική να γίνει δικό μου, δεν με ενδιέφερε.

5. Δεν τσέκαρα ποτέ κανέναν. Εγώ ήμουν γυναίκα. Όχι η αστυνομία. Δεν μου την έκανε ποτέ κανείς, απ' όσο γνωρίζω.

6. Εγώ ήμουν η γκόμενά του κι εκείνοι ήταν οι φίλοι του. Με έβλεπαν μόνον όταν υπήρχε κοινωνικός λόγος. Έτσι, στα ξεκάρφωτα, ούτε σε φωτογραφία. Μάλλον με παρακαλούσαν. Κι εκείνος κι εκείνοι. Έλεγχος, για μένα, σήμαινε άλλα πράγματα. Και με άλλον τρόπο.

7. Στο sex έκανα ό,τι ήθελα εγώ. Περιορισμένη ποικιλία. Και ποσότητα. Και πολλά απαγορευτικά. Χρειάστηκε να υποκριθώ 2 φορές στη ζωή μου - με τον ίδιο άνδρα. Εκείνος ήταν πολύ έτοιμος κι εγώ πολύ κουρασμένη. Το κατάλαβε και τις 2. Τον στενοχωρούσε για 2 μέρες. Αν στο σαλόνι ήμουν κυρία μία, στο κρεβάτι ήμουν κυρία 10.

Και, ναι. Τους άνδρες ήθελα πάντα να τους κρατάω από το πουλί. Αλλά με το λουρί μου.

13.1.10

The Scenes

Δεν κοιμηθήκαμε ούτε για μισό λεπτό.
Μιλούσαμε.
Εγώ ξαπλωμένη στο κρεβάτι, τυλιγμένη με τα σεντόνια και ο Χ οκλαδόν στο πάτωμα. Γυμνός.
Αναλύαμε με τρομερή άνεση ό,τι είχε συμβεί, σαν να μιλούσαμε για το πιο απλό θέμα στον κόσμο, γεγονός που μας εντυπωσίαζε.

Φεύγαμε και προχωρούσαμε συζητώντας. Δεν μπορούσε να μας διακόψει τίποτα.
Ο Χ ένα βήμα πίσω μου, κρατώντας τα πράγματά μου.
Φτάνοντας στο αυτοκίνητο - και μιλώντας ακόμα, αφαιρεμένη - πλησίασα την πόρτα του συνοδηγού. Όπως πήγα να ανοίξω, το χέρι μου έπιασε το χέρι του Χ. Αλλά όχι στην παλάμη. Μπροστά μου είχα τον πήχυ του Χ, γιατί με την παλάμη άνοιγε την πίσω πόρτα...

Τον κοίταξα. Εκείνος όχι. Είχε τα μάτια χαμηλωμένα στην άσφαλτο, περιμένοντας να μπω...
Αυτοκίνητα, κορναρίσματα, άνθρωποι, στο mute.
Είχε καταφέρει να μου ξανανεβάσει τους παλμούς.
-Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα...;, του είπα με σφιγμένα δόντια και σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό του, απειλητικά.
-Τι, Αφέντρα...;, άρχισε να βαριανασαίνει κι εκείνος. Τα μάτια καρφωμένα κάτω.
Έσφιξα και τα χείλη μου.
Διάολε! Αυτός ο άνδρας ήταν ό,τι ακριβώς ονειρευόμουν...
Τον κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα και μπήκα στο αυτοκίνητο.
Συγκρατήσου, είπα στον εαυτό μου. Ηρέμησε...

Αυτά τα 2 θα τα επαναλάμβανα πολλές φορές, όποτε συναντιόμασταν...

Πήγαμε κατ' ευθείαν στο αεροδρόμιο.
Η μόνη πτήση που υπήρχε να κλείσει, ήταν απομεσήμερο.
Εκείνος έφυγε κι εγώ βούλιαξα μέσα σε ένα ταξί.
Τρέχαμε στην Αττική Οδό και είχα ανοίξει το παράθυρο τέρμα.
Έπιανα το μέτωπό μου, έκλεινα τα μάτια, περνούσα τα δάκτυλα μέσα από τα μαλλιά μου.
Δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω... Απλά, δεν μπορούσα...

Όταν επέστρεψα σπίτι, νόμιζα ότι με φυλακίζουν. Ότι δεν είχα αέρα.
Άφησα τα πράγματά μου πρόχειρα, έβαλα φόρμα και αθλητικά, πήρα τα MP3 στο χέρι και έφυγα.
Δεν θυμάμαι πόσες ώρες περπατούσα...
Γύρισα πίσω αργά το βράδυ.
Δεν είχα φάει τίποτα από την προηγούμενη, είχα πιει αρκετά, δεν είχα κοιμηθεί καθόλου και ήμουν από ταξίδι.
Στα κανονικά μου, θα ήμουν 3 μέρες ράκος.
Κι όμως. Ήταν σαν να μην έπαιζε τίποτα από όλα αυτά.
Μόνο σκηνές με τον Χ.

Στη 1, σηκώθηκα από το κρεβάτι.
Ήταν αδύνατον να κοιμηθώ.
Ξαναέβαλα τις φόρμες και περπατούσα με τα MP3 στ' αυτιά, μέχρι να ξημερώσει.

12.1.10

Burning Me Up Inside

Η Domme βάδιζε προς το δωμάτιο της Γυναίκας.
Ψίθυροι ακούγονταν πίσω από τις πόρτες.
-Έννοια σας... κι από δω και πέρα, δεν θα κοιμάται κανείς..., είπε ψιθυριστά.
Έσφιξε το riding crop στο χέρι Της και χτύπησε την πόρτα της Γυναίκας.

-Κυρία;!, ακούστηκε φοβισμένη η φωνή της, από μέσα.
-Ναι. Εγώ. Έλα μαζί Μου.
Η πόρτα άνοιξε και η Γυναίκα εμφανίστηκε ντυμένη.
-Μα, δεν κοιμάσαι;, την ρώτησε.
-Θα Σας εξηγήσω, απάντησε εκείνη και βγαίνοντας, κράτησε Την Domme από τον βραχίονα, κολλώντας επάνω Της.
-Τι έγινε, Ακριβοθώρητη; Σταμάτησε η υγρασία και έβαλε κρύο;, την πείραξε, καθώς κατευθύνονταν στο δωμάτιό Της.

Όταν ξεκλείδωσε την πόρτα, η
Γυναίκα έπιασε με το ένα χέρι τον καρπό Της Domme, με το άλλο το κάσωμα και έμεινε ακίνητη.
Οι φλόγες έβγαιναν από το τζάκι, επικίνδυνα. Το δωμάτιο, παρ' όλο που τα φώτα ήταν σβηστά, ήταν λουσμένο στο φως.
Η ζέστη ήταν απερίγραπτη.
-Αυτό ήταν! Θα καούμε! Θα μας το κάψει τελικά! Χαθήκαμε!, αναφώνησε έξαλλη η Γυναίκα.

Η Domme την πήρε από το χέρι.
-Έλα μαζί μου, της είπε με ολύμπια ηρεμία.
Η Γυναίκα ξεροκατάπιε και Την ακολούθησε με το χέρι τεντωμένο.
-Κάθησε, της υπέδειξε η Domme.
-Μα... θα καούμε... αλήθεια..., είπε αποσβολωμένη η Γυναίκα.
H Domme χαμογέλασε. Της άφησε το χέρι και πλησίασε το τζάκι.
-Μη!, φώναξε η Γυναίκα φοβισμένη.

-Κοίτα Με, σήκωσε το χέρι Της η Domme. Το πέρασε μέσα από τη φωτιά, αργά. Πιστεύεις, ακόμα, ότι θα καούμε;..., την ρώτησε προκλητικά.
-Πως το κάνετε αυτό...;, είπε σιγανά η Γυναίκα. Γιατί δεν καίγεστε, Κυρία;...
-Αυτή τη φωτιά θα την αγαπήσεις, Ακριβοθώρητη..., είπε κοιτάζοντας τις φλόγες. Γι' αυτή τη φωτιά ζούσες... Απλώς, δεν το είχες ανακαλύψει... Θα σε εκπαιδεύσω να μη τη φοβάσαι... Σιγά-σιγά... Θα δεις..., έλεγε κι έπαιζε με τις φλόγες.
-Σας πιστεύω, Κυρία...

Η Γυναίκα κάθησε στον καναπέ.
-Ζεσταίνομαι... καίγομαι..., Της παραπονέθηκε.
Η Domme χαμογέλασε σκεπτική.
-Θα έρθει μία μέρα, που θα καταλάβεις ότι δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτή τη φωτιά. Έχε Μου εμπιστοσύνη...
Γύρισε προς το μέρος της.
-Λοιπόν; Γιατί δεν κοιμόσουν;, ρώτησε - αν και ήξερε την απάντηση.
-Πως να κοιμηθώ; Εδώ έγινε μεγάλη φασαρία, όταν φύγατε! Βγήκαν όλοι αναστατωμένοι από τα δωμάτιά τους και άκουγαν τι κάνατε! Φοβήθηκαν όλοι τόσο πολύ! Δεν μπορείτε να φανταστείτε τις φωνές τους! Αλλόφρονες! Κι έτσι, αποφάσισα να Σας περιμένω.
-Θα φέρω λίγη σαμπάνια. Το απαιτεί η νύχτα.

Η Domme επέστρεψε με τη φιάλη και τα ποτήρια.
Η Γυναίκα σέρβιρε.
Ήπιαν στη νύχτα που έφευγε.

Κάθησαν και οι Δ/δύο στον καναπέ, κοιτάζοντας το τζάκι.
-Επιτρέπετε να ρωτήσω πως ήταν, Κυρία...;, ρώτησε διστακτικά η Γυναίκα.
Η Domme άναψε ένα τσιγάρο.
-Ό,τι μου ευχήθηκες. Μοναδικά.
Χαμογέλασαν και κοίταξαν Η Μία την άλλη. Η φωτιά είχε αρχίσει να περιορίζεται.
-Σβήνει η φωτιά, Κυρία...
-Η φωτιά αυτή δεν θα σβήσει ποτέ, όσο Εγώ κι εσύ ήμαστε μαζί. Μόνο θα αυξομειώνεται... Μόνο θα αυξομειώνεται...

Βγήκα από το ξενοδοχείο, στον κεντρικό δρόμο.
Είχε αρχίσει να ξημερώνει αλλά το σκοτάδι κυριαρχούσε ακόμη.
Η τοποθεσία ήταν εξαιρετικά ερημική αλλά δεν φοβόμουν.
Ήθελα να περπατήσω, σαν τρελή. Είχα τόση ενέργεια μέσα μου, που δεν ήξερα τι να κάνω.
Είχα φορέσει το σακκάκι του Χ, πάνω από το φόρεμά μου, και από μέσα κρατούσα το riding crop επάνω μου.
Άνοιγα το βήμα μου όσο περισσότερο μπορούσα. Νόμιζες ότι βιαζόμουν να προλάβω κάτι.
Μακάρι να είχα μαζί μου μία φόρμα και αθλητικά, σκεφτόμουν. Μπορούσα να κάνω τον γύρο της πόλης!

Ο αέρας ήταν κρύος και μου έκανε τόσο καλό...
Προσπαθούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τι είχε γίνει. Αλλά ήταν αδύνατον.
Οι σκηνές έπαιζαν συνέχεια μες στο μυαλό μου.
Κι όσο εκτυλλίσονταν, τόσο ήθελα να περπατήσω, να τρέξω...

Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πόσο καλός ήταν...
Η στάση του σώματός του, ο τόνος της φωνής του, οι απαντήσεις στις ερωτήσεις μου, οι δηλώσεις του, η ανάσα του, τα βογκητά του...
Η υποταγή του... η υποταγή του...

Όταν άρχισε να ξημερώνει για τα καλά, αποφάσισα να επιστρέψω.
Ο Χ κοιμόταν με το φως της τηλεόρασης. Όπως πριν...
Το δωμάτιο ήταν τακτοποιημένο, το ίδιο και το κρεβάτι.
Έβαλα το riding crop στη θέση του, ξεβάφτηκα, γδύθηκα και μπήκα στο μπάνιο, χωρίς να ανάψω τα φώτα.
Έλουσα τα μαλλιά μου, γέμισα το σώμα μου με αφρόλουτρο και έμεινα πολλή ώρα κάτω από το νερό. Ήταν υπέροχη εκείνη η αίσθηση...

Βγήκα με τις πετσέτες και θυμήθηκα την πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε μαζί. Δεν μπορούσα να μην χαμογελάσω...
Σκούπισα καλά τα μαλλιά μου και ξάπλωσα δίπλα του.
Ο Χ ξύπνησε.
-Αφέντρα...;, ακούστηκε η φωνή του απαλά.
-Ναι;
-Είστε καλά...;
Γύρισα το κεφάλι μου. Με κοιτούσε σχεδόν φοβισμένος.
-Υπάρχει κάποιος λόγος για να μην είμαι...;, τον ρώτησα.
-Δεν ξέρω, Αφέντρα... ίσως να έκανα κάτι λάθος εγώ... που δεν σας άρεσε... ή που δεν έπρεπε να κάνω...
-Αν κάποιος έχει κάνει λάθος, απόψε ή έκανε κάτι που δεν έπρεπε να κάνει, αυτός είμαι εγώ. Κι εγώ είμαι βέβαιη ότι δεν έχει συμβεί τίποτε από αυτά.
-Να σας σκουπίσω τα μαλλιά...;
Έμεινα να τον κοιτάζω.
-Μπορώ να πάρω μία πετσέτα να σας σκουπίσω τα μαλλιά...;, με ρώτησε συνεσταλμένα.
-Ναι... πήγαινε...

Ανασηκώθηκε λίγο, πήρε το πουκάμισό του από την καρέκλα, και σηκώθηκε από το κρεβάτι αργά, φορώντας το.
Έκλεισα τα μάτια. Δεν μπορούσε να μου συμβαίνει εμένα αυτό... Κόντευα να τρελαθώ...
Επέστρεψε με μία στεγνή πετσέτα, κάθησε στο κρεβάτι, σκεπάστηκε μέχρι τη μέση με το σεντόνι και άφησε το πουκάμισο στη θέση που ήταν. Στηρίχθηκε στον αγκώνα του και άρχισε να κλείνει τις άκρες των μαλλιών μου μέσα στην πετσέτα, σιωπηλά.
-Ίσως θα ήταν καλύτερα να κοιμηθούμε, του είπα σφιγμένα. Σε λίγες ώρες θα οδηγείς και δεν έχεις ξεκουραστεί ακόμα.
-Δεν είμαι κουρασμένος, Αφέντρα. Είμαι ευτυχισμένος. Θέλω να κάνω πράγματα.
-Ναι. Αλλά εάν συνεχίσεις να κάνεις τέτοια πράγματα, φοβάμαι ότι θα τριτώσουμε τα πράγματα που κάναμε πριν.

Ο Χ κοκκίνησε χαμογελώντας και με κοίταξε στα μάτια.
-Εγώ δεν φοβάμαι, Αφέντρα...
-Συνεχίζεις...
-Να σταματήσω...;, με ρώτησε μες στην αφέλεια.
Ήμουν στα πρόθυρα της τρέλας, λέμε...
Έκλεισα τα μάτια με τα χέρια μου.
-Χριστέ μου... δεν θα βγεις ζωντανός από 'δω μέσα..., προσπάθησα να ηρεμήσω πάλι.
-Δεν έχω αντίρρηση, Αφέντρα..., είπε και άρχισε να μου φιλάει τα χέρια
.
Έβγαλα τα χέρια από τα μάτια μου
. Δεν υπήρχε αυτό...

Άφησε την πετσέτα και έβαλε το χέρι του στη μέση μου.
Με τράβηξε κοντά του και με αγκάλιασε.
Ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο.
-Καταλαβαίνεις τι κάνεις;, τον ρώτησα σοβαρά.
-Θέλω να κάνω αυτό που θέλετε εσείς, είπε χαμηλόφωνα κοιτάζοντας τα χείλια μου.
Εννοούσε ό,τι έλεγε... Η υποταγή του... η υποταγή του...
-Τότε, αυτό που θέλω, δεν είναι η αποχή. Είναι η συγχρόνηση, του είπα στον ίδιο τόνο. Μπορείς να το κάνεις αυτό;

Ο Χ κοκκίνησε και χαμογέλασε, ξανά.
-Μπορώ να κάνω τα πάντα για εσάς... Τα πάντα... Το ξέρω... Το μόνο που δεν ξέρω, είναι από που να αρχίσω...
-Αυτό είναι δική μου υπόθεση, χαμογέλασα κι εγώ. Μπορώ να σου δείξω για αρχή, εάν ενδιαφέρεσε, τον προκάλεσα.

Το sex που ακολούθησε, δεν είχε καμμία σχέση με τα 2 προηγούμενα.
Ήταν το καλύτερο sex που είχα κάνει στη ζωή μου.
Τα λόγια του ήταν τα ισχυρότερα διεγερτικά που θα μπορούσε να μου χορηγήσει.

Κανείς δεν πρέπει να κοιμόταν εκείνο το Κυριακάτικο πρωινό, σε εκείνο το ξενοδοχείο, εκείνη την ώρα.
Ήταν σαν μάχη.
Μόνο που δεν υπήρχε αντίπαλος.

11.1.10

The Time Is Now

Άνοιξα τα μάτια.
Ο Χ κοιμόταν στη θέση του.
Ήταν επόμενο, μετά από μία - μη απευθείας - πτήση, ώρες οδήγησης και τόσες στιγμές έντασης.
Σηκώθηκα προσεκτικά από το κρεβάτι.
Πήρα τα τσιγάρα μου, από το mini bar μία χούφτα μινιατούρες και κάθησα στο έπιπλο της τουαλέτας .

Μπορεί να μην είχα μαζί μου ό,τι σκεφτόμουν πάντα ότι ήθελα να φορέσω, να κρατήσω, αλλά το μακιγιάζ μου θα ήταν ό,τι είχα φανταστεί.
Οι κινήσεις μου ήταν αργές και ακριβείς. Ακόμα και με το φως της τηλεόρασης.
Δεν χόρταινα να βάφομαι... Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τι θέλω να κάνω...
Μέσα από σύννεφα καπνού, κοιτούσα μία το είδωλό μου, μία τον Χ που κοιμόταν σε αυτή την άβολη στάση.
Αυτή η άβολη στάση, εμένα με τρέλαινε...

Άφησα το σεντόνι στο κάθισμα και φόρεσα τα εσώρουχά μου.
Χτένισα τα μπερδεμένα μου μαλλιά και τα έδεσα αλογοουρά. Ψηλά.
Η ανυπομονησία μου μεγάλωνε, λεπτό με το λεπτό...

Έκλεινα τα μάτια και έλεγα στον εαυτό μου: "Ηρέμησε... ηρέμησε... Μην παρασυρθείς... μη τον φοβίσεις... Απόψε, μόνο τα βασικά... Δοκίμασέ τον... Τίποτε άλλο... Πρόσεξε τις αντιδράσεις του... Διαπίστωσε εάν ό,τι σου έχει πει, είναι αλήθεια... Λίγα πράγματα... τα βασικά... Θυμήσου το... Και ηρέμησε..."

Φόρεσα το καλσόν και τις γόβες μου.
Και πλησίασα τη βαλίτσα...
Ανοίγοντάς την, παραμέρισα τα ρούχα και μπροστά μου εμφανίστηκε το μικρό riding crop.
Χαμογέλασα...
Το πήρα και κάθισα στην τουαλέτα.
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.
Μη τον φοβίσεις... μη κάνεις πολλά... Είναι η πρώτη του φορά... είναι η πρώτη σου φορά... να είσαι σύντομη... να είσαι προσεκτική... Μη το ξεχάσεις...

Αρωμάτισα όλο μου το σώμα.
Και σηκώθηκα όρθια.
Βγαίνεις, είπα ψιθυριστά στον εαυτό μου.

Με το riding crop στο αριστερό μου χέρι, άρχισα να ανάβω όλα τα φώτα του δωματίου.
Περπατούσα αργά, με τα μάτια καρφωμένα στον Χ.
Όταν άναψα και τις απλίκες πάνω από το κρεβάτι, ο Χ ξύπνησε μουδιασμένος.
-Αφέντρα...;, με έψαξε. Προσπαθούσε με δυσκολία να ανοίξει τα μάτια του. Τι... τι... ώρα είναι...;, Η ματιά του έπεσε πάνω μου. Και το σώμα του έκανε μία μικρή, απότομη κίνηση, προς τα πίσω. Με κοιτούσε έκπληκτος. Ξαφνιασμένος.
-Είναι η ώρα να παίξω.

Ανάσαινε γρήγορα, σχεδόν κοφτά. Είχε κοκκαλώσει στη θέση του.
-Αυτή είναι, ας πούμε, η δεύτερή σου ευκαιρία. Μη σκέφτεις ότι έκανα τόσο κόπο για να ετοιμαστώ. Μπορείς να φύγεις, εάν το θέλεις. Αλλά θα φύγεις τώρα!
Τον άφησα να συνειδητοποιήσει τι επρόκειτο να συμβεί
.
Ο Χ εξακολουθούσε να με κοιτάζει
.
-Λοιπόν...;
Χαμήλωσε το κεφάλι, πήρε τα χέρια από το στρώμα, κάθησε στις φτέρνες του και έβαλε τις παλάμες του στα γόνατα.
-Μόνο εσείς μπορείτε να με διώξετε, Αφέντρα... Εγώ δεν πρόκειται να φύγω... Ό,τι και να μου κάνετε, Αφέντρα...

Η απάντησή του πυροδότησε τις προθέσεις μου.
Είχε πει "ναι", όταν μπορούσε να πει "όχι"...

Η ώρα που ακολούθησε, ήταν πέρα από κάθε μου σκέψη, πέρα από κάθε μου φαντασίωση...
Ο Χ έγινε το playground μου, το μουσικό μου όργανο, η μαριονέττα μου...
Κρέμονταν από τις κλωστές μου, συγχρονίζονταν με τον ρυθμό μου, με άφηνε να τρέξω...
Σε κάθε μου χτύπημα, έβγαζε ήχους ηδονής, όχι πόνου...
Το σώμα του πάλλονταν κάτω από τις διαταγές μου...

Εκείνο το βράδυ, ο Χ δεν με λάτρεψε. Με αποθέωσε...
Δεν άφησε ούτε ένα σημείο που να μη φίλησε, που να μην άγγιξε, που να μην ακούμπησε το μέτωπό του...
Και δεν είχε να κάνει σε τίποτα με το sex...
Είμασταν 2 συγκοινωνούντα δοχεία, 2 αντίθετοι πόλοι αλλά ένα κράμα...

Όταν είδα ότι άρχιζε να φορτίζεται, τράβηξα το καλώδιο.
Έπεσε στα πόδια μου και τα αγκάλιασε.
-Δεν θέλω να παίξω άλλο, του ανακοίνωσα βγαίνοντας από τον κύκλο που έκανε η αγκαλιά του.
Ο Χ μαζεύτηκε.
-Μέχρι να επιστρέψω, θέλω να κάνεις μπάνιο και να έχεις ξαπλώσει για ύπνο. Θα βγω. Είμαι σαφής;
-Μάλιστα, Αφέντρα. Μόλις φύγετε, θα κάνω μπάνιο και μέχρι να επιστρέψετε, θα κοιμάμαι.

Ώσπου να ντυθώ, ο Χ έστρεφε το σώμα του προς όποια κατεύθυνση βρισκόμουν.
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στον διάδρομο.