8.11.10

The Observer

Προσπαθούσα να συνέλθω από το σοκ.
Όχι μόνο δεν είχε καμμία σχέση αυτό που υπέθετα με αυτό που του συνέβαινε, ήταν το ακριβώς αντίθετο... Και δεν ξέρω σε τι κατάσταση θα ήμουν, εάν δεν με ταρακουνούσε σχεδόν σε κάθε πρότασή του. Με τράνταζε, με τα χέρια του σαν μέγγενη να έχουν σφίξει τα δικά μου. Με τράνταζε, και με πονούσε αφάνταστα... Το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά στο δικό μου, που έπρεπε να ανοιγοκλείνω τα βλέφαρά μου γιατί η αναπνοή του μου στέγνωνε τα μάτια...

Αλλά ο πόνος ο δικός μου δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον δικό του...

Όταν σταμάτησε να μιλάει, με κοίταξε θλιμμένος, και άφησε τα χέρια μου απότομα. Ήθελα να φωνάξω από τον πόνο, αλλά το μόνο που έκανα ήταν να μορφάσω έντονα. Πήγα στο αυτοκίνητο, κλείδωσα, και πήρα τηλέφωνο τον Α. Του είπα να έρθει να το πάρει, γιατί εμείς διασκεδάζαμε και είχαμε πιει... Του έπιασα το χέρι και του είπα να πάμε σπίτι μας.
-Δεν μπορώ..., είπε αμέσως, αδύναμα. Δεν θέλω να πάω σπίτι...
-Τι θέλεις;, τον ρώτησα.
-Θέλω να τα σπάσω!, είπε αγανακτισμένος μέσα από τα δόντια του.

Τον άφησα και σταμάτησα ένα ταξί.
Γύρισα και τον πήρα από το χέρι, οδηγώντας τον στο πίσω κάθισμα, δείχνοντάς του να μπει πρώτος. Μπήκα, είπα στον οδηγό που πηγαίνουμε, και τον κοίταξα. Είχε στρέψει το κεφάλι του, και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Έβαλα το χέρι μου πάνω στο πόδι του, και γύρισε και με κοίταξε ξαφνιασμένος. Τότε, σαν να άδειασε, άφησε το σώμα του να ξαπλώσει, και έβαλε το κεφάλι του στα πόδια μου, με τα χέρια του να κρέμονται από το κάθισμα. Ο Χ ήταν άρρωστος. Η απόσταση είχε αρχίσει να τον ενοχλεί...

Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας, του κρατούσα το σώμα σφιχτά, σαν να τον είχα πάρει από το νοσοκομείο, σαν να νοσηλευόταν μέρες, σαν να μην είχε δυνάμεις ούτε να καθήσει. Ούτε να μιλήσει. Όταν πήγα να βάλω το κλειδί στην εξώπορτα, με τράβηξε από το χέρι, τρομαγμένος.
-Δεν μπορώ να ανέβω επάνω..., είπε σαν να του έρχονταν εμετός.
Έβαλα το χέρι του μέσα στο δικό μου, και σχεδόν τραβώντας τον, ανεβήκαμε επάνω. Μόλις έκλεισα την πόρτα, έμεινε ακίνητος, μόλις 1-2 βήματα μέσα στο διαμέρισμα. Πήγα στην κουζίνα, άφησα την τσάντα μου στο πάσο, άδειασα ένα εμφιαλωμένο νερό, και έκοψα το μπουκάλι. Ρίχνοντάς του μια ματιά, πήγα στο σαλόνι, πήρα το βάζο, άδειασα το νερό μέσα στο μπουκάλι και έβαλα τα λουλούδια.

Του έδωσα το βάζο στο χέρι, και προχώρησα στο σαλόνι για να βάλω τέρμα την μουσική. Το θέμα μας με την αστυνομία έμοιαζε να μην μπορούσαμε να το ξεπεράσουμε με τίποτα. Γύρισα και τον κοίταξα. Με κοίταξε έντονα - όπως κι εγώ - και έσφιξε τα χείλη, θυμωμένος. Πέταξε το βάζο στον τοίχο, χωρίς καν να το κοιτάξει. (Αυτός ο ήχος είναι ακόμη στα αυτιά μου...) Το βάζο έγινε κομμάτια, θρύψαλα, χτυπώντας σε τραπέζι και καρέκλες. Τον ξανακοίταξα. Με κοιτούσε αμίλητος, περιμένοντας να ανιχνεύσει κάποια αντίδρασή μου. Όταν είδε πως η έκφρασή μου δεν άλλαξε στο παραμικρό, γαμήθηκε ο Δίας...

Άνοιγε τα ντουλάπια, και πετούσε με δύναμη στους τοίχους ό,τι έβρισκε...
Ποτήρια, φλιτζάνια, πιάτα, σταχτοδοχεία... Ανέκφραστος, αμίλητος... Σαν να ήταν ένας τοξότης, και σκόπευε στόχους... Η ένταση τής μουσικής δεν μπορούσε να καλύψει τους ήχους, και δεν μπορούσε να ξεπεράσει ούτε την δική του... Αναποδογύριζε συρτάρια, πετούσε κάτω ό,τι δεν έσπαγε μέχρι να βρει αυτό που σπάει...

Όταν δεν έμεινε τίποτε όρθιο - ακόμα και οι μικροσυσκευές, τα μαχαιροπήρουνα, τα πάντα - μπροστά του, άνοιξε το ψυγείο. Κι εκεί στάθηκε. Κοιτούσε το εσωτερικό του, απαθής. Άπλωσα το χέρι και έκλεισα την μουσική, κοιτάζοντας τον χαλασμό. Γύρισε αργά και με κοίταξε. Και αφήνοντας το ψυγείο ανοικτό, ήρθε με δυσκολία μπροστά μου, και γονάτισε. Αγκάλιασε τα πόδια μου, και μείναμε έτσι, δεν θυμάμαι για πόση ώρα...

Μέχρι που η αγκαλιά του χαλάρωσε, και τα χέρια του έπεσαν χαμηλά στους αστραγάλους μου, και το κεφάλι του βαρύ πάνω στις γάμπες μου. Τον βοήθησα να σηκωθεί, τραβώντας τον από τους αγκώνες, και τον οδήγησα στην κρεβατοκάμαρα. Τον έβαλα να καθήσει στην άκρη του κρεβατιού, και άρχισα να τον γδύνω. Τον παρατηρούσα προσεκτικά, μήπως και συνέλθει, έστω και/για λίγο. Αλλά ο Χ δεν ήταν εκεί... Εάν ήταν, θα ξέφευγε πανικόβλητος από τα χέρια μου, κατακόκκινος από ντροπή. Μπροστά μου ήταν ένας άνθρωπος εξουθενωμένος, ανήμπορος, αμέτοχος, αλεξίθυμος. Έβαλα τα πόδια του στο κρεβάτι, και ξάπλωσε στο πλάϊ, μαζεύοντάς τα στο στήθος του.

Κλείδωσα, έσβησα τα φώτα, και άναψα τα πορτατίφ τού δωματίου για να μπορώ να τον βλέπω καλά. Γδύθηκα και ξάπλωσα δίπλα του. Δεν με κοιτούσε. Προφανώς, ούτε εγώ ήμουν εκεί για εκείνον... Η ματιά του έπεφτε ακριβώς απέναντι, στην ευθεία που ήταν το πρόσωπό του. Τον πλησίασα και τον χάϊδεψα απαλά στα μαλλιά.
-Τελείωσε, του είπα απλά.
Μόλις άκουσε την φωνή μου, με κοίταξε, σμίγοντας τα φρύδια σε μία έκφραση λύπης/πόνου.
-Τελείωσε, επανέλαβα και άνοιξα την αγκαλιά μου.
Κοίταξε τα χέρια μου με το ίδιο ύφος, και χώθηκε στην αγκαλιά μου, βάζοντας το κεφάλι του στο στέρνο μου, σπρώχνοντας όσο μπορούσε για να χωθεί κάτω από τον λαιμό μου. Με έπνιγε, αλλά χαμογελούσα... Και όταν αισθάνθηκε ασφαλής, χαμήλωσε το σώμα του στο κρεβάτι, και έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στα στήθη μου, κουνώντας το δεξιά-αριστερά, προσπαθώντας να μπει όσο πιο βαθιά μπορούσε. Με έσπρωχνε προς τα πίσω, και με έκανε να γελάω, παρακολουθώντας τον για να δω πότε θα σταματούσε. Όταν άρχισα να τον φιλάω στο μέτωπο - περισσότερο για να σταματήσω να γελάω, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να γελάω πνιχτά... -, έμεινε ακίνητος.

Και μετά από λίγο κοιμήθηκε...

Όταν κατάλαβα ότι κοιμόταν βαθιά, αποτραβήχτηκα για να τον αφήσω να αναπνεύσει. Τα ρουθούνια του είχαν γίνει βεντούζες, και σχεδόν μου τραβούσαν το δέρμα. Για να μην σκάσει - αλλά κυρίως για να μην σκάσω εγώ από τα γέλια... -, απομακρύνθηκα, με σκοπό να σηκωθώ να κάνω ένα τσιγάρο. Θα σκότωνα για ένα τσιγάρο εκείνη την στιγμή... Αλλά δεν πρόλαβα ούτε το πόδι μου να βγάλω έξω από το σεντόνι... Άνοιξε τα μάτια έντρομος, κοίταξε όπου μπορούσε, μετά η ματιά του έπεσε πάνω στα στήθη μου, πήρε φόρα, και ξαναβούτηξε ανάμεσά τους. Έβαλα το χέρι μου στο στόμα για να συγκρατήσω τον ήχο, και γελούσα άηχα, καθώς εκείνος έψαχνε να βρει την αρχική του θέση. Τα ρουθούνια του πρέπει να είχαν αφήσει αποτύπωμα στο δέρμα μου, γιατί την βρήκε, και πήγε και ξανακόλλησε εκεί.

Δεν ξέρω που βρήκα την ψυχραιμία και δεν ξέσπασα σε γέλια...
Βρήκα, όμως, παιχνίδι...!
Μόλις καταλάβαινα ότι κοιμόταν βαθιά, τραβιόμουν, περίμενα, άνοιγε τα μάτια, κοιτούσε όπου έβρισκε, ταραγμένος, και ξανάκανε την βουτιά, ανήσυχος. Και ξανά, και ξανά, και ξανά. Γελούσα με την ψυχή μου, γιατί αν γελούσα κανονικά θα τα χάλαγα όλα... Μέχρι να ξημερώσει, τον είχα σπρώξει δύο φορές στην άλλη άκρη, για να μπορώ να πηγαίνω πάλι πίσω και να έρχεται ψάχνοντας, σαν το νεογέννητο...

Και τότε κοιμήθηκα κι εγώ.

7.11.10

Blowing Off Steam

Αν πίστεψα ότι ο Χ είχε "αλλάξει";
Όχι.
Αν θεώρησα ότι τόσο καιρό μου έλεγε ψέματα;
Όχι.
Αν σκέφτηκα ότι στην πραγματικότητα υποκρινόταν;
Ούτε για μισό λεπτό.

Δεν θα έλεγα ποτέ κάποιον "σκλάβο μου", εάν δεν ένοιωθα πως εκείνος ήταν σαν να τον είχα γεννήσει εγώ. Εάν δεν τον ήξερα καλά. Και τον Χ τον ήξερα σαν την παλάμη τού χεριού μου.

Αλλά ήξερα εμένα καλύτερα...

Και για φτάσει ο Χ σε αυτό το σημείο, μόνον ένας έφταιγε: εγώ.
Εγώ, με ό,τι του έκανα, με ό,τι ήμουν.

Έβλεπα τα αυτοκίνητα να περνούν με μεγάλες ταχύτητες, και ο αέρας γέμιζε από τα γέλια τους, από την μουσική που έβγαινε από τα ηχεία. Μπορεί ακόμη να μην είχε χειμωνιάσει, αλλά εγώ είχα παγώσει: σαν να είχε σταματήσει η καρδιά μου, σαν να μην είχα άκρα, σαν να ήμουν το φάντασμα τού εαυτού μου. Ένοιωθα μουδιασμένη, να αδειάζω, να μην αισθάνομαι τίποτα πλέον.

Γύρισα να τον κοιτάξω για τελευταία φορά.
Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από την απόγνωση, την αγανάκτηση, την αποστροφή. Με κοιτούσε με το ίδιο μίσος. Καταλάβαινα ότι ήθελε να μου πει κι άλλα κι ότι το σκεφτόταν. Ήθελα να φύγω αλλά έπρεπε να μείνω. Ήταν το λιγότερο που όφειλα να κάνω εκείνη την στιγμή. Είχα ευθύνη για ό,τι συνέβαινε. Εγώ ήμουν η υπεύθυνη αυτής της κατάληξης. Το ξέσπασμα τού Χ ήταν δικό μου δημιούργημα.

Και πριν προλάβω να σκεφτώ τι να πω ή τι να κάνω, ο Χ ήρθε με δύο δρασκελιές μπροστά μου και με έπιασε από τα μπράτσα, τόσο δυνατά, που ήθελα να ουρλιάξω. Αλλά δεν έβγαλα άχνα... Τον κοιτούσα ανασαίνοντας γρήγορα από τον πόνο, να με κοιτάζει με σφιγμένα χείλη μέσα στα μάτια, εξοργισμένος. Και τότε ξεκίνησε το παραλήρημα...

-Δεν μπορώ άλλο, το καταλαβαίνετε;! Δεν το αντέχω άλλο αυτό! Προσπάθησα να μην το σκέφτομαι, αλλά δεν μπορώ! Δεν περίμενα να έρθουν έτσι τα πράγματα! Κοροϊδεύω τον εαυτό μου! Και εσάς! Σας λέω ψέματα! Έχω φτάσει στο σημείο να σας λέω ψέματα! Υπερωρίες;! Κανείς δεν μου είπε να κάνω υπερωρίες! Εγώ τις ζήτησα, για να δουλεύω όλη μέρα! Για να μην σας σκέφτομαι! Τα βράδια γυρίζω γρήγορα σπίτι, κάνω μπάνιο, και τρέχω να χωθώ κάτω από τα σκεπάσματα, να μην βλέπω ότι δεν είστε δίπλα μου! Ο ύπνος με παίρνει όταν πείθομαι ότι είναι μία μέρα λιγότερη! Ξέρετε πως είμαι όταν έρχεται Παρασκευή;! Άλλος άνθρωπος! Μπαίνω στο γραφείο και θέλω να τους φιλήσω όλους! Και μετά να τους πω "Άντε γαμηθείτε! Εγώ φεύγω!". Ξέρετε ποιο είναι το χειρότερο;! Όταν πρέπει να μείνω και την Παρασκευή! Με διαλύει! Με σκοτώνει! Δεν θέλω να γυρίσω σπίτι! Πνίγομαι! Πνίγομαι, το καταλαβαίνετε;! Ξυπνάω κάθε μισή ώρα και κοιτάζω το ρολόϊ! Και η ώρα δεν περνάει! Η ώρα δεν περνάει τις Παρασκευές! Δεν σας τα λέω, για να μην σας στενοχωρώ! Να μην σας πιέζω! Αλλά δεν αντέχω άλλο! Δεν το μπορώ άλλο αυτό!

(...) Μία ολόκληρη εβδομάδα είμαι σαν χαμένος! Τους μισώ όλους! Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ότι δεν είμαι πια ο ίδιος! Δεν έχω που να μιλήσω! Μου λείπετε! Δεν έχω άλλον άνθρωπο που με καταλαβαίνει όπως εσείς! Εσείς ξέρετε τα πάντα για μένα! Όλα έχουν αλλάξει από την ημέρα που σας γνώρισα! Δεν θα αντέξω άλλο μακριά σας, το καταλαβαίνετε;! Γύριζα σπίτι και χτυπούσα γροθιές στους τοίχους! Πνίγομαι! Στις αρχές μου είχατε πει ότι θέλει δύναμη για να είναι κάποιος μαζί σας! Ξέρετε πόση δύναμη θέλει για να είναι μακριά σας, όταν σας γνωρίσει;! Δεν έχω τέτοια δύναμη! Η δύναμή μου είστε εσείς! Κι εγώ γυρίζω πίσω! Νοιώθω δυνατός όσο είμαι εδώ! Όσο είμαι μακριά σας αισθάνομαι τρελός! Αναρωτιέμαι πως μπορώ! Δεν μπορώ! Θα ήμουν τρελός εάν μπορούσα!

(...) Εχθές δεν έκλεισα μάτι! Σκεφτόμουν πως θα έρθω! Πως θα σας δω! Και δεν ήξερα τι να κάνω για να κρυφτώ! Έχω φτάσει σε αδιέξοδο! Δεν μπορώ άλλο! Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω! Δεν μπορώ να ξαναμπώ σε εκείνο το αεροπλάνο! Μην με αφήσετε να φύγω, σας παρακαλώ!

(...)
-Θυμάστε τι είπε ο κύριος Μ;!
-Που τον θυμήθηκες..., ψέλλισα, προσπαθώντας να του πάρω την σκέψη.
-Πως μπορώ να είμαι μακριά σας!, συνέχισε σαν να μην με άκουσε. Κι εγώ δεν μπορώ! Δεν μπορώ άλλο!

(...) Η περασμένη εβδομάδα ήταν η χειρότερη εβδομάδα τής ζωής μου! Περίμενα να ξεπεράσουμε τα όρια, να σας σιχαθώ, να με σιχαθείτε! Να το μετανοιώσουμε! Δεν το περίμενα να είμαστε έτσι! Θέλω να είμαι σκλάβος σας για πάντα! Δεν θέλω να ξανάρθω! Δεν θέλω να ξαναφύγω ποτέ! Θέλω να μείνω εδώ! Να είμαι σκλάβος σας! Σας αγαπάω, το καταλαβαίνετε;! Σας αγαπάω! Δεν έχω ζωή στην Α! Κοιμάμαι και δουλεύω! Δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω! Η ζωή μου είναι εδώ! Η ζωή μου είστε εσείς! Αλλά δεν είμαι σκλάβος! Είμαι τουρίστας! Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι! Θα τρελαθώ! Καταλαβαίνετε;!

(...) Σας παρακαλούσα τόσο καιρό να βάλετε internet, να μπορώ να σας βλέπω, έστω για ένα λεπτό! Στενοχωριόμουν που δεν θέλατε! Νόμιζα πως δεν με θέλατε! Πως σκεφτόσασταν ότι θα με βαρεθείτε! Αλλά δεν το κάνατε γι' αυτό! Ξέρατε ότι θα γινόμουν έτσι, πριν από την περασμένη εβδομάδα! Και μου λέγατε "όχι"! Γιατί το ξέρατε! Αλλά δεν πάει άλλο! Δεν μπορώ άλλο!

(...) Κάθε φορά που έρχομαι, θέλω να σας δείξω τι είναι αυτό που είμαστε! Είναι άρρωστο! Θέλω να σας δείξω ότι εμείς δεν είμαστε έτσι! Εσείς δεν είστε έτσι! Θέλω να σας δείξω φωτογραφίες και video! Να σας δείξω πως είναι όλοι! Και δεν το κάνω, για να μην με σιχαθείτε! Για να μην αλλάξετε γνώμη για εμένα! Δεν είμαι άρρωστος! Μαζί σας το κατάλαβα! Δεν το αγαπούσα αυτό που ήμουν! Έβλεπα τους άλλους που είναι σαν εμένα, και σκεφτόμουν ότι δεν σας αξίζω! Ότι αν βλέπατε τους άλλους, θα σκεφτόσασταν ότι είμαι έτσι κι εγώ! Αλλά δεν είμαι έτσι! Μαζί σας το κατάλαβα! Μέχρι τότε πίστευα ότι θα βρω μία γυναίκα σαν εκείνες που πηγαίνουν εκεί! Φανταζόμουν μία ζωή μέσα στο ψέμα! Να παίζω ρόλους! Ξέρετε τι μου είπε εκείνη που πήγαινα;! "Μην περιμένεις να βρεις αυτό που ψάχνεις! Αυτό που ψάχνεις δεν υπάρχει εκεί που πηγαίνεις! Και αυτά που βλέπεις στο internet συμβαίνουν μόνον εδώ που έρχεσαι! Βρες μία γυναίκα που να δέχεται αυτά που σου αρέσουν, και κάνε τα μαζί της, όσο μπορείς!". Κι εγώ βρήκα μία γυναίκα που δεν τα κάνει για μένα, είναι ο εαυτός της, και φεύγω! Φεύγω, το καταλαβαίνετε;! Νόμιζα πως μου έκανε καλό που πήγαινα εκεί, γιατί εκείνη ήταν ειλικρινής και με συμβούλευε! Μετά από την εβδομάδα που ήμασταν μαζί, νοιώθω πως μου έκανε το μεγαλύτερο κακό, γιατί μου έδειξε πως θα είναι η ζωή μου χωρίς εσάς! Αν δεν σας γνώριζα, δεν θα ήξερα πόσο ξεπεσμός είναι αυτό!

(...) Αν με διώξετε μία μέρα, εκεί θα καταλήξω! Να προσκυνάω μία γυναίκα που έχει μάθει καλά τον ρόλο της! Και θα πηγαίνω το βράδυ για ύπνο, μισώντας τον εαυτό μου γι' αυτό που κάνει! Δεν θέλω να ζήσω έτσι! Δεν μπορείτε να το καταλάβετε πως νοιώθω! Τρέμω κάθε φορά που δεν ακούγεστε καλά! Σκέφτομαι ότι κάτι μπορεί να σας έκανα, και ότι θα με διώξετε! Και θα γυρίσω πάλι εκεί, με ένα ποτό στο χέρι, να κοιτάζω γύρω μου μήπως βρεθεί κατά λάθος μία γυναίκα που να είναι αληθινή! Και όλη την νύχτα, θα με πλησιάζουν γυναίκες που θα μου λένε "Στα γόνατα!" για να τους δώσω το σενάριο στο χέρι, για να βγάλουν φράγκα! Το σκέφτομαι συνέχεια, και τρελαίνομαι!

(...) Αυτό που είστε εσείς, οι άλλες το πουλάνε! Δεν είναι τίποτα, αλλά το πουλάνε! Δεν είμαι το δουλάκι καμμιάς! Δεν ξέρετε πως είναι! Πριν σας γνωρίσω, πίστευα ότι θα γινόμουν κι εγώ κορόϊδο μία μέρα! Δεν υπήρχε άλλος δρόμος! Δεν μπορώ να είμαι με μία γυναίκα και να την πιέζω να κάνει πράγματα! Θα με σιχαθεί! Δεν καταλαβαίνει! Δεν είναι βίτσιο! Είναι ο χαρακτήρας μου! Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς! Θα έμενα μόνος, και θα πήγαινα εκεί! Έτσι έβλεπα την ζωή μου! Κι όταν σας γνώρισα, δεν μπορούσα να το πιστέψω! Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπάρχει γυναίκα σαν εσάς! Που δεν μισεί τους άνδρες! Δεν περίμενα να με αγαπάει μία γυναίκα! Να αγαπάει αυτό που είμαι! Με κάνατε καλύτερο, το καταλαβαίνετε;! Με εσάς κατάλαβα ότι αξίζει αυτό που είμαι! Κι εγώ δεν μπορώ να σας προσφέρω τίποτα, γιατί έρχομαι και φεύγω! Αυτό μπορώ να κάνω μόνο!

(...) Θέλω να έρθω εδώ! Να είμαι σκλάβος σας! Δεν με νοιάζει αν δεν θέλετε να με βλέπετε κάθε μέρα! Αρκεί να είμαι μαζί σας! Μου αρκεί να με παίρνετε ένα τηλέφωνο! Να μου λέτε τι πρέπει να κάνω! Είμαι σκλάβος σας, το καταλαβαίνετε;! Σκλάβος! Όχι τουρίστας! Κι ας μην ξανακοιμηθώ ποτέ μαζί σας! Μία γωνιά σας ζητάω! Να μπορώ να σας αισθάνομαι, να σας βλέπω, να σας ακούω! Θέλω να είμαι μαζί σας! Μην με διώξετε! Σας ικετεύω! Μην με στείλετε πάλι πίσω! Δεν μπορώ άλλο! Θα κάνω ό,τι δουλειά θέλετε! Όσες δουλειές χρειαστεί! Δεν θέλω να βλέπω την ζωή μου να φεύγει έτσι! Δεν αντέχω άλλο! Δεν μπορώ να είμαι μακριά σας! Μην με διώξετε, σας ικετεύω!

(...) Κάποτε με ρωτήσατε αν το ξέρω ότι δεν έχω τιμωρηθεί ποτέ! Υπάρχει χειρότερη τιμωρία από το να είμαι μακριά σας;!

Είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που είχε αφηνιάσει.
Δεν μπορούσα να τον πιάσω από πουθενά, γιατί έβγαζε νύχια από παντού.
Και η αιτία ήμουν εγώ.

Εγώ είχα τις κασσέτες.
Εκείνος δεν είχε τίποτα.

4.11.10

A Scream For Athens

Για πρώτη φορά, πιστεύω, στην ιστορία της σύγχρονης Αθήνας, η εκλογή του επόμενου δημάρχου είναι τόσο κρίσιμης σημασίας. Μία πιθανή επανεκλογή του κ. Κακλαμάνη θα οδηγούσε την Αθήνα στον θάνατο. Ποτέ η πόλη μας δεν ήταν σ' αυτά τα χάλια! Το ιστορικό της κέντρο, που θα έπρεπε να είναι όχι μόνο η βιτρίνα της πόλης αλλά και ολόκληρης της χώρας (βλ. άρθρο του Γιάννη Βούλγαρη «Η καταρρέουσα Αθήνα ψηφίζει», «Τα Νέα», 2 Οκτωβρίου 2010), το τόσο πλούσιο σε μνημεία και αρχαιότητες, αντί για το πολιτιστικό πάρκο που όφειλε να είναι, έχει μετατραπεί σε έναν απόλυτο εφιάλτη όχι μόνο για τους κατοίκους αυτής της περιοχής -όπως είμαι εγώ- αλλά και για τους επισκέπτες της, Έλληνες και ξένους.

Τέσσερις σημαντικές πλατείες του κέντρου -η Ομόνοια, η πλατεία Κοτζιά, η πλατεία Θεάτρου και η κακοπαθημένη πλατεία Μοναστηρακίου- παρουσιάζουν μια δραματική εικόνα. Αυτές οι 4 εξαθλιωμένες, όπως τις κατάντησαν, πλατείες (αλλοτινά στολίδια) «περικλείουν» ασφυκτικά το Μέγαρο του Δημαρχείου. Και αναλογίζομαι και απορώ πώς άραγε μπορεί ο κ. Κακλαμάνης να κάθεται και να εργάζεται στον επίχρυσο θρόνο του μεγαλοπρεπούς γραφείου του μέσα στο Δημαρχείο, όταν το γραφείο αυτό έχει μετατραπεί εδώ χρόνια σε κέντρο του ΚΥΚΛΟΥ της ΚΟΛΑΣΗΣ, ενός κύκλου που ορίζουν οι 4 αυτές πλατείες. Έντονα απορώ...

Είκοσι μέτρα από το Δημαρχείο βρίσκεται η στοά του Πρωτοδικείου, που ενώνει την οδό Λυκούργου με την πλατεία Ομονοίας. Η στοά αυτή κάθε βράδυ μέχρι τα χαράματα γεμίζει από δεκάδες τραγικούς ηρωινομανείς, που με το κλείσιμο των καταστημάτων καταφεύγουν εκεί ημίγυμνοι και εξαθλιωμένοι και τρυπούν με ενέσεις τα γεννητικά τους όργανα μπροστά στο αδιάφορο βλέμμα των περαστικών. Και δίπλα, η πλατεία Ομονοίας, η καρδιά της Ελλάδας, έχει μετατραπεί σε μια απέραντη πασαρέλα από εμπόρους ναρκωτικών, βαποράκια, χρήστες. Μια εικόνα απόλυτης κόλασης! Την ίδια ώρα που μπροστά στον πάγκο με τις εφημερίδες αντηχούν τα γέλια μιας ανέμελης παρέας παλικαριών της Δημοτικής Αστυνομίας. «Δεν είναι δική μας δουλειά τα ναρκωτικά», μου είπαν κεφάτα, όταν τους πλησίασα αγανακτισμένη και τους ρώτησα γιατί δεν κάνουν κάτι. Αντίθετα, είναι δουλειά τους να σουλατσάρουν όλο το 24ωρο κόβοντας κλήσεις, ενώ δίπλα τους χαίνει η άβυσσος... Ούτε, βέβαια, είναι δουλειά του Αστυνομικού Τμήματος Ομονοίας που βρίσκεται 20 μέτρα από την πλατεία, στην οδό Βερανζέρου...

Κύριε Κακλαμάνη, αν δεν έχετε αρμοδιότητες για να δράσετε άμεσα και αποτελεσματικά, να τις αποκτήςετε! Γι' αυτό σας ψήφισαν οι πολίτες της Αθήνας. Δεν σας ψήφισαν για να διοργανώνετε το τραγικό «φεστιβάλ» του Δήμου Αθηναίων στα Τουρκοβούνια ούτε για να καταντήσετε τον δημοτικό σταθμό 9.84 σε κέντρο λαϊκής διασκέδασης και σε σταθμό άθλιας προπαγάνδας και αποσιώπησης! Ο Τζουλιάνι στη Νέα Υόρκη, με θέληση, πυγμή και όραμα άλλαξε την εικόνα της πόλης, τη μεταμόρφωσε, την έσωσε.

Η πλατεία Θεάτρου, πίσω από τη Βαρβάκειο Αγορά, είναι πλέον άβατη λόγω του ότι έχει καταληφθεί από έναν υπόκοσμο πρωτόγνωρο στην ιστορία της Ελλάδας. Η Σοφοκλέους και η Σωκράτους θυμίζουν το αλλοτινό Χάρλεμ. Η απειλή καραδοκεί σε κάθε βήμα σου. Εστιατόρια και μπαρ κλείνουν κακήν κακώς, επιχειρήσεις πολλών ετών μεταφέρονται αλλού για να σωθούν.

Η πλατεία Μοναστηρακίου, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες κιόλας, λόγω της απουσίας συνεργείων καθαριότητας του δήμου, έχει καταστεί εστία μολύνσεων και δυσωδίας. Εργοτάξιο για πολλά πολλά χρόνια, για να ανακαινιστεί ξοδεύτηκε μια περιουσία από το δημόσιο χρήμα και πλακοστρώθηκε ολόκληρη με αμφιβόλου γούστου μωσαϊκό από ακριβά μάρμαρα, το οποίο είναι καλυμμένο μ' ένα τεράστιο στρώμα βρόμας. (Το σχέδιο του μωσαϊκού, βέβαια, με τους κυματισμούς, είναι φρικτά κοπιαρισμένο από τη ριβιέρα του Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας! Θλιβεροί απόηχοι από την Κόπα Καμπάνα στη σκιά της Ακρόπολης...) Στο κάτω μέρος της οδού Μητροπόλεως, αυτό με τις ψησταριές και τα κεμπάπ, σιχαίνεσαι να πατήσεις εξαιτίας της συσσωρευμένης στο πεζοδρόμιο λίγδας. Προς τι τα νεοπλουτίστικα κιτς μάρμαρα, κύριοι δήμαρχοι, παρόντες και απελθόντες; Όζουν άπλυτα από δεκαετίες...

Ερχόμαστε μπροστά στην Αγία Ειρήνη, έργο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, όαση πολιτισμού στο εσωτερικό της, όπου ο Λυκούργος Αγγελόπουλος κρατάει ζωντανή με τον πιο συγκινητικό τρόπο την πολιτισμική μας κληρονομιά, ψέλνοντας με τον πιο γνήσιο και άρτιο τρόπο τους βυζαντινούς ύμνους. Στην πλατεία αυτή, χάρη στον θαυμάσιο παπα-Θωμά, γίνεται η ωραιότερη Ανάσταση που μπορεί να ζήσει κάποιος. Χωρίς βεγγαλικά, γιατί κανείς από τους εκατοντάδες παρευρισκόμενους δεν διανοείται να χάσει ούτε μια στιγμή από τη λυρική αυτή εμπειρία, από βαρελότα και τρακατρούκες που εκπυρσοκροτούν. Επί της Αιόλου, όμως, το ευρύτερο περιβάλλον είναι και αυτό απαράδεκτα παραμελημένο από τον δήμο και γεμάτο εστίες μόλυνσης υπό τη μορφή περιφραγμένων με κυματιστή λαμαρίνα νεοκλασικών που χρησιμοποιούνται ως αποχωρητήρια από τα στίφη των πλανόδιων πωλητών, οι οποίοι, φτωχοί και εξαθλιωμένοι, βρίσκουν εκεί τη μόνη λύση. Τούρτες από ανθρώπινα κόπρανα ξαφνιάζουν τον ανυποψίαστο επισκέπτη. Δύο βήματα από τον ιερό βράχο!

Ο πεζόδρομος της Αιόλου καλύπτεται με ένα χαλί από πατημένες μαύρες τσίχλες ετών. Η πρωτοφανής αυτή μάστιγα εξαπλώνεται μέχρι τα πεζοδρόμια της λεωφόρου Αμαλίας. Εκεί απ' όπου περνούν όλοι οι ξένοι επισκέπτες της χώρας μας και φρικιούν με τα κακοχυμένα εξαμβλώματα-προτομές που έχει ορθώσει ο κ. Αβραμόπουλος. Ο πεζόδρομος της οδού Ερμού με τα ακριβότερα εμπορικά ενοίκια έχει επιλεγεί από τους αδίστακτους έμπορους ανθρώπινης δυστυχίας ως ιδανικός τόπος επίδειξης των τραγικών τους θυμάτων. Επί δημαρχίας Μπακογιάννη στήθηκαν δυο αποτρόπαια, κακότεχνα μπρούντζινα γλυπτά στις διασταυρώσεις Ερμού με Βουλής και Ερμού με Νίκης, ποιος ξέρει ποια πελατειακά συμφέροντα υπηρετώντας. Το ένα από αυτά σού πλακώνει την ψυχή, διότι δείχνει δυο ανθρώπινες πατούσες μπηγμένες σε μια σύνθεση από σκουπίδια. Ο αλαφιασμένος περαστικός ταυτίζεται απόλυτα με την εικόνα αυτή - ένας άνθρωπος γυμνός, θαμμένος μες στα σκατά! Μα δεν ντραπήκατε, κ. Μπακογιάννη, να επιλέξετε αυτό το συγκεκριμένο γλυπτό για να κοσμήσει το πλέον κομβικό σημείο της Αθήνας; Το πεζουλάκι του σιντριβανιού, μαρμάρινο, σπασμένο και μονίμως βρεγμένο απωθεί και τον πιο εξαντλημένο διαβάτη. Την ίδια ώρα που τα αριστουργηματικά γλυπτά του Θανάση Απάρτη και του Χρήστου Καπράλου, αφού ξηλώθηκαν από τις θέσεις τους, σαπίζουν στις Δημοτικές Αποθήκες...

Στο Μοναστηράκι, κοντά στον σταθμό του μετρό, βρίσκεται το ιστορικό κτίριο που στέγαζε κάποτε το Κακουργιοδικείο της Αθήνας, το οποίο ανακαινίστηκε πρόσφατα με έξοδα του Ιδρύματος Νιάρχου για λογαριασμό της Εκκλησίας, στην οποία ανήκει το κτίριο, για να στεγάσει μια βιβλιοθήκη της Εκκλησίας. Μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης, το κτίριο ανακαινίστηκε πολυτελώς, με τρόπο όμως που έχασε τη λιτή ομορφιά που είχε πριν. Από το τέλος της επισκευής του το κτίριο περιφράσσεται με τη γνωστή κυματιστή λαμαρίνα ύψους δυο μέτρων, η οποία έχει μετατραπεί και αυτή σε δημόσιο αποχωρητήριο. Η μυρωδιά είναι αφόρητη! Και, τελικά, πόσα χρόνια θα μείνει περιφραγμένο το περιουσιακό αυτό στοιχείο, ανεκμετάλλευτο και αχρησιμοποίητο;

Αναίσχυντα η δημοτική Αρχή έχει εγκαταλείψει, εδώ και χρόνια, την καθαριότητα της πόλη μας, γιατί δεν είναι καινούργια όλα αυτά που συμβαίνουν. Ζήσαμε τη μεγαλομανία και το κιτς του κ. Αβραμόπουλου, υποστήκαμε την ασύστολη αδιαφορία και τις προκλητικές σπατάλες της κ. Μπακογιάννη και πρόσφατα υφιστάμεθα την ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ κακοδιοίκηση του κ. Κακλαμάνη.

Κύριοι και κυρίες, μας έχετε ρημάξει! Το 2003 γδύσατε το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, ξηλώνοντας τα εκατόν πενήντα ετών μαρμάρινα πεζοδρόμιά του και τα αντικαταστήσατε με τσιμεντένια που πρόωρα θρυμματίστηκαν, καθότι ήταν ανεπαρκώς ψημένα. Η κλίμακα της τότε καταστροφής κατεγράφη από τον ηρωικό και αείμνηστο Χρήστο Παπουτσάκη στο περιοδικό «Αντί». Η έρευνα του περιοδικού είχε τότε αποκαλύψει ότι τα θαυμάσια αυτά μάρμαρα από τα πεζοδρόμια που ξηλώσατε πήγαν κατευθείαν για πώληση στις μάντρες της Ιεράς Οδού και μοσχοπουλήθηκαν σε κοσμικούς Αθηναίους για να διακοσμήσουν τις νεόπλουτες εξοχικές τους βίλες, κατά κανόνα στα νησιά.

Μας έχετε καταντήσει να ζούμε μέσα σε μια αθλιότητα, ενώ πληρώνουμε τους υψηλότερους δημοτικούς φόρους. Έχετε σπαταλήσει το δημόσιο χρήμα με τρόπους που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι μεγαλομανείς γιορτές σας έχουν αδειάσει τα ταμεία. Η πόλη των Αθηνών, που θα έπρεπε να ανυψώνει το πνεύμα όλων μας με την εγγενή φυσική ομορφιά της, μας υποβαθμίζει και μας ντροπιάζει. Άλλη μια θητεία του κ. Κακλαμάνη θα έδινε τη χαριστική βολή στην πόλη που γεννηθήκαμε, που ζούμε, που αγαπούμε και που βλέπουμε να βιάζεται μπρος στα μάτια μας καθημερινά εξαιτίας σας.

Έλεος! Δεν σας αντέχουμε πια. Η Αθήνα ψυχορραγεί...

*Ανοικτή επιστολή τής Ευφροσύνης Δοξιάδη.

2.11.10

The Showdown

Η μαμά μου είναι ένας άγγελος.
Το ότι είναι δική μου μαμά, μπορεί να την αναγάγει και σε Αγία.
Η μαμά μου είναι ένας πράος, γλυκομίλητος άνθρωπος, που αγαπάει τα παιδιά όλου του κόσμου, δεν λέει ποτέ κακό για κανέναν, θα μεσολαβήσει πάντα για να σε "σμίξει" με αυτόν που έχεις διαφορές, θα είναι στο πλευρό σου εάν κάποιος σε αδικήσει, θα χάσει τον ύπνο της για να βρει τον τρόπο να σε βοηθήσει εάν της πεις ότι έχεις ανάγκη. Εγώ - ο διάολος μεταμορφωμένος σε θηλυκό -, δεν είμαι σε θέση να πείσω κανέναν ότι είμαι παιδί της. Ποιος άνθρωπος θα πιστέψει ότι από μία τόσο γλυκιά και ευγενική φιγούρα, βγήκε ένα παιδί τόσο σκληρό, τόσο αυστηρό...

Όταν ήμουν μικρή, η μαμά μου ερχόταν σε πολύ δύσκολη θέση.
Και αυτό μπορούσε να συμβεί και σε καθημερινή βάση.
Ο ατίθασος, αδάμαστος, κυριαρχικός χαρακτήρας μου, την έφερνε αντιμέτωπη με καταστάσεις που η ίδια δεν θα προκαλούσε ποτέ. Θα μπορούσε να μου μιλήσει άσχημα, να με βρίσει, να με χτυπήσει, να με εξευτελίσει μπροστά σε τρίτους. Αλλά η μαμά μου δεν έκανε τίποτε από όλα αυτά. Μου έκανε μόνο μίαν ερώτηση: "δεν ντρέπεσαι;".

Ντρεπόμουν.

Όχι, όμως, για ό,τι είχα κάνει/πει.
Ντρεπόμουν που την είχα φέρει σε αυτό το σημείο.
Οι ενοχές που αισθανόμουν, δεν ήταν επειδή είχα παρεκτραπεί. Όταν αποφασίζω να κάνω/πω κάτι, ξέρω πολύ καλά τι κάνω/λέω. Και ποτέ δεν κάνω/λέω κάτι χωρίς λόγο. Δεν υπάρχει παρεκτροπή για εμένα. Υπάρχει συνείδηση. Και όταν έχεις συνείδηση για το τι κάνεις/λες, έχεις συνείδηση και για να υπολογίσεις τον άλλον που δεν μπορεί να το αντέξει. Εγώ δεν είχα ποτέ πρόβλημα με αυτό που ήμουν. Εκτός από την περίοδο που έψαχνα το "γιατί" και σκεφτόμουν μήπως πρέπει να αλλάξω, με αγαπούσα και μου άρεσα πάντα. Εκείνο που μισούσα και δεν ήθελα να συμβαίνει, ήταν κάποιος να με ανεχόταν, κάποιος που ούτε του άρεσε, ούτε ήθελε αυτό που ήμουν, και αισθανόταν άσχημα, περίεργα, ένοιωθε πίεση και στενοχώρια.

Την μαμά μου δεν μπορούσα να την αφήσω.
Και με τα χρόνια αυτό ξεκαθάρισε, γιατί, μεγαλώνοντας, δεν της έμεινε ούτε η παραμικρή αμφιβολία για το ότι δεν ήταν εκείνη υπεύθυνη για ό,τι είμαι, πως έχω γεννηθεί για να είμαι ό,τι είμαι. Με τους ανθρώπους που γνώριζα, όμως, πρόσεχα πάρα πολύ αν ο χαρακτήρας μου τους καταπίεζε, τους έκανε να δυσφορούν, να έχουν λανθασμένες εντυπώσεις για εμένα. Όπως εγώ ήθελα να ξέρω την αλήθεια για τον πραγματικό χαρακτήρα των άλλων - και το απαιτούσα -, έτσι ήθελα και οι άλλοι να γνωρίζουν τον αληθινό μου εαυτό, όσο τον άφηνα να φανεί. Διότι ήθελα να είναι σίγουροι για εμένα, και να το θέλουν πραγματικά να είναι μαζί μου. Εάν αυτό δεν μπορούσε να γίνει, έφευγα. Χωρίς εξηγήσεις, χωρίς διαφωνίες. Έφευγα.

Λοιπόν, εκείνη την στιγμή, άκουσα την μαμά μου να μου λέει: "δεν ντρέπεσαι;"...
Αν η μαμά μου ήταν εκεί, θα τον πλησίαζε τρέχοντας, θα τον έσφιγγε στην αγκαλιά της, θα του χάϊδευε τα μαλλιά, και θα με κοιτούσε με εκείνο το αποτρόπαιο βλέμμα, κάνοντάς μου την ίδια ερώτηση: "δεν ντρέπεσαι;".

Κι εγώ ντρεπόμουν...
Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πόσο πολύ...

Δεν ντρεπόμουν γι' αυτό που ήμουν.
Ντρεπόμουν γι' αυτό που έκανα...

Ντρεπόμουν, που εκείνος ο άνθρωπος που στεκόταν απέναντί μου, είχε φτάσει στα όριά του. Ντρεπόμουν, γιατί εκείνος ο άνθρωπος ήταν τόσο καλός, τόσο ευαίσθητος, τόσο υπομονετικός, κι εγώ τον είχα βγάλει εκτός εαυτού. Ντρεπόμουν, γιατί εκείνος ο άνθρωπος με αγαπούσε τόσο πολύ, κι εγώ τον είχα μεταμορφώσει σε τέρας, και τον είχα κάνει να με μισήσει.

Και, διάολε, δεν μου είχε πάρει περισσότερο από μία εβδομάδα...

Αυτό που έβλεπα, δεν ήταν η αντίδραση στις χαρακιές από τα μαστίγια στην πλάτη του, δεν ήταν οι νυχιές μου στα πλευρά και την κοιλιά του, δεν ήταν από τα κεριά που δεν έβγαιναν από τις τρίχες στο στήθος του, δεν ήταν από τις μελανιές στους καρπούς και τους αστραγάλους του, δεν ήταν από τα σημάδια από τα δόντια μου στον λαιμό του. Ήταν η έκρηξη ενός ανθρώπου που δεν άντεξε ό,τι ήμουν...

Και δεν χρειάστηκε παρά μόνο 7 ημέρες...

Κατέβασα το κεφάλι.
Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, να εξαφανιστώ, να τρέξω μακριά, να μην με ξαναδεί. Ήθελα να τον αφήσω να ηρεμήσει, να ξαναβρεί τον εαυτό του, να με ξεχάσει. Και δεν υπήρχαν λόγια για να του πω ότι λυπόμουν. Πόσο λυπόμουν ειλικρινά... Να ζητούσα συγγνώμη; Μία "συγγνώμη" δεν είναι αρκετή όταν έχεις διαμελίσει τις αρετές ενός ανθρώπου στα βράχια τού χαρακτήρα σου. Και το έχεις κάνει εν πλήρη συνειδήσει...

Γύρισα για να πάρω την τσάντα μου και να ψάξω για ταξί.
Τότε σκέφτηκα, ότι - αν μη τι άλλο - θα έπρεπε να του δώσω το δικαίωμα να μου έλεγε ό,τι ήθελε όταν θα αισθανόταν καλύτερα, χωρίς την παρουσία μου, όποτε εκείνος πίστευε πως θα ήταν η κατάλληλη ώρα.

-Ίσως θα πρέπει να μιλήσουμε κάποια άλλη στιγμή, όταν θα ξαναέρθεις..., είπα απλά.

Και η απάντησή του - εάν η προηγούμενη ήταν σαν γροθιά - με έριξε στο καναβάτσο, βγάζοντάς με knockout.
-Δεν θέλω να ξανάρθω!

1.11.10

I Just Want You

Και ξαφνικά, μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο, ο Χ έγινε άλλος άνθρωπος.
Τρελός.

Άρχισε να μιλάει για άσχετα και ανόητα πράγματα, σαν να είχαμε ανοίξει προηγουμένως την συζήτηση, και είχε έρθει η ώρα να την συνεχίσουμε. Έχω γυρίσει και τον κοιτάζω με μισάνοιχτο στόμα, παρακολουθώντας τον να λέει μαλακίες. Δεν είχε πιει, δεν τον είχε χτυπήσει τίποτα στο κεφάλι. Συνειδητοποιώντας την σοβαρότητα τής κατάστασης, γύρισα μπροστά, και υπέθεσα ότι θα έπρεπε να του είχα κάνει μεγάλη ζημιά.

Μη μπορώντας να αντέξω την μαλακία που τον έδερνε, που τον είχε κάνει να χαζογελάει με ό,τι έλεγε, να μοιάζει με ηλίθιο που δεν ξέρει τι να πει και λέει ό,τι του κατέβει, αποφάσισα να του κάνω την χάρη, και άνοιξα το ραδιόφωνο. Το ευτύχημα ήταν ότι βρήκα έναν σταθμό που έπαιζε rock - slow, αλλά δεν με πείραζε καθόλου. Μπορούσα να ακούσω μέχρι και Άντζελα Δημητρίου προκείμενου να απομονώσω μουσικά την παράλογη συμπεριφορά του. Ήταν καταφανές ότι προσπαθούσε να αποφύγει την συζήτηση τού τι του συνέβαινε, οπότε θεώρησα καλό το να μην δώσω σημασία.

Αλλά και πράγματι. Δεν με ένοιαζε.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό μέσα μου, που ακόμα κι αν καίγομαι για κάτι/κάποιον, όταν έρχομαι αντιμέτωπη με ανάλογες καταστάσεις ή συμπεριφορές, όλα παγώνουν και δεν με ενδιαφέρει τίποτα. Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή. Ακόμα και με εκείνον, μετά από όσα είχαμε περάσει, απλά, δεν με ενδιέφερε. Ό,τι κι αν έχω ζήσει, όσο κι αν μου άρεσε κάτι - έστω και 5 λεπτά πριν -, απέναντι σε άνθρωπο ή κατάσταση που τα χαρακτηρίζει αδιαφορία/ψυχρότητα/παραλογισμός/οτιδήποτε παρεμφερές, υπάρχει ένας μηχανισμός μέσα μου που απομονώνει τα πάντα, και δεν αισθάνομαι τίποτα. Και εάν αυτό συνεχιστεί, η κατάστασή μου είναι μη αναστρέψιμη και οριστική.

Και η συμπεριφορά τού Χ εκείνη την στιγμή, ήταν στραμμένη 180 μοίρες.
Πίεζα τον εαυτό μου να αναρωτηθεί, να κάνει κάτι εν πάση περιπτώσει, αλλά τίποτα: ήμουν τόσο αδιάφορη όσο δεν πήγαινε άλλο. Προσπαθούσα να με πείσω με διάφορα επιχειρήματα όπως "δεν ήταν έτσι", "μήπως έχει συμβεί κάτι που δεν πάει το μυαλό σου;", κτλ, αλλά τίποτα. Δεν με ενδιέφερε να μάθω, δεν με ενδιέφερε να ακούσω, και όσο τον άκουγα να λέει μαλακίες, τόσο ήθελα να πάω σπίτι μου, να κάνω μπάνιο, και να πέσω ξερή για ύπνο, γιατί ήδη νύσταζα αρκετά. Και να τελείωνε εκεί.

Μέχρι που ακούστηκε η εισαγωγή τού I Just Want You.
Ήταν η σειρά μου να το παίξω τρελή. Αφού δεν μπορούσα να διακτινιστώ σπίτι μου, ας του έκανα το χατήρι, και ας άρχιζα κι εγώ τις μαλακίες. Στ' αρχείδια μου, λέμε.
-Θυμάσαι το Killing Time;, τον ρώτησα αδιάφορη για το αν/τι θα μου απαντήσει, ανοίγοντας την ένταση. Χωρίς να το φτάνει ούτε στο ελάχιστο, κι αυτό είναι ένα από τα καλά slow. Το έχεις ακούσει;

Ήταν σαν να του πάτησα το pause. Ή το stop.
Ο Χ σταμάτησε απότομα να μιλάει. Κάνοντας τον σταυρό μου από μέσα μου, ευχαριστώντας και διαβεβαιώνοντας τον Ozzy πως αν είχα καντήλι μπροστά μου θα του το άναβα, άναψα ένα τσιγάρο - που μου πηγαίνει πολύ περισσότερο -, και γύρισα το κεφάλι μου για να κοιτάξω έξω από το παράθυρο, σιγοτραγουδώντας το κομμάτι.

Το μόνο που πρόλαβα να ακούσω, ήταν τα λάστιχα να στριγγλίζουν στην άσφαλτο.
Είδα, ξαφνικά, το χέρι του απλωμένο μπροστά στο στήθος μου, αλλά δεν είχε προλάβει, γιατί με είχε επαναφέρει η ζώνη. Τρομοκρατημένη, κάρφωσα τα μάτια μου μπροστά στο οδόστρωμα. Δεν ήξερα τι είχε γίνει. Δεν ήξερα αν είχαμε χτυπήσει κάποιο ζώο, αν είχαμε χτυπήσει άνθρωπο, αν μας είχαν τρακάρει. Είχα μαρμαρώσει στην θέση μου, και δεν ξέρω πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου. Το μόνο που θυμάμαι, ήταν ο ήχος τού λεβιέ των ταχυτήτων, και ο τρόμος που με κατέλαβε όταν συνειδητοποίησα ότι έβαζε την όπισθεν.

Ήμασταν στην παραλιακή, στην μεσαία λωρίδα, και πηγαίναμε με την όπισθεν...
Δεν ήξερα που να πρωτοκοιτάξω. Μπροστά, μήπως βγει κάτω από τις ρόδες ό,τι είχαμε χτυπήσει, πίσω, μήπως μας χτυπήσει κάποιο από τα αυτοκίνητα που έρχονταν με ταχύτητα κατά πάνω μας. Όλα αυτά, μέσα σε δευτερόλεπτα μετά από το φρενάρισμα.

Η ματιά μου έπεσε πάνω του.
Δεν ήταν απλώς τρελός. Ήταν δολοφόνος. Τα χαρακτηριστικά του είχαν αλλοιωθεί τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο άνθρωπος δίπλα μου ήταν ο Χ. Από τους καθρέφτες έβλεπα τους πίσω να αναβοσβήνουν τις σκάλες και τους άκουγα να κορνάρουν ασταμάτητα. Και ο Χ συνέχιζε να πηγαίνει με την όπισθεν, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ. Μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα είχε πιάσει δεξιά, και έστριβε το αυτοκίνητο σε έναν παράδρομο.

Πάρκαρε, και στύλωσε τα μάτια στο τιμόνι, ανέκφραστος, αμίλητος.
Και αντί να πει κάτι, οτιδήποτε, χωρίς καν να γυρίσει να με κοιτάξει, άνοιξε τέρμα τον ήχο, βγήκε από το αυτοκίνητο, και χτύπησε την πόρτα τόσο δυνατά, που τραντάχτηκε όλο το αμάξωμα. Έντρομη τον παρακολουθούσα να περνάει μπροστά από το αυτοκίνητο, και ενώ περίμενα να ανοίξει την πόρτα μου, ίσως, να με βρίσει(;), να με χτυπήσει(;), να με αρπάξει από τα μαλλιά(;), δεν ήξερα τι άλλο, πήγε και στάθηκε στην άκρη τού πεζοδρομίου, σαν να ήταν έτοιμος να πέσει στην θάλασσα και το σκεφτόταν.

Άνοιξα την πόρτα και βγήκα, γιατί ο ήχος μού τρυπούσε τα αυτιά, και στάθηκα απ' έξω.
Κι ενώ το κομμάτι πλησίαζε στο τέλος, ο Χ γύρισε και με κοίταξε, σαν να με μισούσε.
Σαν να με μισούσε με όλη του την ψυχή.

Και ακούστηκε μία φωνή, σαν κραυγή, σαν λύτρωση, σαν γροθιά.
-Δεν μπορώ άλλο!

29.10.10

Reading The Fine Prints

Ήταν η πρώτη Παρασκευή που δεν πήρα κασσέτες.
Σε λίγο καιρό θα κλείναμε έναν χρόνο, και όλο αυτό το διάστημα δεν υπήρξε Παρασκευή που να μην έρθουν κασσέτες. Λίγο πριν κλείσει, τηλεφώνησα στην εταιρεία courier, να ρωτήσω εάν είχε γίνει κάποιο λάθος, εάν υπήρξε κάποια αμέλεια, οτιδήποτε. Μου έδωσαν τον υπεύθυνο, και μου είπε ότι κι εκείνοι είχαν παραξενευτεί και είχαν ρωτήσει στα κεντρικά, διότι μετά από έναν χρόνο τούς είχε γίνει συνήθεια.

Εάν για εκείνους ήταν θέμα συνήθειας, για εμένα ήταν θέμα επαφής.
Επαφή με εκείνον, με ό,τι έκανε, με ό,τι ένοιωθε. Και ίσως το να είμαι τόσο καλά, το να τον θέλω περισσότερο, το να δένομαι μαζί του πιο πολύ, προκαλείτο από αυτές τις κασσέτες. Για εμένα εκείνες οι κασσέτες ήταν καθαρή ενέργεια. Μπροστά σε αυτό, δεν ήταν τίποτα αυτά που έλεγε - και αυτά που έλεγε ήταν τα πάντα. Η ενέργειά του προκαλούσε την δική μου ενέργεια, που μετουσιώνονταν σε ενδιαφέρον, σε προσοχή, σε οτιδήποτε μπορεί ένας άνδρας να προκαλέσει σε μία γυναίκα που θέλει. Και από την άλλη, ήταν σαν να ήμασταν μαζί: είτε εγώ εκεί είτε εκείνος εδώ. Είτε ερχόταν την ίδια μέρα το απόγευμα είτε την άλλη το πρωΐ, οι κασσέτες ήταν στα χέρια μου Παρασκευή μεσημέρι.

Υπέθεσα ότι ήταν λόγω των αυξημένων υποχρεώσεών του στην δουλειά, και δεν είχε κουράγιο(;), διάθεση(;) να μιλά τόσες ώρες κάθε μέρα. Ή ότι μετά από την εβδομάδα που περάσαμε μαζί δεν είχε πλέον τι να μου πει(;), ότι μπορεί να το θεωρούσα υπερβολή(;). Και δεν ήταν ότι αυτά δεν άρμοζαν στον χαρακτήρα του: ο Χ ήταν τόσο σταθερός σε ό,τι έκανε και σε ό,τι έλεγε, που υποψιαζόμουν ότι κάτι δεν πήγε καλά εκείνη την εβδομάδα. Ήταν ότι δεν μπορούσα να υποθέσω ασφαλώς και εν τη απουσία του.

Δεν ήρθε εκείνη την Παρασκευή, αν και ήταν σίγουρος μέχρι τότε ότι θα ερχόταν. Ήρθε το Σάββατο το πρωΐ. Είχα ξυπνήσει από νωρίς - αν είχα κοιμηθεί και καθόλου... -, είχα ακυρώσει τα πάντα, και τον περίμενα καπνίζοντας σαν την τρελή, κόβοντας βόλτες μέσα στο διαμέρισμα, ανοίγοντας και κλείνοντας πόρτες/παράθυρα/συρτάρια/το ψυγείο, σκεπτόμενη από απίθανα έως και παρανοϊκά πράγματα.

Όταν άνοιξε η πόρτα, και με την πρώτη ματιά, ο Χ ήταν διαφορετικός.
Δεν χρειάστηκε ούτε να πιαστώ από κάπου, ούτε να αφήσω ό,τι κρατούσα. Για λίγα δεύτερα έμεινε εκεί που ήταν και με κοιτούσε. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Άφησε τα πράγματά του δίπλα από την πόρτα που έκλεισε, και με αργά βήματα ήρθε να γονατίσει μπροστά μου. Μόνον αυτό. Μείναμε έτσι.

Έφυγα από μπροστά του, και πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω τσάϊ, ρωτώντας τον αν είχε καλό ταξίδι - μιλώντας ψυχρά τυπικά. Αφού με ρώτησε εάν ήθελα να το κάνει εκείνος, και του απάντησα ξερά "όχι", μου απάντησε το ίδιο ψυχρά τυπικά ότι το ταξίδι ήταν καλό. Δεν θυμάμαι να είπαμε κάτι άλλο, αλλά και να είπαμε, ήταν στο ίδιο ύφος και στον ίδιο τόνο: ήμασταν ξένοι.

Όταν βγήκε από το μπάνιο, κάθησε απέναντί μου. (...)
Με ρώτησε εάν μπορεί να κοιμηθεί, έστω για μία ώρα, γιατί είχε ξενυχτήσει. Και επειδή το βράδυ έπρεπε να πάμε κάπου, δεν θα άντεχε. Δεν ήπιε ούτε γουλιά από το αφέψημα, και πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι. Οι ώμοι του πεσμένοι, το βήμα του αργό. Έκλεισα την πόρτα, και πήγα στο παράθυρο τής κουζίνας. Δεν ξέρω πόσα τσιγάρα κάπνισα. Δεν ξέρω πόσα τσάγια ήπια, μέχρι να ξυπνήσει. Δεν θυμάμαι τι περνούσε από το μυαλό μου, καν...

Ξέρω, όμως, πως ό,τι περνούσε είχε να κάνει με την εβδομάδα που είχε περάσει. Και μπορεί να μην μου αρέσουν οι υποθέσεις όταν ο άλλος είναι εκεί και μπορείς να τον ρωτήσεις, αλλά ο Χ ήταν απών. Και δεν ήξερα ποιος κοιμόταν στο κρεβάτι μου. Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα μάθαινα, αλλά οι ενοχές είχαν ξαναγυρίσει δριμύτερες, σκληρότερες, πιο επώδυνες. Το "δεν έπρεπε να..." ήταν η αρχή τής κάθε σκέψης που έκανα. Η πιθανότητα να τον είχα σπρώξει πιο πολύ(;), πιο δυνατά(;) από όσο έπρεπε(;), άντεχε(;), έπαιζε σαν standard στο μυαλό μου.

Ο Χ ήταν σαλιγκάρι.
'Ετσι τον φώναζα όταν μέναμε σπίτι. Του άρεσε η βροχή, η καταιγίδα, το ψιλόβροχο. Αλλά περισσότερο από όλα αυτά, του άρεσε η δική μου υγρασία. Και την έψαχνε είτε επάνω είτε κάτω. Όπου/όπως και να καθόμουν, θα έβρισκε τρόπο να καθήσει στα πόδια μου, με το κεφάλι ανάμεσά τους. Δεν έκανε τίποτα. Απλά, καθόταν εκεί, τόσο ήσυχος, που όταν δεν ένοιωθα την αναπνοή του στο δέρμα μου, τον έσπρωχνα να δω αν ζει. Και πάντα θα ρωτούσε "σας εμποδίζω;/σας ενοχλώ;". Εάν ήμασταν όρθιοι, έψαχνε για το στόμα μου. Μπορεί να μην του έκανα τίποτα, να μην του μιλούσα, να μην τον κοιτούσα καν, αλλά όταν η ματιά μου διασταυρώνονταν με την δική του, είχε αυτό το βλέμμα τού "μπορώ να σας φιλήσω;", του "ναι-μεν θα το ήθελα, αλλά δεν είναι στο χέρι μου, γι' αυτό σας παρακαλώ". Και δεν νομίζω να υπήρξαν πολλές φορές που να τον απέτρεψα, γιατί δεν νομίζω να υπήρχαν πολλές γυναίκες που θα έβλεπαν στα μάτια ενός άνδρα εκείνον τον απίστευτο ερωτισμό, και θα μπορούσαν να αρνηθούν.

Και όταν ο Χ έβαζε τα χείλη του επάνω στα χείλη τα δικά μου ή της μικρής, δεν υπήρχε ούτε άνθρωπος, ούτε ήχος, ούτε κατάσταση για να τον ξεκολλήσει. Εκτός από εμένα. Και τότε θα σταματούσε, αλλά θα τα κοιτούσε για λίγο, σαν να περίμενε το σύνθημα για να το ξανακάνει. Εάν δεν τον σταματούσα, δεν γνωρίζω για πόσες ώρες θα μπορούσε να συνεχίζει κολλημένος επάνω τους. Όταν, όμως, ήμασταν έξω, ο Χ γινόταν μέδουσα: διάφανος με όσους μιλούσα, έτοιμος να τσιμπήσει όποιον με πλησίαζε κάπως.

Αλλά εκείνο το Σάββατο το σαλιγκάρι δεν βγήκε.
Κοιμόταν στο ομόκεντρο καβούκι του, αποφεύγοντάς με.

Ούτε και η μέδουσα παρουσιάστηκε.
Εκεί που πήγαμε - το μέχρι να πάμε δεν χρειάζεται να το γράψω, είναι σαφές: ένα ψυχρό τυπικό τίποτα - πήγα μόνον εγώ. Εκείνος είχε αφήσει το σώμα του να με συνοδεύει, και όταν με κοιτούσε, η ματιά του έδειχνε ότι απουσίαζε, ότι κάπου ήταν χαμένος και έψαχνε.

Ήταν το πιο γελοίο και ψεύτικο βράδυ που περάσαμε μαζί.
Ήταν η ελεύθερη πτώση τού ό,τι πίστεψα αφ' ότου τελείωσε εκείνη η εβδομάδα.
Ήταν η απόλυτη απογοήτευση τού ό,τι αισθάνθηκα.

Εάν κάποιος μάς γνώριζε πριν, δεν θα μπορούσε να μας αναγνωρίσει εάν μας έβλεπε μετά. Φαινόμασταν αδιάφοροι, άγνωστοι μεταξύ μας, υποχρεωμένοι να μιλάμε και να χαμογελάμε με όλους, να λέμε τυπικά πράγματα ο ένας στον άλλον.

Φυσικά και φύγαμε νωρίς.
Όταν φτάσαμε στο αυτοκίνητο, έκλεισα την πίσω πόρτα που μου άνοιξε και, κοιτάζοντάς τον έντονα και αδιάθετα, άνοιξα την μπροστινή, κάθησα, και την έκλεισα πριν προλάβει να την αγγίξει. 'Ηταν δεδομένο και εμφανές ότι είχα φτάσει στα όριά μου, και ότι εάν δεν ξεκινούσε να μιλάει από μόνος του, εγώ δεν υπήρχε περίπτωση να παίξω τον ρόλο τού ανακριτή.

Ο ρόλος, όμως, που θα έπαιζα θα ήταν του ανακρινόμενου.
Και θα ήμουν κομπάρσος.

27.10.10

Pandora’s Box

Όταν μία σχέση - οποιουδήποτε είδους - προχωράει, βαθαίνει.
Όσο πιο γόνιμο είναι το έδαφος, τόσο πιο βαθιές οι ρίζες της.
Είναι η περίοδος εκείνη που οι άνθρωποι αλλάζουν.
Δεν είναι, όμως, πάντα "αλλαγή".
Κάποιοι το βλέπουν έτσι, αλλά τις περισσότερες φορές αυτό λέγεται "ανάδυση".

Το πρώτο επίπεδο – ας το πούμε έτσι – τής σχέσης, είναι τυπικό/αναγνωριστικό: Τι μας αρέσει, τι μας χαλάει, τι μας στενοχωρεί, με τι διασκεδάζουμε. Αργότερα - όταν αρχίζεις να γνωρίζεις καλύτερα κάποιον -, και σε δεύτερο επίπεδο, τον κατατάσσεις στην κατηγορία που ανταποκρίνεται: απλή κοινωνική επαφή, φιλική σχέση, προσωπική σχέση, καμμία σχέση.

Όταν περνάει ο καιρός με κάποιον, καταλαβαίνεις ποιος είναι ο πραγματικός του χαρακτήρας. Όσο κι αν έχει μάθει να υποκρίνεται, όσο δόλιος κι αν είναι, όσο ψεύτης, όσο οτιδήποτε, ο χρόνος είναι τόσο καλός αντιδραστήρας, που οτιδήποτε περνά το αναλύει εξονυχιστικά. Τα αποτελέσματα τής ανάλυσης είναι φύση αδύνατον να μην τα δεις, και από εσένα εξαρτάται το πως θα τα αξιολογήσεις - ακόμα κι αν τα ευρήματα είναι ψήγματα.

Κι εκεί έρχεται η λεγόμενη "αλλαγή". Αν εκείνος συνεχίσει να είναι όπως ήταν, σημαίνει ότι είναι αληθινός, και η σχέση αλλάζει διάσταση ως προς το βάθος. Αν «αλλάξει», δεν υπάρχει σχέση. Γιατί στην ανάδυση θα του βγουν κι άλλα, που μόνο υποστηρίζουν ό,τι σου έλεγε έως εκείνη την στιγμή. Στην αλλαγή θα του βγει ό,τι σου έκρυβε, και το μόνο που θα διαφέρει είναι το μέγεθος τής αντίθεσης τού "πριν" και του "μετά".

Για εμένα αυτό είναι και το σημείο που αρχίζω να εμπιστεύομαι. Μέχρι τότε ακούω. Δεν θα είμαι ποτέ καχύποπτη ή αρνητική – αλλά, απλώς, θα σε ακούω. Αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο στην επιρροή σου, γιατί δεν βρίσκω τι νόημα θα είχε διαφορετικά. 'Οπου με πας, θα πάω, δίχως επιφύλαξη. Έχοντας γνώση τού πόσο επιβλητική είμαι, του πόσο δεσποτική μπορώ να γίνω, δεν θέλω να κάνεις κάτι που θέλω εγώ. Θέλω να είσαι εσύ. Εμένα με αγαπάω. Εσένα δεν γνωρίζω. Και οι μίμοι είναι καλοί μόνο για να διασκεδάζεις με τα νούμερά τους. Όχι για να αντικατοπτρίζεις το "εγώ" σου, γιατί τότε λέγονται "τσιράκια", και τα τσιράκια δεν είναι άνθρωποι, είναι ανθρωπάκια. Και τα ανθρωπάκια δεν έχουν κανένα είδος αγάπης μέσα τους. Έχουν μόνον απελπισία.

Όταν η σχέση αλλάξει επίπεδο, εσύ - για εμένα - πρέπει να μείνεις ακέραιος. Εκείνη είναι η ώρα που θα σε κρίνω, η ώρα που θα πάρω τις αποφάσεις μου. Ό,τι και να έχεις κάνει πριν - ακόμα και κακό - δεν με πειράζει. Ακόμα και κάποιος να έρθει να μου πει "αυτός είναι έτσι", δεν θα τον ακούσω. Θα κρατήσω ό,τι μου πει, αλλά για μένα υπάρχεις μόνον εσύ, και η συμπεριφορά μου απέναντί σου πρέπει να είναι αυτή που είναι, αναλλοίωτη, γιατί ο κάθε άνθρωπος φέρεται ανάλογα με το ποιον έχει απέναντί του. Οπότε, εσύ μπορεί να είσαι ο μεγαλύτερος μαλάκας για τον κόσμο, αλλά εγώ να σε γουστάρω γιατί μου δίνεις/βγάζεις πράγματα, ή να είσαι ο καλύτερος άνθρωπος για τους άλλους, αλλά τι να σε κάνω όταν σε εμένα δεν λες τίποτα.


Μέχρι και λίγο πριν από το να αλλάξει αυτό το επίπεδο, μπορεί ο άλλος να κάνει 1.002 ηλίθια πράγματα. Όλα αυτά μπορεί να τα κάνει για 1.000.000 λόγους όταν δεν σε ξέρει καλά, οπότε πρέπει να δικαιολογείς, να προσπαθείς να καταλάβεις, να καταβάλλεις προσπάθεια για να μάθεις τις αντιδράσεις του. Όταν φτάσει να σε μάθει, και συνεχίζει, σημαίνει ότι μάλλον έχεις κάνει λάθος επιλογή, σταματάς τα πάντα και αποχωρείς. Γιατί όταν έρχεται το δεύτερο επίπεδο, και εκείνος δεν μπορεί πλέον να υποστηρίζει ό,τι σου παρουσίαζε, σημαίνει ότι άλλαξε. Όταν, όμως, ενισχύει ό,τι έκανε και ό,τι έλεγε, τότε σημαίνει ότι σου ανοίγεται, ότι η σχέση βαθαίνει, και τότε κι εσύ αφήνεσαι, όχι για να σε πάει εκείνος αλλά για να πάτε μαζί. Και για να πας με κάποιον μαζί, πρέπει να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σου με την ακεραιότητά του.

Όταν έφυγε ο Χ, αισθανόμουν 100% ελεύθερη. Δεν είχα ξαναγνωρίσει αυτό το συναίσθημα. Να μπορώ να είμαι 100% ο εαυτός μου. Πόσοι μπορούν να το κάνουν αυτό στην σχέση τους; Και όχι μόνο να είμαι 100% εγώ, αλλά αυτό που είμαι ο άλλος να το λατρεύει. Σταμάτησαν οι δισταγμοί, σταμάτησαν οι ενοχές. Είχα φτάσει σε ένα επίπεδο που ποτέ δεν είχα ξεπεράσει.

Εάν η ντόπα στους vanilla είναι το να σκέφτονται πράγματα ονειρικά ή ρομαντικά ή δεν ξέρω τι άλλο, και με αυτά να φτιάχνονται, ας σκεφτεί κανείς πως είναι όταν τα πράγματα που ζεις μέσα σε μία σχέση Εξουσίας/υποταγής είναι σκληρά, είναι τετράγωνα, συμβαίνουν, όταν είσαι ρεαλιστής, πόσο περισσότερο νοιώθεις φτιαγμένος.

Ο Χ δεν έτρεφε αυταπάτες για το ποια ήμουν. Ούτε για το ποιος ήταν. Και όχι μόνον αυτό. Μπορούσε να βγαίνει από την κατάστασή μας την ίδια. Μπορούσε να αποστασιοποιείται. Να κοιτάζει την σχέση μας από μακριά, και να βλέπει τα πράγματα ως είχαν. Στις μεταξύ μας συζητήσεις δεν υπήρχαν παρερμηνείες. Μπορεί πολλές φορές να μην προλάβαινα να ολοκληρώσω την φράση μου για κάτι, αλλά εκείνος δεν έπεφτε ποτέ έξω σε ό,τι ήθελα να πω. Δεν υπήρχαν υπονοούμενα. Ούτε φανταστικές καταστάσεις. Λειτουργούσαμε στο παρόν, όσο περίεργο/σκληρό/πρωτόγνωρο κι αν ήταν. Κι αυτό για εμένα ήταν δεδομένο. Για εκείνον ήταν ένα μάθημα που ήθελε πολύ να πάρει, και να είναι άριστος όταν ερχόταν η εξεταστική.

Και όταν μία σχέση φτάνει στο σημείο να λειτουργεί και χωρίς λέξεις, όταν μία και μόνο ματιά είναι αρκετή για να καταλάβεις ό,τι ο άλλος θα έπρεπε να εξηγήσει, σημαίνει ότι είσαι εκεί, ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, είτε τα είχες φανταστεί είτε όχι. Κι αν κάτι έκανε τον Χ ιδανικό σκλάβο για εμένα, ήταν το ότι ενώ μπορούσε να είχε στο μυαλό του 1.000 πράγματα πριν με γνωρίσει, όταν έγινε δικός μου σκλάβος το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει ό,τι είχα σκεφθεί εγώ. Και όχι μόνο δεν ήθελε να συζητήσει τι ήταν αυτά, έβλεπες ότι ερχόταν και σε πολύ δύσκολη θέση. Ο μόνος τρόπος για να μάθω εάν κάτι δεν πήγαινε καλά, ήταν να ρωτάω σε ανύποπτο χρόνο "Εχουμε κάνει κάτι μέχρι σήμερα που δεν θα έπρεπε; Που, εάν γύριζε ο χρόνος πίσω, θα το αλλάζαμε;". Και πάντα - πάντα, όμως - κουνούσε το κεφάλι του έντονα αρνητικά, και η απάντησή του ήταν "Αν ήθελα να γυρίσει ο χρόνος πίσω, δεν θα ήταν για να διορθώσουμε, αλλά για να τα ξαναζήσω", και μετά έσκυβε το κεφάλι, και μου φιλούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του: μαλλιά, μάγουλα, χέρια, στήθος, κώλο, πόδια.

Αν η Αφέντρα έχει μόνο μία υποχρέωση, είναι να ψάχνει τον σκλάβο μέσα του.
Οι εξωτερικές πληγές επουλώνονται.
Αν χάσεις έστω και μία εσωτερικά, μία μέρα θα χάσεις τον σκλάβο σου.

Και καμμιά φορά, οι ερωτήσεις δεν είναι αρκετές.