19.4.10

3.000 Views For BDSM BéBé

18.4.10

Practice Makes Perfect

Ο κάθε χώρος εργασίας, είναι ένας μικρόκοσμος.
Στον μικρόκοσμο της επιχείρησης που με προσέλαβε, στελέχη ήταν η υπεύθυνη η οποία έκανε την πρόσληψη - με μία τεράστια γλώσσα για το γλύψιμο της ιδιοκτησίας -, δεξί της χέρι ένα ψώνιο του κερατά που ήταν ο Don Juan-είμαι πολύ γκόμενος-θέλεις να σε γαμήσω;, η ανασφαλής καλοκάγαθη ξανθιά με το χοντρό πελατολόγιο - με την οποία σφάζονταν με τα βαμβάκια κάθε μέρα -, η Γαλλίδα που είχε έρθει από την μαμά-εταιρεία και την είχε δει παντογνώστης και ως τέτοιος κυκλοφορούσε στους διαδρόμους χωρίς να μιλάει σε κανέναν, μία άχρωμη/άοσμη/άγευστη που όλοι την αγνοούσαμε γιατί μάλλον αυτό ήθελε κι εκείνη, και η γραμματέας που δεν ήξερε γιατί είχε μουνί.

Κι εγώ.
Εγώ, ανέλαβα έναν τομέα που είχε αποδεκατιστεί από την προηγούμενη, και μου είχε ξεκαθαριστεί ότι υπήρχαν λίγες πιθανότητες να κάνω πελατολόγιο, οπότε να μην με ένοιαζε. Ό,τι καθόταν κι ας καθόμουν. Δεν τους ένοιαζε.
Ένοιαζε, όμως, εμένα.

Αν έγραφα ό,τι ήθελα για την εμπειρία μου, θα έπρεπε να κάνω άλλο ένα blog.
Το μόνο που μπορώ να πω, είναι ότι ήταν από τις καλύτερες περιόδους της ζωή μου, by far κι ακόμα παραπέρα. Πέρασα 5 δημιουργικούς μήνες, κατά το διάστημα των οποίων, τελειοποίησα την Νανά, περνώντας την από 10δες test κάθε μέρα. Και ήταν ωραία, γιατί εγώ ζούσα κάτι που μου λείπει: συναδέλφους. Ανθρώπους να συναναστρέφομαι στον ίδιο χώρο εργασίας, να είμαστε όλοι υπάλληλοι, να μιλάμε, να γελάμε, να τσακωνόμαστε, να θάβουμε όποιον δεν μας άρεσε, να πειράζουμε όποιον είχε κάνει μαλακία, να κάνουμε δώρα ο ένας στον άλλον.

Και όλα αυτά, γιατί μέσα σε 5 μήνες, εντελώς φυσικά, έγινα αυτή που ήθελα να γίνω.
Μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, κατάλαβα ότι η Κυρίαρχος μέσα μου, δεν θα κρυβόταν ποτέ. Γιατί δεν το ήθελα πραγματικά. Και το κατάλαβα μέσα από εκείνη την δουλειά. Έκανα αυτά που έπρεπε να κάνω, αλλά όλοι μπορούσαν να δουν τι πραγματικά είμαι. Μόνο που πλέον, είχα μάθει πολλές γλώσσες για να κρατώ τους λάθος ανθρώπους σε απόσταση και να μην με πλησιάζουν.

Και αυτό το κατάλαβα, όταν μία μέρα είπα στην ξανθιά ότι μάλλον κάτι δεν θα το κατάφερνα, και η απάντησή της ήταν: "Έλα, Νανά! Εσύ δεν θα τα καταφέρεις; Εσύ μας δουλεύεις όλους ψιλό γαζί!". Την πλησίασα και την ρώτησα παραξενεμένη: "Εννοείς ότι σας κοροϊδεύω;". Και είπε: "Όχι. Αλλά αν θελήσεις, δεν θα το καταλάβει κανείς".

Μέχρι να φύγω, με φώναζαν όλοι "Αφεντικό".
Πολύ λίγη σημασία έδιναν στην υπεύθυνη, και έρχονταν να μου πουν ότι αν γίνει συνάντηση να συμφωνήσω για να με προτείνουν για την θέση της. Ο Κυριαρχικός μου χαρακτήρας, μέσα σε μία δομή με πολλούς ανθρώπους, όχι μόνο δεν κρύφτηκε, αλλά άνθισε.

Μέσα σε 5 μήνες, η υπεύθυνη - που είχε άγνοια για τις προθέσεις των υφιστάμενών της -, με παρακαλούσε να αφήσω το βιβλίο, για να κουτσομπολέψουμε στο γραφείο της - στο γραφείο που δεν έβαζε κανέναν, ούτε για δουλειά. Η ξανθιά μιλούσε για εμένα στο πελατολόγιό της με τα καλύτερα λόγια, κι όταν την ρώτησα γιατί το κάνει, πως αισθάνεται ασφαλής όταν μπορεί να κινδυνεύει, μου απάντησε "εσύ δεν θα το έκανες ποτέ αυτό", με σιγουριά. Ο Don Juan του κώλου - αφού προσπάθησε να με ρίξει και εισέπραξε ένα "Θέλεις να σε γαμήσω εγώ; Μου είναι πιο εύκολο", μπροστά σε όλους -, κοκκίνιζε κάθε φορά που τον φώναζα "Γιαννάκηηη...;", έτοιμη να του την πω. Η Γαλλίδα ήταν κάθε μέρα με το "J' adore, Νανά!" στο στόμα, κάνοντάς τους όλους να ψάχνουν τους καφέδες της, μήπως της έριχνα κάτι μέσα. Την άχρωμη/άοσμη/άγευστη, ποιος την γαμούσε; Μάλλον κανείς. Όσο για την γραμματέα, πρόλαβα να της λύσω τα μισά σεξουαλικά της προβλήματα, και στα μάτια της ήμουν το λιγότερο θεά, γιατί με έβρισκε πολύπλοκη και διεστραμμένη - διότι το πρώτο που της έλεγα όταν έμπαινα αγουροξυπνημένη, με την θεϊκή αυτή φωνή του νταλικέρη, ήταν: "Γκόμενο, βρήκες;" κι όταν χαμογελούσε σαν βλαμμένο και κοκκίνιζε μέχρι τα αυτιά, της έλεγα "Όπου τον βρεις, ρίξ'του ένα χαστούκι. Πες του 'από την Νανά'. Θα σου κάτσει".

Για κάποιον λόγο, όμως, ήξεραν ότι θα έφευγα μία μέρα.
Υπήρξαν πολλές σπόντες, τις οποίες απέφευγα με άνεση. Έδινα όλο το βάρος στο δικό μου πελατολόγιο, το οποίο και δημιούργησα από το μηδέν. Φυσικά, με τις ξένες γλώσσες μου σε πρώτο πλάνο. Ώσπου κάποια στιγμή, ζήτησε να με δει η αντιπρόσωπος της εταιρείας στην Ελλάδα. Όταν μπήκαμε στο γραφείο που πάντα ήταν κλειδωμένο, το πρώτο πράγμα που μου είπε, ήταν: "Θέλω να μάθω, πως ένας άνθρωπος που έρχεται να ζητήσει δουλειά, φέρνει το βιβλίο μαζί του σαν να μην τον ενδιαφέρει, και μέσα σε λίγο διάστημα καταφέρνει να γίνει φίλος με όλους, και να κάνει τους πελάτες να τρέχουν από πίσω του ακόμα και για τα προσωπικά τους, σαν να παίζει τον μαγικό αυλό. Μπορείς να μου το εξηγήσεις;".

Δεν απάντησα.
Στενοχωρήθηκα. Ή, μάλλον, λυπήθηκα. Γιατί αυτό που είχα να κάνω, είχε φτάσει στο τέλος του. Με επιτυχία. Αλλά είχε τελειώσει.

Μου μίλησε για αύξηση, για προαγωγή, να πάω σε ένα άλλο υποκατάστημα ως υπεύθυνη για να αυξήσω κι εκεί το πελατολόγιο, και δεν θυμάμαι τι άλλο. Γιατί δεν άκουγα. Έβλεπα το στόμα της να ανοιγοκλείνει, αλλά δεν ήθελα να ακούσω. Ό,τι έλεγε, στα δικά μου αυτιά έφτανε ως μία λέξη, επαναλαμβανόμενη: "Τέλος".

Το βράδυ που πήρα την απόφαση να φύγω, δεν έκλεισα μάτι.
Είχα σκεφτεί να πάω πολύ νωρίτερα, να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω πριν έρθουν οι άλλοι, αφήνοντας μία επιστολή. Κι αυτό, γιατί όσες φορές προσπάθησα να έρθω σε σύγκρουση με την υπεύθυνη, όλοι έπαιρναν το μέρος μου και τελικά δεν μπορούσε να βγει τίποτα. Δεν έγινε, όμως, έτσι. Η ολονύκτια αϋπνία μου, είχε ως αποτέλεσμα να φτάσω τελευταία. Μέσα στο ταξί, ήξερα ότι δεν θα έδινα παράταση για την άλλη μέρα.

Θεωρώ ότι η είσοδός μου, ήταν η ίδια, όπως κάθε φορά.
Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, τι ήταν αυτό που τους έκανε να καταλάβουν. Όταν μπήκα στο γραφείο μου, το πρώτο πράγμα που άκουσα, ήταν: "Δεν πιστεύω να φεύγεις...;", από την ξανθιά. Γύρισα να την κοιτάξω, και δεν της απάντησα. Έφυγε γρήγορα, και μετά από λίγα λεπτά, ξανάνοιξε την πόρτα, ώσπου ο ερωτύλος - ερχόμενος από πίσω της -, την άνοιξε διάπλατα, σπρώχνοντάς την από μπροστά του. "Τι έγινε;! Φεύγεις;! ". Με γυρισμένη την πλάτη, τους απάντησα ότι εφ' όσον η αποχώρησή μου κατάφερε να τους ενώσει, εγώ δεν είχα καμμία άλλη δουλειά εκεί πλέον.

Δεν γέλασε κανείς.
Βγαίνοντας με τα πράγματά μου από το γραφείο, είδα την άχρωμη/άοσμη/άγευστη να με κοιτάζει με παράπονο, και στάθηκα για λίγο να την κοιτάξω καλά, μήπως με γελούσαν τα μάτια μου. "Εσύ τι ζόρι τραβάς, ρε κοπελιά;", την ρώτησα. Μπήκε στην κουζίνα. Κατεβαίνοντας στην υποδοχή, έδωσα 5 φακέλους στην ανοργασμική. "Δώσε αυτά, σε παρακαλώ, στους παραλήπτες. Το ένα είναι για εσένα." Και τότε άκουσα το χειρότερό μου: "Νανά, μην φεύγεις...". Προσπάθησα πολύ για να συνέλθω. "Βαρέθηκα να σε περιμένω να βρεις γκόμενο. Πάω στην πλατεία, μήπως βρω κανέναν να τον χαστουκίσω, και θα σ' τον φέρω".
Κι έφυγα.

Στην πλατεία, όμως, είδα την Γαλλίδα, η οποία ερχόταν με σαφή καθυστέρηση όπως πάντα, με τον καφέ της από το σωστό μαγαζί όπως πάντα. Μόνο που δεν περπατούσε. Είχε σταθεί, ανάμεσα στον κόσμο που την προσπερνούσε, με τον καφέ στο χέρι και περίμενε να κατέβω μέχρι εκεί. Την πλησίασα αργά και της χαμογέλασα, βγάζοντας τα γυαλιά. Δεν πρόλαβα να πω καμμία χαζομάρα. "Φεύγκει, Νανά;" "Η Νανά δεν φεύγκει. Εσύ άργκησε πάλι". Έπεσε στην αγκαλιά μου και άρχισε να λέει διάφορα στα γαλλικά. "Συγγνώμη. Με βρίζεις;", προσπάθησα να την πειράξω. "Ποιος είπε φεύγκει Νανά, α; Ποιος; Εγκώ πάει εκεί ρωτήσω. Ποιος, α; Alors! Πάμε μαζί!". Άρχισε να με τραβάει, αλλά εγώ είχα μείνει ακίνητη. Της έπιασα το χέρι που με τραβούσε, και γύρισε να με κοιτάξει. Της χαμογέλασα και της ένευσα αρνητικά. Και τότε έβαλε τα κλάμματα.

Αν ο χρόνος γύριζε πίσω, εκείνη η περίοδος ήταν μία εποχή που θα ήθελα να ξαναζήσω.
Πέρα από το ότι κατάφερα να αναπτύξω τις ικανότητές μου σε σχέση με την δουλειά μου, σε σχέση με τους συναδέλφους μου, σε σχέση με τους πελάτες μας, κατάφερα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα μέσα μου και να κατανοήσω. Τον εαυτό μου, το πόσο μεγάλη θέληση έχω, το πόσο αγαπάω τους ανθρώπους που το αξίζουν, το πόσο θέλω να είμαι εγώ. Βρήκα τα λάθη μου και τα διόρθωσα. Με βοήθησαν γνωστοί και άγνωστοι, εν γνώσει ή εν αγνοία τους.

Το σπουδαιότερο όλων, ανακάλυψα ότι, ουσιαστικά, ο κάθε άνθρωπος βλέπει στον άλλον αυτό που θέλει να δει. Διότι εγώ έδειχνα και το ποια είμαι και μιλούσα στην γλώσσα τους. Έτσι, μπορούσαν να δουν και την έμφυτη και την επίκτητη προσωπικότητά μου. Και ήταν δική τους η επιλογή. Γιατί, διάολε, ήταν εμφανές. Όταν μία μέρα με είχαν σταματήσει μπροστά σε έναν καθρέφτη, με κοιτούσα την ώρα που έλεγα τις μαλακίες μου, και έλεγα στον εαυτό μου: "Διάολε... Πως σε πιστεύουν...; Είναι αυτή μούρη που σε πείθει, πως αυτό που λέει το πιστεύει; Μα, είναι ηλίθιοι;"

Όχι.
Κανείς δεν είναι ηλίθιος. Όλοι επιλέγουν να είναι ηλίθιοι. Και να καταλαβαίνουν ό,τι θέλουν. Οπότε εγώ μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, αρκεί να έλεγα τα σωστά λόγια στα αυτιά αυτών που ήθελαν να ακούσουν κάτι συγκεκριμένο. Δεν τους ένοιαζε η φάτσα μου που έλεγε εν ταυτώ "Λέει ψέματα! Λέει ψέματα!".

Τα πράγματα ήταν απλά.
Παραμύθια ζητούσαν αυτοί που ήθελαν να κοιμηθούν.
Κοιμάται αυτός που θέλει να ξεχάσει.
Αυτός που θέλει να ξεχάσει ψάχνεται για να ονειρευτεί.

Και για να ονειρευτεί, πρέπει κανείς να κλείσει τα μάτια.
Κι εγώ ζητούσα ανθρώπους που δεν θα χόρταιναν να με βλέπουν.

16.4.10

If It’s To Be, It’s Up To Me

Εάν δεν έκανα την δουλειά που κάνω - την οποία αγαπάω πολύ και ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο από παιδί ότι θα έκανα - η ιδανική δουλειά για εμένα, θα ήταν να ήμουν βιβλιοθηκάριος.

Βιβλιοθηκάριος, με τόνους βιβλία που ανανεώνονται διαρκώς, και ένα πλήθος ατόμων για γνωριμίες. Φυσικά, θα ήμουν η υπεύθυνη των πάντων: από το υλικό/διαστάσεις των ραφιών, τον φωτισμό της αίθουσας, την αρχειοθέτηση των βιβλίων, μέχρι τις ταυτότητες των μελών.

Δεν θα είχα καλύτερο
.
Διαφορετικά, δεν θα μπορούσα μέσα σε τέσσερις - και ίδιους - τοίχους
. Θα συζητούσα όλη μέρα για διάφορα θέματα, θα κρυφάκουγα συζητήσεις που δεν θα με αφορούσαν αλλά θα έπαιρνα πράγματα από το μυαλό του καθενός, που δεν θα είχε φανταστεί ότι θα με ενδιέφεραν.

Όταν ήρθε η ώρα να πάρω το Doctorat, επέλεξα το στόμα του λύκου.
Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα με προσελάμβαναν, όχι γιατί δεν ήξερα την δουλειά μου, αλλά γιατί πήγα στο ραντεβού με φόρμα, αθλητικά παπούτσια, κι ένα T-shirt που έγραφε "Barbie Is A Bitch".

Η τύπισσα στην υποδοχή - μία ανοργασμική μυξοπαρθένα με τον κότσο της γιαγιάς μου -, έπαθε πολιτισμικό σοκ, με διαβεβαίωσε ότι θα ειδοποιήσει την υπεύθυνη, και μου πρότεινε να καθήσω. Πιθανόν να νόμιζε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος, γιατί όταν κάθησα αναπαυτικά στον καναπέ, κι έβγαλα το βιβλίο από την τσάντα, την έπιασα να έχει κολλήσει το βλέμμα της επάνω του.
-Συμβαίνει κάτι;, την ρώτησα ευγενικά.
Δεν απήντησε.

Στη συνέχεια - και αφού προφανώς είχε δώσει σήμα στους άλλους, ότι κάποιο φρικιό που είχε την αξίωση να προσληφθεί, είχε βυθιστεί στο διάβασμα πάνω στον καναπέ τους -, άρχισε να παρελαύνει από μπροστά μου όλο το προσωπικό. Τους έβλεπα με τις άκρες των ματιών μου να κρυφοκοιτούν περίεργοι και να κάνουν αδιόρατα νεύματα μεταξύ τους, κι αυτοί επίσης σοκαρισμένοι. Κρατήθηκα. Δεν γέλασα.

Πιο σοκαρισμένη από όλους, φάνηκε η υπεύθυνη, όταν η της υποδοχής έδειξε προς το μέρος μου.
Στάθηκε λίγο, με κοίταξε, και πλησίασε σχεδόν φοβισμένη.
-Είστε για την συνέντευξη;, ρώτησε επιφυλακτικά.
-Μάλιστα, της απάντησα ευγενικά, καθώς σηκωνόμουν και της προέτεινα το χέρι.
Ανεβήκαμε στο γραφείο της.
Με ρώτησε αν θέλω κάτι, της είπα όχι γιατί δεν έχω χρόνο, με ρώτησε αν θα πάω κάπου μετά.
-Ακούστε, της είπα σοβαρά. Πρέπει να βρω δουλειά. Κι όταν λέω πρέπει, πρέπει. Μετά από εσάς πρέπει να πάω σε μία άλλη συνέντευξη (ψέμα), και πρέπει να περάσω από το σπίτι να αλλάξω. Βλέπετε, ήρθα από περίπατο σε εσάς (ψέμα).

Να έκαψε μερικούς νευρώνες; Μπορεί.
-Από περίπατο...;, χαμήλωσε την φωνή της.
-Μάλιστα, της χαμογέλασα. Με πήραν αργά εχθές το απόγευμα και μου ανακοίνωσαν την σημερινή μας συνάντηση (αλήθεια). Και είχα κανονίσει ήδη για τον περίπατο.
Δεν ήξερε πως να το χειριστεί; Μπορεί.
Ξεκίνησε να ρωτάει τα τετριμμένα, της απαντούσα σε όλα, ενώ μέσα μου είχα τύψεις - δεν αλλάζει εύκολα ο άνθρωπος, χαρά μου... - επειδή είχα αρχίσει να την φλομώνω από την αρχή. Όταν, όμως, μπήκαν και βγήκαν διάφοροι - που βάζω στοίχημα, έμπαιναν μόνο και μόνο για να δουν τον σχεδόν σίγουρο εμπαιγμό μου -, και άκουγα τι έλεγε στον καθένα, καθώς και στα τηλέφωνα που σήκωνε, ησύχασα. Έκανα το σωστό.

Και κάπου εκεί, ξεκίνησε η μονομαχία του απόλυτου δουλέματος.
Την δουλειά μπορεί να μην την έπαιρνα - αν και θα ήταν κρίμα, γιατί προσφέρονταν για τρομερή εξάσκηση -, αλλά θα ακόνιζα λίγο τα παραμύθια μου και θα έβλεπα αν μου έβγαζαν έστω ένα interview. Η υπόθεση, λοιπόν, ήταν, μέχρι που ήμουν ικανή να κρατήσω το ενδιαφέρον ενός ανθρώπου που πουλούσε παραμύθια, για το δικό μου παραμύθι.

Στο τέλος της συνέντευξης - που ανάθεμα αν ρώτησε όλα αυτά που έπρεπε - μου ανακοίνωσε περιχαρής, ότι δεν θα πάω σπίτι να αλλάξω, γιατί δεν χρειαζόταν να πάω στο επόμενο interview. Όχι μόνο είχα πάρει την θέση, αλλά ήθελε να καθήσω κι άλλο "να τα πούμε".(...) Βγήκε ενθουσιασμένη από το γραφείο, χωρίς να κλείσει καλά την πόρτα. Σηκώθηκα λίγο, την έσπρωξα με το χέρι να ανοίξει τελείως, για να βλέπω. Άναψα τσιγάρο, και την παρακολουθούσα να ξεπετάει τις υποθέσεις της για να γυρίσει γρήγορα πίσω.

Σύντομα ήρθαν καφέδες, μου είπε για την δουλειά, με ξενάγησε στους χώρους, κάναμε κανά πακέτο τσιγάρα, και γελούσαμε σαν να ξερενόμασταν από παλιά. (...) Η αλήθεια είναι, ότι είχα αρχίσει να ανησυχώ. Τόσο ψέμα, τόσο καλοδεχούμενο; Διάολε! Πόσο καλή είχα γίνει και δεν το ήξερα;! Εγώ της έλεγα ό,τι μαλακία μου ερχόταν στο μυαλό, κι εκείνη έκανε βουτιά για να την πιάσει. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

Το προσωπικό άρχισε να παρανοεί κι εκείνο.
Εκεί που ήταν σαν κώλοι με αιμορροΐδες, έρχονταν να με γνωρίσουν, να συστηθούν, να πουν κάτι αστείο. (...) Μιλάμε, για την απόλυτη παράνοια... Υποθέτω, πως θεώρησαν ότι είμαι καμμιά εκκεντρική τύπισσα από κάπου σπουδαία, που το έχει ξανακάνει αυτό πολλές φορές, ότι είμαι guru στο αντικείμενό μου κι έτσι εξηγείτο το ότι με προσέλαβαν αντί να με πετάξουν σηκωτή στα πεζοδρόμια.

Και τότε, ήρθε ο Goethe στο μυαλό μου.
Κατέληξα στο τρομακτικό συμπέρασμα, ότι εγώ είμαι ο καθοριστικός παράγοντας. Η ιδιαίτερη προσέγγισή μου δημιουργεί και το κλίμα. Η καθημερινή μου διάθεση διαμορφώνει τον καιρό. Κατέχω την δύναμη να κάνω την ζωή άθλια ή γεμάτη ευτυχία. Μπορώ να αποτελέσω εργαλείο βασανισμού ή μέσο έμπνευσης. Μπορώ να ταπεινώσω ή να κατευνάσω, να πληγώσω ή να θεραπεύσω. Σε οποιαδήποτε περίσταση, η δική μου αντίδραση καθορίζει αν μία κρίση θα κλιμακωθεί ή θα αποσοβηθεί, αν κάποιος θα απανθρωποποιηθεί.

Το Doctorat, ήταν στο χέρι μου.

15.4.10

Speak Softly And Carry A Big Stick

Για την φωνή μου, τα 'χουμε ξαναπεί.
Δεν την λες και γυναικεία.
Αλλά τι να κάνουμε.
Αυτήν έχουμε.

Την ημέρα που ήμασταν καλεσμένες σε τραπέζι μίας φίλης που γιόρταζε, και θα γινόταν έξω, τα μουρλοκομεία οι φίλες μου, είχαν την φαεινή ιδέα να της πάρουμε κάτι "ιδιαίτερο" από ένα sex shop. Εκείνες ήθελαν να κάνουμε την διαφορά, κι εγώ δεν είχα καμμία αντίρρηση. 'Ηταν ένα πολύ ωραίο σκοτεινό απόγευμα του χειμώνα, φυσούσε τρελός βοριάς, και ήμουν μες στην τρελή χαρά. Φτάσαμε σε ένα σκατομάγαζο, κι όπως ξεκίνησα για να μπω, κάποια με έπιασε από το χέρι.

-Νανά...
-Λέγε.
-Τώρα που θα μπούμε, να πεις εσύ τι θέλουμε..., με κοιτούσαν όλες λες και ήταν συνεννοημένες - που ήταν...
-Γιατί;, τις κοιτούσα μία-μία, ενώ εκείνες χαμήλωναν τα μάτια.
-Εσύ θα τους ψαρώσεις με αυτή την φωνή... Να μην νομίζουν τίποτα άλλο, που είμαστε τόσες γυναίκες...
-Τι να νομίζουν; Είστε καλά; Κατ' αρχήν τι θέλουμε; Ξέρουμε;
-Κάτι..., προσπάθησε να περιγράψει η μία.
-"Κάτι"..., την κοίταξα εκνευρισμένη. Και θα πάω σε αυτούς να τους πω "θέλουμε κάτι"... Και θα ψαρώσουν με τη μία... Δε μου γαμιέστε όλες; Προχωράτε!

Μπήκα πρώτη, με το παρθεναγωγείο να ακολουθεί κατά πόδας.
Γύρισα, τις κοίταξα, και, αυτομάτως, τα βλέμματά τους περιπλανήθηκαν ακαθόριστα στο εσωτερικό.
-Ξεκολλάτε από πίσω μου, μη σας πάρει ο διάολος, τους είπα χαμηλόφωνα. Μου ήθελε ο κώλος σας και sex shop... Δεν κοιτάτε τα χάλια σας... Σκορπιστείτε, λέμε.
Και που το είπα; Εγώ πήγαινα από stand σε stand, κι εκείνες όλες μαζί απέναντι, σαν να τις είχαν δέσει με ένα αόρατο σχοινί, κομπολόϊ. Που και που μού έριχναν και καμμιά ματιά, σαν να φοβούνταν μήπως το σκάσω. Φυσικά γελούσαν με ό,τι έβλεπαν, μου έκαναν σινιάλα με κάτι πλαστικές υπερμεγέθεις γροθιές, αλλά όταν κάποιος πλησίαζε προς το μέρος τους, πήγαιναν πιο πέρα σαν χταπόδι.

Αφού βρήκαν κάτι σαχλό, περίμεναν να πάω εγώ στο ταμείο για τον λογαριασμό.
Εφ' όσον δεν είδα κάτι που να μου αρέσει ούτε στο ελάχιστο, προχώρησα στο μέρος τους, παίρνοντας αυτό που είχαν διαλέξει από το χέρι που το κρατούσε. Αμέσως την έκαναν για το αυτοκίνητο, χωρίς να πουν κουβέντα. Ξεφύσηξα. Όπως περίμενα την σειρά μου - έχοντας μπροστά μου έναν μαλάκα, που είχε ένα βουνό από DVD μες στην λίγδα, και είχε κάτσει να το σκεφτεί ανακατεύοντάς τα... - κοίταζα γύρω μου, προσπαθώντας να μην του ρίξω κλωτσιά στην κλείδωση, να σωριαστεί, να πληρώσω, να τελειώνουμε.

Τίποτα, όμως, δεν είναι τυχαίο.
Αριστερά - στα ράφια με τα DVD, που δεν είχα κάνει τον κόπο... -, κρεμόταν ένα μικρό riding crop... Δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από 50cm, αλλά είχε αρχίσει να μιλάει: "Πάρε με... Είμαι εδώ, γιατί σε περίμενα... Και δεν ήθελα να με πάρει κανείς άλλος... Είμαι μικρό, αλλά είμαι πολύ ωραίο... Μαύρο... δερμάτινο... Δεν κοστίζω πολλά... Είμαι μόνο μου... Σου ταιριάζω... Και θα είμαι καλή παρέα... Θα με αγαπήσεις... Θα δεις... Πάρε με..", προσπαθούσε να με ψήσει.

Μιλούσε.
Αλλά δεν πρέπει να έβλεπε.
Γιατί εγώ είχα γίνει κάρβουνο.

Με ένα ελαφρύ μειδίασμα, πλησίασα τα ράφια. Εκείνη την στιγμή, ερχόταν προς το μέρος του κι ένας τύπος - προφανώς για τα DVD. Ένα βήμα πριν τα ράφια, τον σταμάτησε το βλέμμα μου. Το οποίο έλεγε - σε άπταιστο τσαμπουκά - "έχεις μείνει εκεί που είσαι...". Ο τύπος έμεινε, εγώ έστρεψα το βλέμμα μου στο riding crop Μου, και όλοι παραμείναμε ήσυχοι. Επόμενος σταθμός, το ταμείο. Παίζοντας το riding crop Μου στα χέρια, ρώτησα ευγενικά τον μαλάκα με τα DVD: "θέλετε να φύγετε από το ταμείο;", κοιτάζοντάς τον αθώα. Εκείνος γύρισε, με κοίταξε ψιλοξαφνιασμένος, και πριν προλάβει να πει κάτι, κοίταξε το riding crop Μου. Δεν ξέρω τι ήθελε να πει, αλλά το μόνο που ακούστηκε ήταν ένα μουρμουρητό, προτού μαζέψει το stuff με το οποίο θα έπρεπε να έπαιζε το πουλί του για κάνα μήνα, πριν το βαρεθεί.

Βγήκα, με τον αέρα να φυσάει μανιασμένα.
Δεν με ένοιαζε ούτε που μου χαλούσε τα μαλλιά, ούτε που οι άνθρωποι με κοιτούσαν καλά-καλά με το riding crop Μου στο χέρι. Ήμουν ερωτευμένη. Τέλος. Μπήκα στο αυτοκίνητο, οι φίλες μου έκαναν πλάκα μέχρι που άρχισα να τις χτυπάω - και μαζεύτηκαν... -, πήγαμε στο τραπέζι, φάγαμε, κάποιοι έφαγαν και λίγο από εκείνο - για πλάκα, είπαμε... -, γύρισα στο σπίτι, και από τότε, αυτό το μικρό riding crop, είναι μαζί μου. Όταν φεύγω εκτός, πάντα θα το τυλίξω με ένα κομμάτι μαύρο βελούδο, και θα μπει κι αυτό μαζί με τα πράγματά μου.

Είναι το δεξί μου χέρι.
Ή, μάλλον, η επέκτασή του. Είναι η άγρια χαρά μου, η απόλυτη παρέα μου, ο πιστός μου ακόλουθος. Όταν πεθάνω, μπορεί να με κάψουν γυμνή, μπορεί να με κάψουν αχτένιστη, μπορεί να με κάψουν χωρίς μακιγιάζ - που αν συμβεί έστω και ένα από αυτά, ο υπεύθυνος θα έχει την κατάρα μου μέχρι να ψοφίσει, το καθίκι -, αλλά θα με κάψουν μαζί με αυτό.

Γιατί είναι Εγώ.-

14.4.10

Pervert? Aren’t We All...

Το ότι δεν μου άρεσε το S/M, δεν ήταν επειδή το έβρισκα ανώμαλο.
(Κι αν ο ορισμός του "ανώμαλου" είναι το μη συνηθισμένο, τότε ναι χαρά μου, ήμουν ανώμαλη).
Ήταν επειδή δεν με εξέφραζε αυτό που έβλεπα κι αυτό που μου έλεγαν ότι είναι.

2 εκεί, που ξεσπούν ο ένας επάνω στον άλλον.
Βγάζουν τα απωθημένα τους. Σκοτώνονται κάθε φορά που συναντιούνται. Μισεί ο ένας τον άλλον. Τον ίδιο του τον εαυτό. Το φύλο του. Ό,τι είναι. Γιατί αυτό δεν ήταν ανωμαλία. Αυτό ήταν psycho. Κι εγώ μπορεί να ήμουν 1.002 αλλά όχι psycho, χαρά μου.

Δεν είχα ούτε οργή, ούτε θυμό, ούτε απωθημένα, ούτε τίποτε άλλο.
Και το κυριότερο: δεν μισούσα τον εαυτό μου. Ούτε τους άνδρες. Ήμουν μια χαρά άνθρωπος. Φυσικά, και θα νευρίαζα, θα έβριζα, θα θύμωνα, αλλά θα είχα κάποιον λόγο. Και τον λόγο αυτόν θα τον ζητούσα από εκείνον που έφταιγε. Όχι από τον άνθρωπο που θα είχα δίπλα μου. Οπότε, σίγουρα δεν είχα σχέση με το S/M. Το γεγονός ότι ήμουν τρελή φετιχίστρια, δεν μου έλεγε τίποτα. Δεν μπορούσε να με εξισώσει. Ούτε να με αλλοιώσει.

Επίσης, ανωμαλία για εμένα ήταν άλλα πράγματα.
Ανωμαλία, για εμένα, είναι να θέλεις να πας με δίδυμα αδέρφια. Ανωμαλία είναι να πηδάς μάνα και κόρη ή πατέρα και γιο. Ανωμαλία είναι να λέει μία μάνα για τον γιο της "αυτός είναι ο άνδρας της ζωής μου" και ένας πατέρας το αντίστοιχο για την κόρη του. Ανωμαλία είναι να είσαι παντρεμένη/ος με κάποια/ον και να μην κάνετε sex. Ανωμαλία είναι να θέλεις να παντρευτείς κάποια/ον, για να έχεις το ελεύθερο να πηδιέσαι με την αδερφή/ό της/ου μέσα στα ίδια σας τα σπίτια.

Αν, λοιπόν, αυτό είναι η "ανωμαλία", εγώ ήμουν περισσότερο από ομαλή.
Γιατί, κατά τα άλλα, από την στιγμή που δεν είναι βιασμός, όλα παίζουν ανάμεσα σε 2 ενήλικες - και μόνον ενήλικες. Και με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη. Ό,τι κι αν είναι αυτό. Μα ό,τι κι αν είναι. 2 ήταν - και είναι - οι αρχές μου: να μην θίγουν τρίτους και να μην είναι δημοσίως. Από εκεί και πέρα, ακούω ιδέες.

Έτσι, ούτε στους "απλούς" ανθρώπους είχα θέση, ούτε στους "ανώμαλους".
Ήμουν κατηγορία από μόνη μου; Γαμώ... Αλλά έλα που θα έπρεπε να φάω την ζωή μου να ψάχνω κάποιον που να είναι το ίδιο... Που να μπορώ να επικοινωνήσω, να κάνω ό,τι θέλω, να του πω την αλήθεια, να κάνουμε πράγματα μαζί... Πάλι μόνη; Πάλι...

Μοιραία, κάποια στιγμή το πήρα απόφαση.
Θα είμαι μόνη για το υπόλοιπο της ζωής μου. Γιατί καλά ήταν στην εφηβεία. Τους είχα κάνει τους πειραματισμούς μου. Και το κακό ήταν ότι πλέον ήξερα πολύ καλύτερα τι ήθελα. Και ήμουν σίγουρη. Άρα: δεν θα είχα σχέσεις "ολοκληρωμένες" - τι να ολοκληρώσεις, όταν δεν δείχνεις τον πραγματικό σου εαυτό σαν Γυναίκα; -, να παντρευτώ ούτε συζήτηση - αυτά τα χάλια, που παντρεύεσαι τον άνθρωπό σου και παίρνεις προίκα όλο του το σόϊ δεν έπαιζε -, να κάνω παιδιά δεν υπήρχε περίπτωση - που να το βρω το μητρικό έστικτο; -, τι μου έμενε; Ο καημός.

Ok.
Δεν γαμιέται; Μόνη; Μόνη. Τι άλλο να έκανα; Να συμβιβαζόμουν; Ούτε για αστείο. Είχα ήδη στο ενεργητικό μου τρελούς συμβιβασμούς σαν χαρακτήρας. Την Γυναικεία μου υπόσταση, δεν θα την πείραζα ακόμα κι αν χρειαζόταν να κλειστώ σε μοναστήρι. Γιατί αυτό που ήθελα ήταν απλό: έναν άνδρα που να είναι το αρσενικό μου "εγώ". Το αληθινό αρσενικό μου "εγώ". Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ζητούσα πολλά; Όχι. Δύσκολα, ίσως...

Και παρ' όλο που δεν φαινόταν φως στο τούνελ, παρ' όλο που ήμουν μιαν ανάσα στο να το πάρω οριστική απόφαση, υπήρχε μέσα μου το ένστικτο. Και το ένστικτό μου, δεν με έχει γελάσει ποτέ... Ποτέ, όμως. Και όσο κι αν τα έβαζα κάτω και δεν έβρισκα λύση, εκείνο μου έλεγε ότι δεν είχα λάθος. Πως ο τύπος του άνδρα που είχα στο μυαλό μου υπήρχε. Και δεν ήταν διακαής πόθος. Πήρα, λοιπόν, το μυαλό μου από το "μέλλον μου ως Γυναίκα", και δεν ξανασκέφτηκα τίποτα. Ό,τι ήταν να γίνει, θα γινόταν.

Κι έγινε.
Χρόνια μετά. Σε ένα πάρτυ. Που δεν ήθελα να πάω.
Και όταν έφυγα, άκουσα το όνομά μου, από το στόμα ενός ανθρώπου που δεν του είχα πει ούτε "καλησπέρα".
Κι εκείνος είχε πει: "καληνύχτα, Αφέντρα".

13.4.10

The Domme Next Door

Δεν ήταν ότι δεν καταλάβαιναν πως έχω/είμαι κάτι διαφορετικό.
Απλώς, δεν μπορούσαν να το προσδιορίσουν.
Ναι, με αποκαλούσαν "Αφέντρα", "Δυνάστη", "Χούντα", "Αυταρχική", "Τύραννο", "Vanda", και ό,τι συναφές, αλλά το ίδιο έκαναν και οι φίλοι μου και η οικογένειά μου.

Μπορεί να μην μου συστήθηκαν ως "σκλάβοι" κι εγώ να μην τους είπα ότι είμαι "Domme", αλλά με αγαπούσαν και ήταν πιστοί. Απαιτήσεις, περιορισμοί, διαταγές, όλα έπαιζαν, μοιραία, αλλά στο τέλος της ημέρας ένοιωθα ενοχές. Ένοιωθα ότι τους καταπίεζα. Κι ας μην είχαν κάνει ποτέ παράπονο. Μπορεί να μην τους το είχα ζητήσει και εκείνοι να μην το συνήθιζαν, αλλά οι άνδρες που είχα, με έλκυαν με τα γραπτά τους. Εμένα μου άρεσε να διαβάζω, εκείνοι εκφράζονταν μέσω των γραπτών τους, και ήταν υπέροχα. Ό,τι δεν μου έλεγαν, το διάβαζα. Και ήταν ιδανικά.

Ως κορίτσι/γυναίκα, ήμουν ικανοποιημένη.
Αν είχα - και εξακολουθώ να έχω - ένα κριτήριο για τους άνδρες που επέλεγα, αυτό ήταν το να είναι ερωτικοί. (Την λέξη που μου έρχεται να γράψω, δεν θα την γράψω. Αν και αυτή είναι που με εκφράζει και θα τους χαρακτήριζε απόλυτα). Ο ερωτισμός ενός ατόμου - και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενός άνδρα - δεν έχει να κάνει με το sex. Έχει να κάνει με την αύρα. Αυτό που εγώ εννοώ όταν λέω "έχει αυτό το κάτι".

Ασφαλώς, αυτό οδηγεί στο sex.
Ήθελα πάντα τον άνδρα "προσάναμμα". Να ανάβει αμέσως. Αν μία γυναίκα είναι "φωτιά", δεν την ενδιαφέρουν τα κούτσουρα. Και οι άνδρες της ζωής μου - από τις σχέσεις μου μέχρι τους sex-buddies - έπαιρναν με την μία. Και το sex ήταν πολύ καλό. Αλλά... Αν η σχέση δεν είναι όπως την θέλεις, το sex θα είναι μονοδιάστατο. Κι όταν ξέρεις, ότι ο άλλος σε αγαπάει, σε προσέχει, σου αφοσιώνεται, κάνει καλό sex, και δεν ξέρω τι άλλο, πηγαίνεις σπίτι και τα βάζεις με τον εαυτό σου. "Τι θέλεις, μωρή μαλακισμένη, από την ζωή σου;! Τι άλλο να ζητήσεις από τον άνθρωπο;! Τι θεωρείς ότι σου λείπει;!" Και αυτό μπορεί να γίνεται καθημερινώς... Γιατί εκείνος δεν έχει τίποτα μεμπτό και η λύσσα είναι όλη δική σου...

"Λύσσα".
Πότε λύσσαγα;
Ok.
Κυρίως τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
Αστείο;
Μπορεί.
Από μικρό παιδί, όταν έβλεπα εκείνα τα show από τα Folies Bergère για παράδειγμα ή δεν ξέρω τι άλλα, δεν ήταν επειδή μου άρεσαν τα musical. Ποτέ δεν μου άρεσαν. Πέθαινα, όμως, με τους κορσέδες... Με τις μάσκες... Με τα γάντια... Με τα καλσόν με την ραφή... Με τα δίχτυα... Τα μπαστούνια... Διάολε... εκείνα τα μπαστούνια...

Θυμάμαι ότι όλοι έξω έτρωγαν, έπαιζαν χαρτιά, τραγουδούσαν/χόρευαν, τα άλλα παιδάκια ξεραίνονταν στον ύπνο, κι εγώ περίμενα να πάει μεσάνυχτα για να τρυπώσω στην όποια κρεβατοκάμαρα, να ανοίξω στα κρυφά την τηλεόραση και να δω τα "απαγορευμένα". Και δεν ήταν ότι είχα την περιέργεια να δω το γυμνό - αν κρυβόμουν το έκανα γιατί εκεί θα πήγαινε το μυαλό των άλλων και θα ήταν λάθος. Το γυμνό - εκτός τέχνης - πάντα μού προκαλούσε αποστροφή. Αλλά ήταν εκείνα τα σκισίματα στα φορέματα, τα αβυσαλλέα décolté, η γυμνή πλάτη μέχρι την ουρά... Αυτά με προκαλούσαν εμένα... Αυτά, και το ότι φανταζόμουν τον εαυτό μου μέσα σε αυτά... Αλλά όχι on stage...

Μεγαλώνοντας, οι αμφιέσεις ήταν μόνο το περιτύλιγμα. Κι εγώ αναζητούσα την ουσία. Το έψαξα. Γιατί, πως, από που, κτλ. Κάτι βρήκα. Και είχε να κάνει με το "S/M". Δεν μου άρεσε. Ό,τι έβλεπα - πολύ περιορισμένα τότε - δεν είχε να κάνει με εμένα. Ή, μάλλον, είχε, αλλά όχι τόσο. Κάπως αλλιώς; Δεν ήξερα. Και δεν ήξερα και τι να υποθέσω. Έτσι, το άφησα. Για εμένα το S/M, ήταν για άτομα που είχαν στραβώσει.

Και με έβρισκα πολύ ίσια για να ανήκω εκεί.

12.4.10

Domme By Default

Είχαμε μπει σε μία σειρά.
Αυτό που ήμουν θα ήταν αποτραβηγμένο - όσο μπορούσε, βέβαια... - και το επίκτητο "εγώ" μου θα έπαιζε ό,τι έργο τού ερχόταν - αναλόγως με το ποιον είχε απέναντί του. Έτσι, είχα χρόνο και διάθεση να αφιερώνομαι στους δικούς μου ανθρώπους. Όπου θα μπορούσα να είμαι το έμφυτο "εγώ" μου, η πραγματική Νανά, ο αληθινός μου εαυτός.

Εκεί που ποτέ δεν έπαιξε κανένα έργο, και ήμουν πάντα ο εαυτός μου, ήταν στους άνδρες.
Εκεί, όχι μόνο δεν με έκρυβα, αλλά μάλλον ήμουν και επιθετική. Έχω να θυμάμαι αμέτρητους τσαμπουκάδες - κι εκείνοι, είμαι σίγουρη, δεν με έχουν ξεχάσει... Η αλήθεια είναι, ότι δεν μου άρεσε που ήμουν επιθετική. Δεν έβρισκα, όμως, άλλον τρόπο. Με ενοχλούσαν.

Πολύ λίγοι βρέθηκαν να μου αρέσουν.
Τους ερωτεύτηκα και έκανα σχέση μαζί τους. Ο ένας ήταν καλύτερος από τον άλλον. Ήταν όλοι αυτό που λέμε "καλά παιδιά". Ήταν ευγενείς, μετρημένοι, ήρεμοι, ολιγόλογοι, με εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ. Το σπουδαιότερο, με λάτρευαν. Δεν είχαν καμμία σχέση με την μάζα των ανδρών. Από την άλλη, ούτε εγώ είχα σχέση με την μάζα των γυναικών...

Κατ' αρχήν, ποτέ δεν πίστευα ότι τα αντίθετα έλκονται.
Σέβομαι τους νόμους της Φυσικής, αλλά αυτό δεν λειτουργεί στην ζωή. Όταν βλέπω 2 άτομα - που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους - να είναι ζευγάρι, είμαι αμέσως πεπεισμένη ότι έχουν, τουλάχιστον, ένα πράγμα κοινό. Και δεν έχει καμμία σημασία αν αυτό δεν είναι ορατό. Σημασία έχει ότι υπάρχει. Και όσο πιο αόρατο, τόσο πιο σοβαρό, τόσο πιο δυνατό. Ενίοτε, και τόσο πιο άρρωστο... Για εμένα όλα είναι μαθηματικά. Και στις σχέσεις. Δεν μπορείς να κάνεις πρόσθεση με κλάσματα που δεν έχουν κοινό παρονομαστή. Και με το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο, δεν κάνεις σχέση. Κάνεις τον μαλάκα.

Επίσης, πίστευα ότι μία σχέση για να λειτουργήσει, πρέπει να είναι οριοθετημένη.
(Το ποιος ήταν αρμόδιος να θέσει τα όρια, δεν χρειάζεται να το αναφέρω. Είναι αυτονόητο. Εκείνος με το μυαλό όχι στα σκέλια). Και μετά πάλι μαθηματικά. Ένα ζευγάρι είναι το σύνολο 2 ατόμων. Οπότε, 1+1=2. Δεν ξέρω γιατί υπάρχει η νοοτροπία του "οι 2 γίνονται 1". Γιατί 2 άνθρωποι γίνονται 1 μόνον όταν είναι μισοί. Οπότε, 1/2+1/2=1. Που αυτό μας ξαναγυρίζει στα κλάσματα, που με την σειρά του μας αποδυκνείει ότι αυτές δεν είναι σχέσεις.

Ποτέ δεν ήθελα να επιβάλλομαι σε έναν άνδρα - αν και αυτό έκανα τελικά.
Δεν μου άρεσε, όμως. Ήταν εκβιαστικό. Και δεν το ήθελα. Όταν κάποιος σε αγαπάει, και φτιάχνεται με κάτι που κάνεις, επειδή φτιάχνει εσένα - ό,τι και να είναι αυτό -, είναι ντροπή να τον "εκβιάζεις" με τον χαρακτήρα σου. Και αυτό το έκανα. Έναν άνδρα που είναι τόσο καλός μαζί σου, που θέλει να είσαι ευτυχισμένη, κι εσύ δεν έχεις αφήσει να δει παρά λίγα από τον "συντροφικό" εαυτό σου, ουσιαστικά τον κοροϊδεύεις. Και αυτό το έκανα.

Αυτό που δεν έκανα, ήταν να τους μιλήσω ανοικτά και να τους πω την αλήθεια.
Ήξερα ότι επειδή με αγαπούσαν, θα μου έκαναν το "χατήρι". Κι εγώ δεν ήθελα χάρες ποτέ και από κανέναν. Θα τους βασάνιζα, επιβάλλοντάς τους κάτι για το οποίο δεν ήταν γεννημένοι, όπως εγώ. Δεν είχε νόημα. Δεν ήταν τίμιο. Αλλά και αν, με κάποιον τρόπο, το έκαναν ευχαρίστως, δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από ένα kinky game. Καθόλου κακό, από το τίποτα, θα έλεγε κάποιος.

Μόνο που εγώ, δεν ήμουν "βιτσιόζα γκόμενα".
Δεν μου άρεσαν τα παιχνίδια.
Ήμουν Domme.
Και ήθελα καθαρόαιμους υποτακτικούς.