10.1.10

When The Domme Meets The Woman

Η Γυναίκα ξύπνησε από τη πολλή ζέστη.
Κοίταξε το ρολόι και σηκώθηκε από το κρεβάτι ιδρωμένη.
Δεν προλάβαινε να μπει στο μπάνιο. Ούτε καν να ετοιμαστεί.
Έπρεπε ήδη να ήταν στο ραντεβού της.
Έκανε να ρίξει κάτι επάνω της αλλά η ζέστη ήταν ανυπόφορη.
Κι εκείνη η υγρασία...

Βγήκε με το νυχτικό στον διάδρομο.
Με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα... Τρεκλίζοντας...
Τέτοια ώρα... ποιος θα με δει, σκέφτηκε.
Όσο πλησίαζε στο δωμάτιο Της, η υγρασία υποχωρούσε αλλά η ζέστη μεγάλωνε.
Γύρω της, οι πόρτες όλων ήταν κλειστές.
Στοίχημα, όμως, ότι κανείς δεν κοιμόταν απόψε...

Στην τελευταία στροφή του διαδρόμου, το δυνατό φως την έκανε να σταματήσει.
Οι πόρτες του δωματίου Της, ήταν διάπλατα ανοικτές.
Ο χώρος, χωρίς το τείχος, έμοιαζε ατελείωτος.
Στο τζάκι Της, ήταν αναμμένη μία τεράστια φωτιά.
Η Domme στεκόταν πίσω από τον καναπέ που ήταν μπροστά του.
Με τόσο φως από τις φλόγες, η φιγούρα Της έδειχνε μαύρη.

Η Γυναίκα άνοιξε το βήμα της και σταμάτησε στο άνοιγμα.
-Σε περίμενα, της είπε η Domme χαμογελαστή.
-Ναι... κι εγώ ήρθα έτσι... με τα νυχτικά..., απολογήθηκε η Γυναίκα.
-Δεν σε περίμενα διαφορετικά. Καταλαβαίνω...
Οι δύο Γ/γυναίκες αγκαλιάστηκαν και έμειναν έτσι για μερικά λεπτά.
-Πέρασε, πρότεινε το χέρι Της η Domme. Έχω φτιάξει τσάι.
-Ελπίζω να είναι παγωμένο..., παραπονέθηκε η Γυναίκα και κάθησε στον καναπέ.
-Και να ήταν, πάλι θα έβραζε, κούνησε το κεφάλι Της η Domme.

Η Γυναίκα κάθισε στον καναπέ.
-Στο δωμάτιό μου, δεν μπορείς να σταθείς από τη ζέστη και την υγρασία... Κι Εσείς έχετε ανάψει τόσο μεγάλη φωτιά;, Τη ρώτησε.
-Όχι Εγώ..., απάντησε με νόημα η Domme και έδωσε το τσάι στη Γυναίκα.
Κάθησε δίπλα της. Κοιτάχτηκαν και γέλασαν συνωμοτικά
-Θα μας το κάψει το σπίτι αυτός ο Χ, είπε η Γυναίκα και ανέβασε τα πόδια της στον καναπέ.

Κοίταξε γύρω της.
Κόκκινες βελούδινες κουρτίνες με χρυσές λεπτομέρειες, λιτά έπιπλα, απέριττος διάκοσμος.
Έγειρε το κεφάλι της στη πλάτη του επίπλου.
-Είμαι χαρούμενη που είμαι εδώ. Είμαι χαρούμενη που ήρθε ο Χ. Είμαι χαρούμενη που Σας γνωρίζω... Κι ας μη φαίνεται..., έδειξε το λεπτό ύφασμα που φορούσε και χαμογέλασε αθώα.
-Πες μου για τον Χ, ζήτησε η Domme και σταύρωσε τα πόδια Της. Πως ήταν; Πως πέρασες;, ρώτησε με ενδιαφέρον.

Η Γυναίκα πήρε βαθιά ανάσα.
-Τι μπορώ να Σας πω;..., αναρωτήθηκε. Εσείς καταλαβαίνετε καλύτερα από εμένα. Αυτό που ξέρω μόνον, είναι ότι δεν έχω γνωρίσει άλλον άνδρα σαν εκείνον. Είναι... είναι... πως να Σας το πω... είναι...
-Είναι υποτακτικός, την διέκοψε η Domme. Αυτό είναι. Ήπιε μία γουλιά από το αφέψημά Της. Και ο υποτακτικός, δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν κοινό άνδρα, συμπλήρωσε.
-Και το sex!, αναφώνησε η Γυναίκα. Αυτό δεν είναι sex... Είναι... σαν... είναι σαν...
-Προσφορά, ένωσε τις τελείες Εκείνη. Αυτό δεν θέλεις να πεις;, την κοίταξε.
-Ναι! Ναι!, ανασηκώθηκε εύθυμα η Γυναίκα. Δεν ζητούσε... Προσέφερε... Μόνο προσέφερε... Δεν είναι σπάνιο;...

Η Domme σηκώθηκε.
-Θέλεις λίγο τσάι ακόμα;
-Ναι, παρακαλώ, έδωσε το φλυτζάνι της η Γυναίκα. Το στόμα μου είναι στεγνό. Διψάω απίστευτα. Ζεσταίνομαι, ιδρώνω, διψάω... όλα μου συμβαίνουν απόψε. Αλλά δεν έχω και δύναμη. Μπορούμε να πούμε, ότι το μόνο που μου πήρε είναι αυτό. Τη δύναμη.
-Εδώ είναι η δύναμή σου, Ακριβοθώρητη, ακούστηκε σταθερή η φωνή Της. Έστρεψε λίγο το κεφάλι, καθώς ξαναγέμιζε τα φλυτζάνια τους. Εδώ είναι.
-Εδώ...; Που εδώ...;
-Εδώ μέσα. Η Domme άφησε κάτω τη τσαγιέρα και έδειξε το τζάκι. Αυτή η φωτιά, είναι η δύναμή σου. Ο Χ δεν θα μπορούσε να την ανάψει μόνος του. Αλλά ακόμα και να τα κατάφερνε, οι φλόγες δεν θα έφταναν μέχρι την καπνοδόχο. Σε αυτή τη φωτιά, κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει. Μόνον Εγώ. Κι αν εσύ κάθεσαι εκεί αυτή τη στιγμή, είναι γιατί το έζησες. Μαζί του. Και μπορείς να το αντέξεις, έστω, για μία επίσκεψη. Εγώ μπορώ να κάθομαι εδώ ώρες. Μπροστά της. Και να ρίχνω κι άλλα ξύλα μέσα της. Καταλαβαίνεις, Ακριβοθώρητη...;

Η Γυναίκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Την παρατηρούσε που της μιλούσε για τη φωτιά. Τον τόνο της φωνής Της, τις κινήσεις Της. Τόσα χρόνια κλεισμένη σε εκείνο το δωμάτιο, δεν Την έκαμψαν. Περίμενε τον κατάλληλο άνθρωπο. Πόση δύναμη έπρεπε να έχει; Και τώρα, βάζει ετοιμάζει ήρεμη το τσάι, χωρίς καμμία ανασφάλεια γι' αυτό που προτίθεται να κάνει, χωρίς ανησυχία. Η Γυναίκα βούλιαξε περισσότερο στον καναπέ. Ήταν χαρούμενη.

-Και δεν σας είπα και το αξιοσημείωτο. Ο Χ δεν ήρθε σε οργασμό.
Η Domme σταμάτησε εκεί που ήταν, με τα φλυτζάνια στα χέρια.
-Τι είπες...;, τη ρώτησε με μισόκλειστα μάτια.
Η Γυναίκα ανακάθησε φοβισμένη.
-Συγγνώμη, Κυρία... Δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιώ τέτοιες εκφράσεις... έτσι δεν είναι...;
Η Domme άφησε τα φλυτζάνια στο τραπέζι. Κάθησε πιο κοντά της και της είπε σοβαρά.
-Μαζί μου, θα μιλάς όπως αισθάνεσαι. Εσύ δεν είσαι όπως οι άλλοι. Δεν μπορείς να κρατηθείς σε απόσταση από Εμένα. Πρέπει να τα ξέρω όλα. Πες μου για τον Χ. Δεν ήταν καλός στο sex;
-Όχι, ήταν!
-Δεν είχε καλή στύση...;
-Όχι, είχε!
-Δεν κάνατε πολλή ώρα sex, μήπως...;
-Μα δεν άντεχα! Δεν ξέρετε πως ήταν! 2 φορές σε ένα βράδυ;! Με τέτοια ένταση;! Γυναίκα είμαι! Όχι μηχανή! Από την άλλη έχω και ένα θέμα με τους οργασμούς, που δεν το ξέρει ακόμα. Όσο πιο καλό είναι το sex, επομένως και ο οργασμός, τόσο πιο γρήγορα ναρκώνομαι. Πρέπει να κοιμηθώ 10-15 λεπτά. Αλλιώς είμαι σαν φυτό! Μπορεί να είμαι εκεί, να ακούω, να καταλαβαίνω αλλά μου είναι αδύνατον να σηκώσω, έστω, το χέρι μου! Πόσο, μάλλον, να μιλήσω... Αυτό, ωστόσο, που μου κάνει μεγάλη εντύπωση, είναι το πως κατάφερε να γλυστρήσει από το κρεβάτι, χωρίς να τον καταλάβω... Γιατί, μπορεί να κοιμάμαι, αλλά έτσι και κινηθείς, με έχεις ξυπνήσει... Και με έχεις νευριάσει!

Η Domme σηκώθηκε και πήρε τα τσιγάρα Της. Το μυαλό Της, είχε σταματήσει αλλού.
Πλησίασε το τζάκι. Το πρόσωπό Της φωτίζονταν από τις φλόγες.
Άφησε τον καπνό να φύγει από τα χείλη Της.
-Τότε... σκοπίμως δεν ολοκλήρωσε... εκείνος το έκανε... συνειδητά..., είπε σκεπτική. Ήταν σαν να μονολογούσε.
-Είμαι σίγουρη 100%, είπε σοβαρά η Γυναίκα. Ήταν τόση η ορμή του... τι να πω... δεν το έχω ξαναζήσει... δεν ξέρω γιατί το έκανε... εντάξει, την πρώτη φορά... δεν με προλάβαινε και να ήθελε... αλλά τη δεύτερη...; είναι...
-Υποτακτικός, επανέλαβε Εκείνη, αυστηρά.

Έσβησε το τσιγάρο Της.
-Πήγαινε να κοιμηθείς, Ακριβοθώρητη. Κλείσε καλά τη πόρτα σου και ό,τι κι αν ακούσεις, μη βγεις από το δωμάτιό σου; Σύμφωνη;
-Μάλιστα, Κυρία, υπάκουσε η Γυναίκα. Δεν θα βγω. Εύχομαι να περάσετε όπως πέρασα εγώ: μοναδικά.
-Θα σου χτυπήσω, όταν επιστρέψω.

Η Domme, κάθησε στον καναπέ.
-Ήρθε η ώρα, είπε. Και έκλεισε τα μάτια.

9.1.10

Action Speaks Louder Than Words

Όσο και να αντιλαμβάνεσαι ότι με κάποιον επικοινωνείς απροσδόκητα καλά, έχεις τις επιφυλάξεις σου.
Ιδιαίτερα, εάν το θέμα σου είναι κάτι τόσο προσωπικό, όπως το BDSM.

Καθώς οι συναντήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη, οι συζητήσεις γίνονταν δύσκολες.
Έπρεπε να ειπωθούν πράγματα, και από τη δική μου και από τη δική του πλευρά, που δεν ξέραμε ούτε πως θα φανούν, ούτε πως θα ακουστούν ή αν οι εντυπώσεις που θα αφήναμε φεύγοντας, ήταν οι σωστές. Είχαμε μία εβδομάδα, περίπου, καιρό, για να επεξεργαστούμε όλο αυτό που συνέβαινε. Και όταν ξαναβρισκόμασταν και σκανάραμε τα λεχθέντα, κανείς δεν είχε καταλάβει κάτι διαφορετικό, ούτε τον πείραζε κάτι, αντιθέτως, ξεκινούσαμε νέες ανασκαφές.

Τα 2ήμερα δεν ήταν πάντα ολόκληρα.
Ρυθμίζαμε τον χρόνο συνάντησης και τη διάρκεια παραμονής, βάσει της εργασίας μου.
Κάποιο Σαββατοκύριακο, του ανακοίνωσα ότι το επόμενο θα πρέπει να φύγω εκτός. Ο προορισμός ήταν, ναι μεν, κοντά αλλά θα επέστρεφα μεσάνυχτα, οπότε έπρεπε να διανυκτερεύσω εκεί και να ταξιδέψω για Αθήνα την άλλη μέρα το μεσημέρι.

Όταν έφτασα, η φίλη που ήρθε να με υποδεχθεί, μου είπε ότι το μόνο καλό ξενοδοχείο, ήταν ένα νεόδμητο λίγο έξω από την πόλη. Και επειδή είναι επαρχία, χρησιμεύει και ως ερωτική φωλιά παράνομων - και μη - ερώτων.
Πράγματι, το ξενοδοχείο ήταν πεντακάθαρο και όλα μέσα στο δωμάτιο μύριζαν καινούριο. Πολύ λίγο με ένοιαζαν τα υπόλοιπα, μπροστά σε αυτό. Εξ' άλλου ήταν για μία νύχτα κι αυτή μισή.

Επέστρεψα γύρω στις 2.
Έκανα μπάνιο και έπεσα, πτώμα, για ύπνο.
Στις 3.30 χτύπησε το τηλέφωνο.
Σε κωματώδη κατάσταση, έψαξα για το κινητό. Όταν συνήλθα λίγο, θυμήθηκα ότι το κινητό ήταν κλειστό. Σήκωσα το τηλέφωνο του δωματίου.
-Συγγνώμη, κοιμόσασταν;, ακούστηκε μία ανδρική φωνή, κομπλαρισμένη.
Έσφιξα τα δόντια μου για να μη βρίσω.
-Συμβαίνει κάτι;, τη ρώτησα, χωρίς να τα χαλαρώσω.
-Σας έχουν στείλει λουλούδια. Μπορεί να ανέβει το παιδί;
Το παιδί...; Ποιο παιδί, μη γαμήσω κάνα κώλο νυχτιάτικα;!
-Να ανέβει!, του είπα δυνατά.
Ήμουν πολύ περίεργη να δω, ποιος από τους μαλάκες που είχαμε συνευρεθεί, δεν τον έπαιρνε να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα! Γιατί όταν θα ξημέρωνε, θα τον έπαιρνε ο διάολος!

Έβγαλα χρήματα, έκανα χιτώνα το σεντόνι και σηκώθηκα, σαν τον Ιούλιο Καίσαρα.
Δεν πρόλαβε να ακουστεί καλά-καλά το πρώτο χτύπημα και άνοιξα απότομα την πόρτα.
Μπροστά μου στεκόταν ο Χ.
Με μία αγκαλιά - κυριολεκτικά - λουλούδια.
Με κοιτούσε με το κεφάλι χαμηλωμένο.
Έμεινα άφωνη να τον κοιτάζω κι εγώ.
Άφησε τα λουλούδια στα πόδια μου και γονάτισε μπροστά μου, κοιτάζοντάς τα.
-Δεν μπόρεσα, Αφέντρα..., ψέλισσε.

Γύρισα την πλάτη και προχώρησα στο δωμάτιο.
Η τηλεόραση ήταν ανοικτή, mini bar υπήρχε αλλά εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε περίπτωση να συζητήσουμε.

Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να ηρεμήσω.
Ο Χ έκλεινε την πόρτα, πίσω του.
Όταν άκουσα τον ήχο, άνοιξα τα μάτια και του είπα.
-Έχεις 2 λεπτά στη διάθεσή σου για να φύγεις. Αυτό το δωμάτιο, δεν είναι όπως τα δωμάτια που κλείνουμε. Είναι, στην ουσία, το δωμάτιό μου. Αν μείνεις, θα αλλάξουν όλα. Απόψε. Γι΄αυτό είναι καλύτερα να φύγεις.
-Δεν θα φύγω, Αφέντρα..., είπε μαλακά. Μόνο εάν με διώξετε.
..
Γύρισα να τον κοιτάξω.

-Δεν θα σε διώξω, Χ.

Κοιταζόμασταν, σαν να βρισκόμασταν σε αναμέτρηση.
Ξέραμε τι επρόκειτο να συμβεί.
Ξέραμε ότι δεν μπορούσε να αποφευχθεί.
Ξέραμε ότι αυτό θέλαμε.

Κούνησα το κεφάλι μου, σκεπτική και πριν προλάβω να πω αυτό που ήθελα, ο Χ με κρατούσε στην αγκαλιά του. Έσφιγγε τη μέση μου και απολογείτο. Έλεγε ό,τι ένοιωθε, τι τον έκανε να έρθει, τι ήμουν για εκείνον.
-Φτάνει
, του είπα.

Χαλάρωσε την αγκαλιά του και τραβήχτηκε λίγο για να με κοιτάξει.
Τα χείλη του φίλησαν τα δικά μου. Απαλά. Διστακτικά. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η γλώσσα του έψαχνε τη δική μου. Τα χέρια του πάλι με έσφιγγαν επάνω του.
Τα μόνα που προλάβαμε να κάνουμε, ήταν να βγάλουμε το σακκάκι του, να ανοίξουμε το πουκάμισό του και να πετάξουμε τη ζώνη του.

Με ξάπλωσε αργά, κατά πλάτος του κρεβατιού, μόλις τα πόδια μου βρήκαν το ξύλο.
Έβαλε το χέρι του στον αυχένα μου και σήκωσε τα μαλλιά μου, για να πέσουν πάνω στο στρώμα, καθώς άφηνε το κεφάλι μου.

Κάναμε sex, με το σεντόνι τυλιγμένο, ακόμα, στο σώμα μου.
Αν αυτό μπορεί να λογιστεί σαν sex.
Γιατί αυτό που εμένα με ερέθιζε, δεν ήταν η διείσδυση, αυτή καθ' αυτή.
Ήταν τα λόγια του.

Σε 5 λεπτά, ήρθε ο οργασμός.
Το μόνο που θυμάμαι, ήταν τον Χ να μου φιλάει το πρόσωπο και να παραμερίζει τα μαλλιά μου που το σκέπαζαν.

Κοιμήθηκα αμέσως. Για λίγο.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου, ο Χ καθόταν στη γνωστή θέση.
-Διψάω, του είπα.
Σηκώθηκε γρήγορα και πήγε στο mini bar. Φορούσε ακόμα το ανοιγμένο πουκάμισο και κούμπωνε το παντελόνι του.
Μου έφερε νερό.
-Να υποθέσω ότι δεν έχει Coca Cola..., του είπα καθώς το άνοιγε.
Γονάτισε. Χαμογελούσε.
-Θέλετε Coca Cola...;
-Εσύ ξέρεις κανέναν καλύτερο τρόπο να ξεδιψάσει κανείς;, τον κορόιδεψα.

Δεν ήπια νερό.
Ο Χ άρχισε από εκεί που σταμάτησε. Να μου φιλάει το πρόσωπο.
Αυτή τη φορά, κάναμε sex ξαπλωμένοι κανονικά στο κρεβάτι, χωρίς πουκάμισα, χωρίς σεντόνια.
Αυτή τη φορά, κάναμε sex με περισσότερα λόγια, με περισσότερες σιωπές, με περισσότερο πάθος, με περισσότερες φωνές.
Το νήμα το έκοψα πάλι εγώ.

Κοιμήθηκα αμέσως στην αγκαλιά του. Περισσότερο αυτή τη φορά.

8.1.10

The X Files

Ο Χ ήταν μοναχοπαίδι.
Ήταν από μικρός κλειστός χαρακτήρας και ο καλύτερός του φίλος ήταν ο Α, επίσης μοναχοπαίδι.
Με τον Α ήταν συμμαθητές από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού.
Όταν συνέβη κάτι καθοριστικό στη ζωή του, η οικογένεια του Χ ήταν, σχεδόν, η οικογένειά του και έκτοτε ο Χ σαν αδερφός.
Γυμνάσιο πήγαν σε μία άλλη περιοχή κι εκεί γνωρίστηκαν με τον Β και τον Γ, που έκαναν ήδη παρέα.
Κόλλησαν και ήταν σχεδόν αχώριστοι αλλά όχι στον βαθμό που ήταν μεταξύ τους.
Και οι δύο είχαν ένα απωθημένο: ήθελαν να είχαν αδέρφια. Και, συγκεκριμένα, αδερφές. Όσες περισσότερες γινόταν και μικρότερες, για να τις φροντίζουν.

Όσο στενή κι αν ήταν η σχέση τους, ο Χ δεν είχε μιλήσει ποτέ ανοικτά για τις προτιμήσεις του στις γυναίκες. Ο Α, όμως, καταλάβαινε.
Όταν ήρθε η Βδέλλα στη ζωή του, ο Α δεν την είδε με καλό μάτι. Αλλά δεν μίλησε ποτέ ανοικτά γι΄αυτό. Ο Χ, όμως, καταλάβαινε.

Η Βδέλλα ήταν ικανοποιημένη με αυτή τη σχέση, ασχέτως εάν ο Χ της είχε πει αρκετές φορές, ότι δεν τον κρατούν και πολλά μαζί της και ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να διακόψουν, μια και τους χώριζε και η απόσταση. Η Βδέλλα, όμως, ήταν βδέλλα. Πήγαινε εκείνη να τον βρει εκεί που ήταν.
Sex δεν υπήρχε. Η συχνότητα περιορίζονταν σε 2-3 φορές τον χρόνο και πάντα με δική της πρωτοβουλία. Δεν την ενοχλούσε.
Αυτό που έκαναν, ήταν να βγαίνουν μαζί, όποτε ο Χ ερχόταν στην Ελλάδα.

Ο Χ έκανε μία ήσυχη ζωή στην Α.
Ο Α τον επισκέπτονταν στα διαστήματα που δεν μπορούσε εκείνος να έρθει αλλά κατά τα άλλα, ο Χ ήταν μοναχικός και σπιτόγατος. Τα ενδιαφέροντά του, ήταν η μελέτη και η προοπτική του να μείνει στην Α για να εργαστεί ως μόνιμος. Εκείνη την εποχή ήταν συμβασιούχος, σε δοκιμαστική περίοδο σε μία εταιρεία. Και τα πήγαινε πολύ καλά.

Ο Χ λάτρευε τις γυναίκες.
Σε όσες κατά καιρούς είχε δείξει - εν μέρει - τον πραγματικό του εαυτό, ήταν ευχαριστημένες στην αρχή, βαριόταν, όμως, κατά τη διάρκεια. Τον ήθελαν πλέον αλλιώς. Όπως είχαν συνηθίσει και τους άλλους.
Και ο Χ απογοητεύονταν. Είχε πάρει σχεδόν απόφαση ότι δεν μπορούσε να βρει αυτό που ζητούσε και έμενε στην Βδέλλα. Η Βδέλλα είχε ένα πράγμα που τον κρατούσε και του άρεσε: τη δυναμική, το πείσμα τού να μην τον αφήνει να φύγει. Αυτό του φαινόταν Κυριαρχικό. Γνώριζε το βεληνεκές και το βάρος αυτού αλλά ήταν το μόνο που είχε.

Όταν ο Χ έφυγε εκείνη την Κυριακή, δεν ξαναήρθε το Πάσχα που ακολουθούσε.
Αλλά το βράδυ της επόμενης Παρασκευής.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, μου έστελνε απλά, τυπικά sms, τα οποία τα χαρακτήριζε η ευγένεια και η εκτίμηση.
Ήταν η πρώτη φορά, που γνώριζα έναν άνδρα, ο οποίος δεν με τρέλαινε στα μηνύματα, δεν μου ζάλιζε τον έρωτα με γλοιώδεις εκφράσεις ανείπωτης αγάπης, δεν με έπρηζε με γελοίες δηλώσεις για το μέλλον μας και δεν με κούραζε επαναλαμβάνοντας τον εαυτό του.

Εκείνη την Παρασκευή, συναντηθήκαμε στο γνωστό σημείο.
Τα τσιγάρα μου και μία 6αδα Coca Cola με περίμεναν στο ταμπλώ μπροστά του και μπροστά στη δική μου θέση, το σακάκι του διπλωμένο στα 4.
Ξεκινήσαμε να μιλάμε. Πέρασαν ώρες. Ξαφνικά, ανοίγοντας ένα μεγάλο θέμα, είπε αυθόρμητα.
-Θέλετε να πάμε σε ένα ξενοδοχείο;!
-Ναι. Νομίζω ότι θα ήταν το καλύτερο.
Έβαλε αμέσως μπροστά τη μηχανή και όταν σταμάτησε στο πρώτο φανάρι, του ήρθε το flash.
-Δεν εννοούσα ότι... δηλαδή... όχι να πάμε στο ξεν..., άρχισε να λέει ταραγμένος.
-Ξέρω τι εννοούσατε, του είπα απλά. Τον κοίταξα. Χαμογέλασε δειλά.

Το πρώτο μας ξενοδοχείο, μοιραία, ήταν στην παραλιακή.
Κατόπιν, επισκεφθήκαμε σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία του κέντρου.
Ομόνοια, Σύνταγμα, Λυκαβηττός, Πεδίο του Άρεως, Βασ. Σοφίας, Μιχαλακοπούλου.

Ο Χ - παρ' όλες τις αντιρρήσεις μου - ερχόταν κάθε βδομάδα.
Είχε κάνει Ελλάδα-Α, Κολιάτσου-Παγκράτι.
Μέχρι το Πάσχα - που υποτίθεται πως θα έρχονταν, κανονικά - είχαμε μιλήσει τόσο, όσο δεν πρέπει να είχαμε μιλήσει σε όλη μας τη ζωή.
Και ο άτυπος Μαραθώνιος, είχε ξεκινήσει από εκείνη την Παρασκευή.

Μπήκαμε σχεδόν τρέχοντας στο ξενοδοχείο, σαν να βιαζόμασταν μη κλείσει.
Ο Χ έδωσε ταυτότητες και τα σχετικά, λες και τον καταδίωκαν.
Μπήκαμε στο δωμάτιο, ανοίξαμε την τηλεόραση για να μην ακουγόταν η συζήτησή μας, άνοιξα το mini bar και το άδειασα σχεδόν όλο στο κρεβάτι, εκείνος κάλεσε την
réception για να μας φέρουν πάγο, εγώ κάθησα οκλαδόν στο κρεβάτι, εκείνος οκλαδόν δίπλα μου.
Αλλά στο πάτωμα.

Μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Ο Χ μου περιέγραψε τη ζωή του, με λεπτομέρειες. Ανοικτά.
Δεν ρώτησε, όμως, τίποτα για τη δική μου.
Ήταν η πρώτη φορά, που ένας άνδρας δεν με ρωτούσε για την προσωπική μου ζωή.
Ήταν η πρώτη φορά, που δεν ένοιωθα έναν άνδρα να προσπαθεί να με παραβιάσει.
Και ήταν η πρώτη φορά, που άρχισα να μιλάω κι εγώ. Ανοικτά.

Σε κάθε μας συνάντηση, βυθιζόμασταν βαθύτερα στις λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα από κάποιο σημείο και ύστερα, το κλίμα να βαραίνει.
Σταματούσαμε για ολόκληρα 5λεπτα-10λεπτα.

Εγώ ξαπλωμένη, ο Χ με τα χέρια επάνω στο κρεβάτι να υποστηρίζουν το κεφάλι του.

Προσπαθούσαμε να αφομοιώσουμε ό,τι έλεγε ο ένας.
Γιατί ο άλλος, πίστευε το ίδιο ακριβώς...

Κι έτσι, πολλές φορές, μας έπαιρνε ο ύπνος.
Όταν ξυπνούσαμε, συνεχίζαμε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Πίναμε, καπνίζαμε, μιλούσαμε.
Και μας ξαναέπαιρνε ο ύπνος.

Ήταν η πρώτη φορά, που αισθανόμουν άνετα με έναν άνδρα.
Δεν μισάνοιξα ούτε μία φορά το μάτι μου να δω τι κάνει.
Τα χέρια του δεν κινήθηκαν ποτέ προς το μέρος μου.
Δεν προσπάθησε να κάνει κάτι για να με πλησιάσει.
Δεν άφησε ποτέ κάποιο πονηρό υπονοούμενο.
Ήταν απίστευτα διακριτικός.
Και σεβόταν αυτό που ονειρευόμουν πάντα να σέβεται ένας άνδρας σε μένα: τις σιωπές μου.
Δεν είχα ξαναζήσει τέτοια ελευθερία με άνδρα...
Σε κάθε μας συνάντηση.

Τα ξενοδοχεία ήταν η μεγάλη μας χαρά.
Ο Χ είχε καταλάβει ότι τα μισούσα αλλά δεν γινόταν διαφορετικά.
Μέναμε και οι δύο με τους γονείς μας.
Δεν μπορούσαμε να έχουμε την ιδιωτικότητα που θέλαμε.

Και αυτό, πολύ σύντομα, θα άλλαζε.

7.1.10

Q Without A

Το τότε μέσα μου, εάν ήταν σημείο στίξης, θα ήταν ένα ερωτηματικό. Τεράστιο.

Δεν υπήρχε κανένα κοινό σημείο επαφής με τα αγόρια. Μα κανένα.
Μου ήταν αδύνατο να διανοηθώ, πως θα έρθει κάποια στιγμή να παντρευτώ κάποιον, από ένα φύλο το οποίο παρασιτούσε ξεκάθαρα εις βάρος του δικού μου. Από ένα φύλο που προσέβαλε την αισθητική μου. Ότι θα ζούσα με κάποιον, ο οποίος ήταν αδικαιολόγητα προνομιούχος(;) Ένα φύλο, που το μόνο που μου προξενούσε, ήταν ο οίκτος.

Και όλα αυτά, δεν είχαν καμμία σχέση με φεμινιστική οπτική. Ήταν, καθαρά, θέμα λογικής. Η εξιδανίκευση ενός φύλου, που - στα δικά μου μάτια - έμοιαζε με νεκρό γράμμα. Είναι εκεί αλλά δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Όλα αυτά, δεν ήταν θέμα γνώσης. Αλλά αντίληψης.

Υπήρχαν άπειρες ερωτήσεις μέσα μου. Άπειρες, όμως.
Και όταν αποφάσιζα - κακώς - να τις εξωτερικεύσω, έπαιρνα κάτι απαντήσεις, που καλύτερα θα ήταν να μην τις άκουγα ποτέ! Διότι νευρίαζα ακόμη περισσότερο! Και τρελαινόμουν! Διότι ό,τι μου έλεγαν, ήταν απλοποιήσεις και φαντασία. Καμμία σχέση με την πραγματικότητα.

Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει απλές και ξεκάθαρες απαντήσεις. Σε απλά και ξεκάθαρα ερωτήματα, μίας εκκολαπτόμενης γυναίκας.
Όπως:

Γιατί η Εύα χρειάστηκε ένα κομμάτι από το πλευρό του Αδάμ, για να φτιαχτεί; Δεν είχαν άλλη λάσπη στον παράδεισο; Αυτό δεν μας λέει, ότι ο Αδάμ είναι από φτιαξιάς του λειψός;
Και, άντε, δεν είναι. Πως είναι δυνατόν να χρειάστηκε ολόκληρη γούρνα με λάσπη για τον Αδάμ, και για την Εύα μόνον ένα κομμάτι;
Αυτό, από μόνο του, δεν ήταν την έκανε πιο θαυμαστό σαν έργο;

Γιατί η Εύα έχει επωμιστεί το προπατορικό αμάρτημα; Ο Αδάμ δεν ήταν μπροστά, όταν ο Θεούλης έλεγε "Όχι, τέκνα μου, αυτό. Τζιζ";
Και, καλά, η Εύα ήταν βλαμμένη. Ο Αδάμ γιατί δεν της είπε "Κοπελιά, φάτο μόνη σου. Εγώ λέω να μείνω";

Τα αγοράκια, όταν βαφτίζονταν, γιατί την ευχή την έπαιρναν μπαίνοντας στο ιερό, ενώ τα κοριτσάκια ούτε απ' έξω δεν περνούσαν;

Η μαμά μου, γιατί έπεσε στα γόνατα για να με πάρει από την αγκαλιά της νονάς μου, όταν τελείωσε η βάπτιση; Γιατί δεν έπεσε ο μπαμπάς μου; Εκείνος, δεν έλεγαν όλοι, ότι με γέννησε; Ενώ η μαμά μου απλά - απλά;! απλά;! - με κυοφόρησε.

Και τι σημαίνει ο μπαμπάς μου με γέννησε; Γιατί δεν μπορούσε να με γεννήσει η μαμά μου και ο μπαμπάς μου να κοιλοπόναγε 9 μήνες, να γέμιζε ραγάδες, να ξερνούσε γκαμήλες κάθε πρωί, να μην μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι τούς τελευταίους τέσσερις και στο τέλος να του γινόταν το μουνί πηγάδι για να βγω εγώ;
Και, καλά, αυτός με γέννησε. Πως; Με την απλή εκσπερμάτιση; Cool!
Τη μαμά μου τη ρώτησε κανείς τι πέρασε; Που πήγαινε κάθε τρεις και λίγο και της έβαζε χέρι ένας άααλλος άνδρας, μέχρι τον αγκώνα, για να την... εξετάσει;
Ο μπαμπάς μου γιατί έκοβε βόλτες όταν η μαμά μου ούρλιαζε - μαζί με άλλες - στην αίθουσα ωδινών;
Γιατί ο μπαμπάς μου ήταν κύριος, όταν ήταν να γίνει πατέρας, και η μητέρα μου έπρεπε να τραβήξει ό,τι τραβούσε, για να γίνει μάνα;

Εγώ γιατί πήρα το επώνυμο του μπαμπά μου που εκσπερμάτισε για μερικά δευτερόλεπτα και όχι της μαμάς μου που ταλαιπωρήθηκε για 9 μήνες;

Γιατί όταν γεννιόταν τα αγόρια, ήταν χαρά και περηφάνια και όταν γεννιόταν κορίτσι, έπεφτε νεκρική σιγή;

Γιατί κάποιοι έλεγαν το κορίτσι "κορίτσι" και το αγόρι το λόγιζαν για παιδί;
Τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί;
Γιατί το έκαναν αυτό;

Γιατί σε ένα αγοράκι, έκαναν όλα τα χατήρια "για να μη του πέσει" - να μη του πέσει...;! ποιο;! - και στο κοριτσάκι τράβαγαν άνετα και κανένα χαστούκι, για να πάψει;

Γιατί τα κορίτσια αιμορραγούσαν κάθε μήνα, οι ορμόνες τους τρελαίνονταν, με αποτέλεσμα να έχουν ένα διαρκή εκνευρισμό αλλά και έναν φόβο, μήπως φανεί τίποτα στα ρούχα τους; Γιατί ήταν αναγκασμένες μια ζωή, να τη ζουν με αυτήν την αναστάτωση και να έχουν και το θράσσος των αγοριών να τις κοροϊδεύουν γι΄αυτό που τους συνέβαινε;
Γιατί και αυτά δεν είχαν, έστω, μία φορά τον χρόνο - όχι παραπάνω - να δουν τι ωραία που είναι, να μπορούσαμε να τους κοροϊδεύουμε κι εμείς;

Γιατί τα κορίτσια κατά την έμμηνο ρύση, δεν μπορούσαν να πάνε στην εκκλησία;
Γιατί τότε ήταν "βρώμικα"; - βρώμικα;!

Γιατί τα αγόρια γίνονταν ήρωες όταν πήγαιναν φαντάροι;
Τι είναι αυτό που τους έκανε να το συζητούν για το υπόλοιπο της ζωής τους και να μας πρήζουν τ΄αρχείδια, λες και πολεμούσαν στις Θερμοπύλες;

Γιατί η πρώτη φορά των κοριτσιών, να συνεπάγεται με φόβο - μην αιμορραγήσεις, μη μείνεις έγκυος, μη το μάθει κανείς - αλλά και πόνο, και των αγοριών να είναι, όχι μόνον ηδονή, αλλά και τιμή τους και καμάρι τους;

Ποιοι ήταν αυτοί οι αναιδείς, οι αναίσχυντοι, που κρεμούσαν σεντόνια με τα αίματα μιας γυναίκας - ποιας γυναίκας; ενός κοριτσιού! -, να τα δει μια ολόκληρη γειτονιά, για να παινέψει το αρσενικό καμάρι που την "έσπασε" - τι την έκανε...;!
Ποιοι επέτρεπαν να γίνεται αυτό το τραγελαφικό τελετουργικό;
Σε τι εξυπηρετούσε, αν όχι, στον εξευτελισμό του φύλου μου, προς χάριν επιδείξεως του αντιθέτου;

Γιατί υπήρχαν μόνο πουτάνες, για να πηγαίνουν τα αγόρια και όχι πουτάνοι, για να πηγαίνουν και τα κορίτσια;
Γιατί δεν υπήρχε καν ο όρος "πουτάνοι";

Γιατί όταν ένας άνδρας πήδαγε όποια έβρισκε, τον έλεγαν "μάγκα" και όταν μία γυναίκα έκανε sex, την έλεγαν "πουτάνα";
Ούτε εκείνη πληρωνόταν.

Γιατί ο άνδρας, έπρεπε να είχε πάρει το μισό λεκανοπέδιο πριν παντρευτεί, ενώ η γυναίκα να μην ήξερε που φυτρώνει το πουλί;

Γιατί οι άνδρες πήγαιναν με άλλες γυναίκες, όταν ήταν παντρεμένοι, ενώ οι γυναίκες έπρεπε να το βουλώνουν, γιατί "αυτός ήταν άνδρας";
Όσο άνδρας ήταν αυτός, τόσο γυναίκα δεν ήταν εκείνη;
Που ήταν η διαφορά;

Γιατί ο άνδρας μετά το 8ωρό του ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, ενώ η γυναίκα έπρεπε να μένει στο σπίτι;
Δεν ήταν εκείνη που του έπλενε / σιδέρωνε τα ρούχα, του μαγείρευε να φάει, του καθάριζε το σπίτι, ανεχόταν τις υποδείξεις της μάνας του;
Αν εκείνος είχε το ελεύθερο μετά από 8 ώρες συγκεκριμένης εργασίας, τότε η γυναίκα τι θα έπρεπε να έχει;

Γιατί στις εφημερίδες, όλοι οι ανώμαλοι, οι βιαστές, οι δολοφόνοι, οι ληστές, οι χρήστες, οι απατεώνες, οι συζυγο-πατρο-μητροκτόνοι, ήταν άνδρες;
Κανονικά - με τόσα κακά - δεν θα έπρεπε να ήταν γυναίκες;

Γιατί οι άνδρες, έφτυναν, έβριζαν, κατέβαζαν τα φερμουάρ να κατουρήσουν, τακτοποιούσαν τα πουλιά τους, έξυναν τα αρχείδια τους, στον δρόμο, μέρα μεσημέρι, δημοσίως, μπροστά στον κόσμο;
Τι είδους φύλο ήταν αυτό;
Γιατί καμμία γυναίκα δεν τα έκανε αυτά;

Γιατί όταν ένας άνδρας έμενε χήρος, όλοι έπεφταν επάνω του για να "ξαναφτιάξει τη ζωή του", ενώ μία γυναίκα έπρεπε να μείνει να τον θυμάται "για να μεγαλώσει τα παιδιά της";

Γιατί ένας άνδρας ήταν αυτονόητο να ξαναπαντρευόταν εύκολα, ενώ για μία γυναίκα ήταν απαγορευτικό όταν είχε παιδιά, ιδίως κορίτσια;

Πως ένας άνδρας, μπορούσε να βιάσει την κόρη της γυναίκας του;;;;;;;;;;;;;;
Και πως ένας άνδρας, μπορούσε να βιάσει την ίδια του - την ίδια του, λέμε! - την κόρη;;;;;;;;;;;

Όλα αυτά τα ερωτήματα, ταλάνιζαν το εφηβικό μυαλό μου.
Ήξερα πολύ καλά, ότι όλα τους - μα όλα τους - δεν ήταν υπό το πρίσμα της κριτικής.
Ήταν υπό το πρίσμα της διαπίστωσης.
Απόρροια μίας τετράγωνης λογικής, που τορπίλιζε κάθε προσδοκία.

Το ψέμα και το παραμύθι, η εκλογίκευση του παραλόγου, η αλλοίωση του προφανούς και του οφθαλμοφανές, ήταν η φόδρα κάθε απάντησης που μου έδιναν.
Η έλλειψη της ορθής αισθητικής αντίληψης, ήταν οδυνηρή.
Όταν η διαστρέβλωση και η άρνηση της πραγματικότητας, στα μάτια και στα αυτιά ενός κοριτσιού στην εφηβεία, προσπαθούσε να αναιρέσει τη σημασία των ενεργειών, γεννούσε απελπισία, θυμό, θλίψη, απόγνωση, αγανάκτηση.

Τα έβλεπα όλα μαύρα.
Και κλεινόμουν περισσότερο στον εαυτό μου.
Μόνον εκεί ήταν καλά.
Εκεί βασίλευε η λογική. Και η ηρεμία.
Με καταλάβαινα πολύ καλά.
Δεν με κορόιδευα, δεν μου έλεγα ψέματα.
Ήξερα πολύ καλά τι μου γινόταν.

Όσο για τις απαντήσεις, θα έρχονταν σύντομα.
Και η ανακάλυψη της ρίζας όλων αυτών, θα με συνέθλιβε.

6.1.10

Reality Check

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ομορφιά από αυτήν Της Αφέντρας που χαμογελά, αφήνοντάς σου την αίσθηση του αγαθού. Διότι μόνο αυτή μπορεί να οδηγήσει από την κόλαση στο φως και να σε περάσει από πυρωμένες αβύσσους, κινούμενο σαν μαριονέτα.

Τότε εσύ εκφράζεις τον θαυμασμό, σκύβοντας πιο κάτω το κεφάλι και κοιτάζοντας δαιμονικά αναστενάζεις "Ευχαριστώ!"...

Τόσες μορφές αυταρχικής θηλυκότητας συνάντησες στο ταξίδι σου, μα καμιά χαρούμενη.
Σε κοίταζαν όλες με βλοσυρά μάτια, ψιθυρίζοντάς σου το τραγουδάκι της υποταγής!

Όμως κάθε τι το βλοσυρό κρύβει αδυναμία, σκέφτηκες κάποια στιγμή.
Για κάποιο λόγο και σε κάτι αμύνεται.
Μήπως δεν αγαπά το κτήμα της?
Μήπως και εγώ δεν αγαπώ παρά μόνο τον εαυτό μου?

Πως γίνεται να μην κατάλαβα τόσο καιρό, ότι οποιοδήποτε προσωπείο δεν είναι παρά μία ασπίδα, που κρύβει τον εσωτερικό κόσμο αυτού που το φοράει?
Και επίσης αυτός που το φοράει, πως γίνεται να θέλει να εξουσιάζει τη στιγμή που κρύβεται πίσω από μια μάσκα?

Δεν λέω, ξέδωσες! Αλλά δεν το βίωσες!

Μόνο η Γυναίκα που θα σε κάνει να νιώσεις παιδάκι, είναι η Αφέντρα σου και μόνο σε Εκείνη αξίζει να υποταχτείς, γιατί μόνο τότε θα έχει η λαχτάρα σου για υποταγή, την κατάλληλη αλάνα να τρέξει.

Ειδικά όταν νοιώθεις ότι από αυτή την αλάνα δεν μπορείς να ξεφύγεις.
Όταν βλέπεις πόσο χαμογελαστά φτιάχνει την φυλακή σου, Εκείνη!

*musicslave

5.1.10

Testing... 1,2,3...



-Είστε εκεί;...

-Ναι. Εδώ είμαι.
-Τι γίνεται;
-Φοβάσαι;...
-Όχι! Αδημονώ! Εσείς...;
-Εγώ περιμένω.

Η Domme έλεγξε το manicure Της.
Από την άλλη μεριά του τείχους, η Γυναίκα κάθονταν στο πάτωμα.
Οι δυο Τ/τους δεν είχαν συναντηθεί ποτέ.
Έπρεπε κάποιος να ρίξει το τείχος που Τ/τις χώριζε...

-Θα κρατήσει πολύ αυτό;, ρώτησε η Γυναίκα.
-Δεν νομίζω, ακούστηκε καθησυχαστική η φωνή Της Domme.
-Ωραία... Γιατί μοιάζει με σεισμό!
-Έτσι πρέπει να γίνει... Έτσι είναι το σωστό... Αυτό θα δείξει πόσο δυνατός είναι ο Χ..., είπε η Domme κοιτάζοντας απέναντι. Έστρεψε το πρόσωπό Της στο τείχος.
-Μη φοβάσαι, της είπε σταθερά. Είναι θέμα χρόνου.
-Δεν φοβάμαι. Ξέρω ότι δεν κάνετε λάθος. Απλά, με φρικάρει λίγο αυτή φασαρία. Όλοι τρέχουν πανικόβλητοι εδώ μέσα. Με εκνευρίζει.
Η Domme χαμογέλασε αυτάρεσκα.
-Αυτό είναι το σωστό, επανέλαβε.

Η Γυναίκα έβαλε την παλάμη της στο τείχος.
-Εσείς πως αισθάνεστε;, Τη ρώτησε με ενδιαφέρον.
Η Domme τεντώθηκε νωχελικά. Και είπε με σιγουριά.
-Έτοιμη. Για όλα.
Η Γυναίκα χαμογέλασε με κατανόηση.
-Σας καταλαβαίνω... Περιμένατε τόσα χρόνια... Νομίζω ότι ο Χ είναι ο κατάλληλος... Θα τα καταφέρει...
-Εγώ το ήξερα από την πρώτη στιγμή. Η Νανά δεν το περίμενε.
-Πως να το περιμένει; Αφού πίστευε τελείως διαφορετικά πράγματα.
-Εγώ όμως το ήξερα. Αυτός ήταν.
-Ναι... αυτός είναι... και είναι καλός... δεν είναι;
-Είναι αυτός που είχα στο μυαλό μου. Ωστόσο, θα πρέπει να τον δοκιμάσω πρώτα.

Η Domme αφουγκράστηκε φωνές.
Η Γυναίκα το ίδιο.
Έμειναν για λίγο ακίνητες. Μέσα σε τόση φασαρία, δύσκολα μπορούσαν να ακούσουν καθαρά.
-Μα τι κάνουν;, αναστατώθηκε η Γυναίκα. Τσακώνονται;!
-Καλά κάνουν. Αλλιώς δεν θα είχε ενδιαφέρον, χαμογέλασε ικανοποιημένη η Domme.

"Θέλω να πάω σπίτι μου", άκουσαν τη φωνή της Νανάς.
-Όχι...! όχι...!, σηκώθηκε η Γυναίκα.
-Ναι... ναι..., έφερε αντίρρηση η Domme, χαμογελώντας μυστήρια. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος Της και ακούμπησε την πλάτη Της στο τείχος.
Η φασαρία σταμάτησε. Όσοι έτρεχαν να σταματήσουν τις διαρροές, έμειναν εκεί που ήταν. Περίμεναν λίγο και όταν είδαν ότι όλα τελείωσαν, πήγαν στα δωμάτιά τους.

-Πάμε.
-Που;
-Για ύπνο.
-Και τι θα γίνει;
-Τίποτα. Πάμε στην παράταση. Αλλά να κοιμηθώ λίγο. Δεν θα ήθελα όταν βγω να μη δείχνω στα καλύτερά μου!
-Καληνύχτα, Κυρία.
-Καληνύχτα, Ακριβοθώρητη.

Ο Χ οδηγούσε με κατεύθυνση το σπίτι μου. Σε όλη τη διαδρομή κανείς δεν είπε λέξη. Όταν φτάσαμε ένα στενό πιο κάτω, του ζήτησα να σταματήσει. Έσβησε τη μηχανή. Μείναμε για λίγο αμίλητοι, κοιτάζοντας μπροστά τον δρόμο.
-Μπορώ να σας μιλήσω;, ζήτησε την άδειά μου.
-Σας ακούω.
-Αύριο το απόγευμα θα επιστρέψω στην Α. Θα ξανάρθω το Πάσχα. Μπορώ να σας στέλνω μηνύματα; Ίσως είναι πιο εύκολο να σας πω μερικά πράγματα παραπάνω. Ξέρω ότι σας έφερα σε δύσκολη θέση. Δεν ξέρω τι άλλο να σας πω. Τώρα. Αλλά στην Α, σας σκεφτόμουν συνεχώς. Και τα είχα όλα στο μυαλό μου. Έτοιμα. Αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμενα. Μπορώ να σας στέλνω μηνύματα;
Γύρισα και τον κοίταξα.
-Κατ' αρχήν, πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμη.
Γύρισε να με κοιτάξει ταραγμένος. Πήγε κάτι να πει. Σήκωσα το χέρι μου. Σταμάτησε.
-Μπορείτε να κατανοήσετε, ότι όλα ήταν μία παρεξήγηση; Μία λάθος, εάν θέλετε, δική μου εκτίμηση;
-Αυτό που κρατάω εγώ φεύγοντας, είναι ότι σας είπα αυτά που είχα μέσα μου. Δεν θυμάμαι καν αυτό που λέτε. Αυτό που με ενδιαφέρει, είστε εσείς. Ό,τι είμαι, θα το δείτε, αν θέλετε. Η απόφαση θα είναι δική σας. Εγώ θα σας περιμένω.

Κοιταζόμασταν για άλλη μία φορά αμίλητοι. Διαφορετικά, όμως. Εντελώς διαφορετικά.
-Μπορείτε να μου στέλνετε μηνύματα, του είπα σταθερά.
Χαμογέλασε. Ο συναγερμός - που, πλέον, είχε δυναμώσει όσο δεν έπαιρνε άλλο - ξαναέκανε την εμφάνισή του. Χαμογέλασα κι εγώ. Και του έδωσα το χέρι μου, για να τον α
ποχαιρετήσω.
-Καλό ταξίδι, του ευχήθηκα.
Έφερε το χέρι μου στα χείλη του και το φίλησε.
-Ήταν το ωραιότερο πάρτυ που πήγα ποτέ, είπε μες στα χαμόγελα.
-Φυσικά! Αφού συνοδεύατε την Barbarella! Τι να λέμε τώρα...
Χαμογέλασε για λίγο και μετά με κοίταξε έντονα στα μάτια.
-Την Αφέντρα μου ήθελα να συνοδεύσω... Κι αυτό το περίμενα από τότε που την συνάντησα ... Σε ένα άλλο πάρτυ...

Την άλλη μέρα, απόγευμα Κυριακής, επέστρεφα από τη δουλειά μου. Μέσα στο ταξί, ήρθε ένα μακροσκελές sms.
"Η πτήση μου έχει καθυστέρηση 1 ώρα. Σκέφτομαι να σας στέλνω συνέχεια μηνύματα. Αν θα σας ενοχλήσω, μη μου απαντήσετε. Θα καταλάβω. Θέλω να σας πω μόνο ότι σήμερα το μεσημέρι χώρισα. Είμαι ελεύθερος. Και μόνο εσείς θα το αλλάξετε αυτό."

Πάτησα την κλήση. Η φωνή του Χ ακούστηκε τρελαμένη.
-Ναι!
-Βγείτε στην είσοδο του κτιρίου. Να είστε στην αφετηρία των λεωφορείων, έκλεισα το τηλέφωνο. Στο αεροδρόμιο, παρακαλώ, είπα στον οδηγό.

Ο Χ έτρεξε να πάρει αυτό που κρατούσα. Ήταν ενθουσιασμένος. Χαμογελούσε διάπλατα.
-Ήρθα να σας προειδοποιήσω.
-Να με προειδοποιήσετε...;, απόρησε και του κόπηκε ο ενθουσιασμός. Για ποιο πράγμα...;
-Πως αυτό που υποθέτετε για μένα, δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που είμαι.

4.1.10

You Mistress, me sub

Εγώ και ο Χ, κοιταζόμασταν σαν τα καθυστερημένα.
Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα.

Ok..., σκέφτηκα.
Δεν είναι έτοιμος. Πάρ' το αλλιώς.

-Νομίζω ότι έχουμε χαθεί λίγο...
-Ίσως φταίω εγώ, είπε απολογητικά. Ίσως δεν τα είπα καλά...
-Ok, του είπα. Έσβησα το τσιγάρο μου και κάθησα σχεδόν απέναντί του.
Γύρισε κι εκείνος.
Παύση.

-Είπατε ότι έχετε μία σχέση, με την οποία δεν θέλετε να έχετε καμμία σχέση, γιατί δεν είναι η σχέση που θέλετε, σωστά;
-Σωστά, είπε σοβαρός.
-Και είπατε ότι αυτό δεν σας ένοιαζε. Τότε. Τι άλλαξε τώρα και σας νοιάζει;
Παύση.
-Εσείς.
Έκανα λίγο πίσω.
-"Εμείς"... Ποιοι "εμείς";, τον ρώτησα κάθως έγειρα λίγο το κεφάλι.
Παύση.
-Εεεσείς..., είπε και χαμήλωσε το βλέμμα.
-Ααα... δεν θα τα πάμε καλά... λοιπόν! Φοράω τις μπότες, βγαίνουμε έξω. Αν δεν μπορέσουμε να συνεννοηθούμε απόψε, θα μάθουμε να κλίνουμε καλά τις αντωνυμίες!

Βγήκα από το αυτοκίνητο χτυπώντας την πόρτα.
Ποιο ήταν, επιτέλους, το θέμα του; Γιατί να μη μιλάει ξεκάθαρα; Τι περιμένει; Να τον πάρω από το χεράκι να τον γνωρίσω στον Β; Δεν θα είμαστε καλά! Καθόλου καλά! Ακούς εκεί "εμείς"! Λες και ήμουν ο κηδεμόνας του Β! Αυτό μου έλειπε να πήγαινα κι εγώ μαζί στα ραντεβού τους! Έλεος! Λοιπόν! Η βοήθεια και οι μαλακίες, θα τελείωναν εδώ! Αρκετά!

Βγήκε κι εκείνος, φορώντας το σακάκι του. Φυσούσε δυνατά. Πήρε τα μαυροζούμια στο ένα χέρι και έβαλε τα τσιγάρα μας στη τσέπη του.
-Δώστε μου ένα τσιγάρο!, απαίτησα εκνευρισμένη.
-Μάλιστα..., είπε ήρεμα χωρίς να με κοιτάζει.
Πήγε να μου το ανάψει και του πήρα τον αναπτήρα από το χέρι, απότομα.
Άναψα το τσιγάρο μου και φύσηξα τον καπνό σχεδόν επάνω του. Ήταν η ιδέα μου ότι μύρισε το καπνό μου...;
Άναψε κι εκείνος ένα.
-Σας ζητώ συγγνώμη, εάν σας νευρίασα... Δεν το ήθελα... Μάλλον θα είναι επειδή δεν μου έχει ξανασυμβεί... Και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω...
Επιτέλους!, σκέφτηκα. Βγήκε το κεφάλι... Άντε να σπρώξει για τους ώμους, τώρα...

Τον πλησίασα πιο ήρεμα. Έβραζα... Αλλά κρατιόμουν...
-Ok. Μην ξαναρχίσουμε τα "εμείς" και τα "εσείς". Αφήστε να οδηγήσω εγώ τη συζήτηση, μήπως και βγάλουμε άκρη πριν ξημερώσει. Σας αρέσει ο Β; Ναι ή όχι.
Ξαφνιάστηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω και με κοίταξε με ένα μίγμα θυμού(;) και αγανάκτησης(;). Πήγε να πει κάτι.
-Όχι!, τον έβαλα σε τάξη. Σας ρώτησα κάτι. Ναι ή όχι;
-Όοοχι, μου απάντησε σαν χαμένος, ψιλοσηκώνοντας τους ώμους.
Τότε ξαφνιάστηκα εγώ.
-Και ποιος σας αρέσει;!, ήταν η σειρά μου να φανώ σαν χαμένη στο διάστημα.
-Εσείς...
-"Εμείς"....
-Εσείς... η ίδια...

Με κοιτούσε μες στα μάτια.
Δεν μιλούσε κανείς.
Πάλι μείναμε να κοιταζόμαστε...
-Εγώ, η ίδια...
-Μάλιστα...
Παύση.

Ο αέρας φυσούσε παγωμένος. Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται. Και ένας gay μου έκανε ερωτική εξομολόγηση. Γιατί, Χριστούλη μου, γιατί;
-Πάμε στο αυτοκίνητο!, είπα απότομα. Και δεν θα φύγουμε, εάν δεν ξακαθαρίσουμε τα πράγματα!
Ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο, έβαλε τη θέρμανση, έβγαλα τις μπότες.
Άνοιξε νέο γύρο με Coca Cola, ανάψαμε άλλα τσιγάρα.

-Θέλετε να μου εξηγήσετε λίγο, τι μου λέτε; Είστε ή δεν είστε gay;
Ο Χ ξεκίνησε να κοιτάζει, ταμπλώ, δρόμους, αυτοκίνητα, βιτρίνες, το πεζοδρόμιο. Μετά, μου έκανε τη τιμή να κοιτάξει εμένα.
-Gay....; Εεεγώ gay...;
-Εγώ, πάντως, δεν είμαι σίγουρα.
-Δεν είμαι gay..., είπε σαν να μου ζητούσε συγγνώμη.
Το κοίταξα παραξενεμένη. Τι στο διάολο έπαιζε εδώ;
-Ok... Δεν είστε gay... Σας αρέσουν οι γυναίκες...
-Μμμάλιστα..., είπε σχεδόν συλλαβιστά. Απλώς, δεν μου αρέσουν οι γυναίκες...
-Κατάλαβα.
-Καταλάβατε;!..., ρώτησε με αγωνία. Τιιι καταλάβατε;, μαζεύτηκε λίγο.
-Ότι θέλετε να μου πείτε ότι είστε gay δια της ατόπου απαγωγής!

Ο Χ λύθηκε στα γέλια για πρώτη φορά. Γελούσε δυνατά, χαρούμενα, ενθουσιασμένα.
Όταν σταμάτησε, με κοίταξε με απίστευτη τρυφερότητα, με εκείνη που θα κοιτούσε ένας πατέρας το παιδί του, όταν εκείνο θα του έλεγε "γιατί δεν φτάνω το φεγγάρι, μπαμπά, αφού σηκώνω το χέρι μου ψηλά;".
-Όχι... όχι... απλώς, δεν μου αρέσουν οι γυναίκες, γενικά... Δεν μου αρέσουν οι γυναίκες που αρέσουν σε όλους τους άνδρες, γενικά...
-Μάλιστα..., είπα ειρωνικά. Σας αρέσουν οι γυναίκες, ειδικά...
-Μάλιστα.
-Δηλαδή.
-Μου αρέσουν οι γυναίκες που ξέρουν τι θέλουν.
-Ωραία ατάκα. Εσείς, ξέρετε τι θέλετε;, συνέχισα στο ίδιο ύφος.
-Ναι, είπε σοβαρεύοντας πολύ. Εσάς.
Παύση. Μεγάλη.

-Εμένα δεν με ξέρετε. Δεν ξέρετε ποια είμαι.
-Ξέρω.
Παύση.
Έπαιζα με το μυαλό του... Έπαιζα με το μυαλό του...
-Τι ξέρετε;
-Ότι είστε η γυναίκα που μπορεί να με εξουσιάσει.
Παύση.
Έμπαινε στο μυαλό μου... Έμπαινε στο μυαλό μου...

Ήθελα να του απαντήσω καταλλήλως.
Οι λέξεις ήταν στην άκρη της γλώσσας μου.
Δεν το έκανα.
Κι αυτό το είναι το γαμημένο πρόβλημα με τα Κυριαρχικά άτομα.
Πρέπει να σκέφτεσαι πολύ τι απαντάς.
Γιατί ό,τι λες, στον άλλον ακούγεται σαν πρόκληση.
Έσφιξα τα χείλη μου.
Τα κοίταξε.
-Πείτε μου..., είπε ξέπνοα, σαν να με παρακαλούσε.

Πήρα βαθιά ανάσα. Δεν θα γλύτωνε. Ύψωσα τη φωνή μου.
-Στον γάμο δεν πήρατε τα μάτια σας από τον Β!
Κούνησε το κεφάλι του αμέσως, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια του.
-Εσάς κοιτούσα! Κοιτούσα εσάς! Από την πρώτη στιγμή που καθήσατε!
-Μη μου λέτε μαλακίες!
-Σας λέω μόνο την αλήθεια! Νόμιζα ότι είχατε σχέση με τον Β και ήπια τ' άντερα μου για να το πάρω απόφαση! Και όταν ανέβηκα να σας περιμένω να γυρίσετε, να σας μιλήσω, με πήρε ο ύπνος! Δεν το ήθελα! Είχα έρθει κατευθείαν από το ταξίδι μου! Έχω μετανοιώσει γι' αυτό! Αισθάνθηκα πολύ άσχημα!
-Μα εσείς αφήνατε και ραβασάκι για τον Β!
-Δεν ήταν ραβασάκι για τον Β! Ήταν αυτό!
Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη το πορτοφόλι του και από μέσα, ένα τσαλακωμένο χαρτί και μου το έδωσε.
-Και προς τι η χαρά για το πάρτυ του Β;!
-Ήταν η χαρά που μου δώσατε το τηλέφωνό σας!

Σταμάτησα. Τον κοιτούσα μες στα νεύρα.
Σταμάτησε κι εκείνος. Με κοιτούσε μες στην αγωνία.
Ξεδίπλωσα το χαρτί.
Και κράτησα την αναπνοή μου.
Ήταν μία μικρή ιστορία, για μία γυναίκα που κοιμάται και έναν άνδρα που την θέλει αλλά δεν μπορεί να την αγγίξει. Γιατί δεν ήταν μία συνηθισμένη γυναίκα. Κι εκείνος δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνδρας. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα...
Η ιστορία ήταν απίστευτα καλή...

Τον κοίταξα και μέσα στο μυαλό μου, άρχισαν να παίζουν όλα από την αρχή. Μόνο που αυτή τη φορά, τα έβλεπα από άλλη γωνία. Τη δική του. Και ήταν όλα διαφορετικά.
Δεν έλεγε ψέματα.
Ήταν απόλυτα ειλικρινής.

-Δεν ήξερα τι να κάνω... πρέπει να με πιστέψετε... έγραψα ό,τι σκεφτόμουν... νόμιζα πως δεν είχα καμμία ελπίδα... κοιμόσασταν δίπλα μου κι εγώ δεν έκλεισα μάτι... σκεφτόμουν τι να κάνω... δεν ήθελα να σας χάσω... δεν ήξερα τι να κάνω... ήθελ...
-Σας πιστεύω, τον έκοψα, σκεπτική.
Παύση.
Χαμογέλασε δειλά. Μετά διάπλατα.
-Αλήθεια, με πιστεύετε...; Ξέρω... δεν είμαι καλός... σας το είπα... δεν το έχω ξανακάνει... δεν ήθελα να σας φέρω σε αυτή τη θέση... με συγχωρείτε που φώναζα... που σας ανάγκασα να φωνάξετε κι εσείς...

Τον άκουγα. Αλλά δεν ήμουν εκεί.
Ξαφνικά, σκέφτηκα δυνατά.
-Τώρα τι κάνουμε...
Και πήρα μία απάντηση, που περίμενα χρόνια να ακούσω από έναν άνδρα.
-Ό,τι θέλετε εσείς... Μπορούμε να κάνουμε πάντα ό,τι θέλετε εσείς...